Ιερός Ναός Αγίων Αποστόλων στο Λεοντάρι. Φωτό: Xristina Kaleka
Εισαγωγή
Το φθινόπωρο είναι η εποχή που η φύση σιωπά για λίγο, για να ακούσουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Είναι ο καιρός της απογύμνωσης, της εσωστρέφειας, μα και της ωριμότητας του φωτός. Όταν τα δένδρα χρυσίζουν και ο αέρας μυρίζει υγρασία και ανάμνηση, η ζωή μας ψιθυρίζει πως κάθε τέλος είναι κι ένας καινούριος τρόπος να ξεκινήσεις. Το διήγημα αυτό περιλαμβάνει μία μοναδική εμπειρία της κυρίας Χριστίνας Καλέκα, εργαζόμενης στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, στο γραφείο της Περιφέρειας στην Καλαμάτα. Ευχαρίστως δέχθηκε να μοιραστεί τη χαρά της απόδρασής της στο Λεοντάρι Αρκαδίας, με τους φίλους αναγνώστες μας.
O λόγος της κυρίας Χριστίνας Καλέκα
«Ανέκαθεν οι βόλτες στη φύση κάθε Κυριακή με βοηθούσαν να γεμίσω τις μπαταρίες και το μυαλό μου με εικόνες και συναισθήματα, ώστε να μπορώ να αντιμετωπίσω τη γεμάτη εβδομάδα που ακολουθούσε.Η φύση με ξεκουράζει — λατρεύω τη θάλασσα, τα βράχια, τις ανάγλυφες ακτές, όμως τα βουνά και το ορεινό τοπίο έχουν ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου.Λατρεύω τα δάση∙ αισθάνομαι δέος και θαυμασμό για τα πυκνά, πανύψηλα δένδρα. Με μαγεύουν οι χρωματικές διαφορές — από το πολύ ανοιχτό πράσινο της άνοιξης μέχρι το βαθύ πράσινο του καλοκαιριού — και κυριολεκτικά ενθουσιάζομαι με τις αποχρώσεις του κίτρινου, του σκούρου καφέ, του πορτοκαλί και του κόκκινου του φθινοπώρου.Έχω την αίσθηση πως τα φύλλα τότε παίρνουν αυτά τα χρώματα λες και θέλουν να μας εντυπωσιάσουν επίτηδες, να μείνουν ανεξίτηλες εικόνες στη μνήμη μας, ώστε να τις σκεφτόμαστε τον χειμώνα, όταν τα δέντρα θα είναι γυμνά… σαν να μας κάνουν ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι για τον χρόνο που πέρασαν πάνω τους.
Η βόλτα μου ξεκίνησε από τον αυτοκινητόδρομο — βγήκα στα Παραδείσια, πέρασα από το Λεοντάρι όπου βρίσκεται η εκκλησία, κι έπειτα μέσω Δυρραχίου, Πολιανής, Γαρδικίου και Θουρίας, επέστρεψα στη βάση μου. Εννοείται πως στο δρόμο έγιναν πολλές στάσεις∙ τα χρώματα ήταν απίθανα, κυρίως όταν τα χτυπούσε ο ήλιος και έπαιρναν ένα χρυσαφί, γυαλιστερό, διάφανο χρώμα — σαν να τα είχες λούσει με χρυσόσκονη.
Εύχομαι σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και σε όλες τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε, ευχάριστες ή δυσάρεστες, να μπορούμε να βλέπουμε πολλά χρώματα, πολλές επιλογές, πολλές εναλλακτικές λύσεις για τις δύσκολες στιγμές — και να ζούμε με χαρά τις όμορφες, όπως πολύχρωμα και εντυπωσιακά είναι τα φύλλα των δέντρων του φθινοπώρου.»
Φθινοπωρινή Ανάσα στο Λεοντάρι
Ο ήλιος χαμήλωνε πάνω από τις πλαγιές της Αρκαδίας και το Λεοντάρι έλαμπε με μια γλυκιά, μελαγχολική μεγαλοπρέπεια. Η Χριστίνα Καλέκα στάθηκε μπροστά στον ναό των Αγίων Αποστόλων, μνημείο του 14ου αιώνα, με πέτρες που κρατούν ακόμη μέσα τους αιώνες σιωπής και προσευχής.
Πίσω της άνοιγε το δάσος. Ψηλά δένδρα, βελανιδιές και καστανιές, είχαν φορέσει τον χρυσοπόρφυρο μανδύα του φθινοπώρου. Ο άνεμος περνούσε ανάμεσά τους και σήκωνε φύλλα που έπεφταν απαλά, σαν σκέψεις που λύνονται από μέσα μας χωρίς να πονάνε πια. Κάθε βήμα της Χριστίνας πάνω στο χαλί των φύλλων έβγαζε έναν ήχο ήρεμο, ρυθμικό, σαν την ανάσα της γης.
Είχε αφήσει πίσω της μια κουραστική εβδομάδα και είχε παραχωρήσει στον εαυτό της λίγες στιγμές σιωπής. Περπατούσε ανάμεσα στα δένδρα και ένιωθε τον χρόνο να απλώνεται σαν φως πάνω στα κλαδιά.
Το φθινόπωρο δεν ήταν για εκείνη εποχή θλίψης. Ήταν εποχή αποκάλυψης. Τα δένδρα δεν μαραίνονταν, απλώς άφηναν πίσω τους ό,τι δεν χρειάζονταν, προετοιμάζοντας μέσα τους τη νέα ζωή. Έτσι ένιωθε κι εκείνη — να ξαναβρίσκει τον εαυτό της, πίσω από τις φωνές, τις οθόνες και τις έγνοιες της καθημερινότητας.
Στάθηκε κάτω από ένα πανύψηλο δέντρο που φλεγόταν στο φως του δειλινού. Τα φύλλα του έμοιαζαν να καίγονται χωρίς να καίγονται, να λάμπουν χωρίς να χάνονται. Έκλεισε τα μάτια και άφησε την ψυχή της να γεμίσει με εκείνη τη ζεστή, βελούδινη σιωπή.
Όταν άνοιξε τα μάτια, ο ήλιος είχε ήδη γείρει πίσω από τους λόφους. Τράβηξε υπέροχες φωτογραφίες, για να θυμάται ότι η ομορφιά βρίσκεται στις στιγμές που μένεις μόνος με το φως.
Τις επόμενες μέρες, η Καλαμάτα θα την αγκαλιάσει με τους γνώριμους ρυθμούς της. Μα μέσα της κάτι θα έχει αλλάξει. Στο γραφείο, ανάμεσα σε φακέλους και τηλεφωνήματα, η Χριστίνα θα κουβαλά τη σιωπή του δάσους, σε δρόμους χρυσοκόκκινους θα περπατά η ψυχή της ανασαίνοντας φως.
Ένα βράδυ, κοιτάζοντας από το παράθυρο το ηλιοβασίλεμα στο βάθος του ορίζοντα, της φάνηκε πως το φθινόπωρο την ακολουθούσε παντού, όχι σαν εποχή, αλλά σαν στάση ζωής: ήρεμη, στοχαστική, γεμάτη αποδοχή. «Μερικές φορές», συλλογίστηκε, «το να περπατήσεις μέσα σ’ ένα δάσος είναι σαν να περπατάς μέσα στον ίδιο σου τον εαυτό ».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου