
Όπως για τους λαούς της Ανατολής σταθερή αξία είναι το ρύζι – η όρυζα –, έτσι και για τους μεσογειακούς λαούς η βάση της διατροφής ήταν πάντοτε ο άρτος: το ψωμί. «Το ψωμί ψωμάκι» έλεγαν τα παιδιά που πεινούσαν μετά τον πόλεμο του 1940 στη Βαλύρα Μεσσηνίας, κι αυτή η φράση δεν ήταν υπερβολή· ήταν καθημερινή πραγματικότητα.
Μέχρι και τη δεκαετία του ’70, η παραγωγή του ψωμιού στηριζόταν στην εργατικότητα των νοικοκυράδων. Κάθε Σάββατο, με ιεροτελεστική προσήλωση, ζύμωναν και έψηναν στον ξυλόφουρνο το ψωμί όλης της εβδομάδας για την οικογένεια—και δεν ξεχνούσαν ούτε τους φτωχούς ούτε την εκκλησία. Άρτους για εκείνους που δεν είχαν, και πρόσφορα για τους αγίους.
Σήμερα, τη σκυτάλη αυτής της παράδοσης κρατούν δύο αξιόλογοι φούρνοι στη Βαλύρα: του ζεύγους Μπουρολιά και της οικογένειας Καρτερολιώτη.
Αχνιστό ψωμί πάνω σε τρυφερά παιδικά χέρια:
ζεσταίνει την άδεια κοιλιά, μα πάνω απ’ όλα γεμίζει την καρδιά. Ένα κομμάτι ψωμί μπορούσε να διώξει για λίγο τον φόβο και τη θλίψη της μεταπολεμικής εποχής· έδινε στα παιδιά την πεποίθηση πως, όσο υπάρχει ψωμί, δεν θα χαθεί η ελπίδα.Με ένα ψίχουλο στο δισάκι κι ένα όνειρο στην καρδιά, πολλοί νέοι της Βαλύρας πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς — Ευρώπη, Αμερική… Έφευγαν, μα δεν ξέχασαν. Το δέμα της μάνας, που έφτανε στην πόλη γεμάτο αγάπη και ψωμί, τους έδινε τη δύναμη να τελειώσουν το πανεπιστήμιο ή να ξεκινήσουν τη νέα τους ζωή. Ένα καρβέλι ψωμί κράτησε ζωντανά τα νιάτα και τις ελπίδες τους.
Μια μπουκιά από το ευλογημένο πρόσφορο στην εκκλησία ήταν (και είναι) ευλογία Θεού: για υγεία, ευημερία, φωτεινό νου και πνευματική πρόοδο. Η προσευχή στο παλιό σπίτι γινόταν πιο αληθινή όταν συνοδευόταν από την ευωδιά του άρτου.
Πριν καθίσει η οικογένεια στο τραπέζι, όλοι περίμεναν τον πατέρα. Εκείνος έκανε τον σταυρό του, σταύρωνε το καρβέλι και το μοίραζε δίκαια, μα και με μέτρο — γιατί κάθε ψίχα είχε μεγάλη αξία. Ακόμα και στις παιδικές συγκεντρώσεις, στα σπίτια της γειτονιάς, όταν δεν υπήρχε τίποτα άλλο να φάνε τα παιδιά, το ψωμί δεν έλειπε ποτέ. Ήταν η πιο σπουδαία παρουσία της εγχώριας διατροφής.
Μια μέρα, στη δεκαετία του ’60, ένα δεκάχρονο αγόρι στο κατηχητικό ρώτησε τον παππούλη στον Άγιο Αθανάσιο:
—Παππούλη, με τι τρεφόταν ο Άγιος Αθανάσιος;
—Με βραστά χόρτα και ψωμί, παιδί μου.
—Και δεν πείναγε;
—Όχι. Τον έτρεφε ο Θεός.
Το παιδί σώπασε και σκέφτηκε. Έτσι ακριβώς ζούσαν και στο σπίτι του: χόρτα από τον κάμπο ή το βουνό της Ιθώμης και ψωμί από το χωράφι. Και τότε, με μια ελπίδα που έλαμψε στα μάτια του, απάντησε:
—Άρα κι εμείς… δε θα πεινάσουμε.
Ένα κομμάτι ψωμί, καλοδιπλωμένο από τη γιαγιά και φυλαγμένο στη σχολική σάκα, ήταν αληθινή γιορτή στα διαλείμματα. Όμως και τα δέντρα του σπιτιού δεν έμεναν παραπονεμένα: ένα σταυροκούλουρο, δεμένο με σχοινάκι, στόλιζε τα κλαδιά τους. Κι αν το κουλούρι την επόμενη μέρα έλειπε, καμία γιαγιά δεν έλεγε ότι το έφαγε η γάτα ή το σκυλάκι.
«Το κουλούρι άρεσε στην πορτοκαλιά ή στη λεμονιά… Θα μας δώσει πολλούς καρπούς φέτος. Θα της φτιάξουμε κι άλλο!» έλεγαν, και στα λόγια τους ζούσε μια παιδική μαγεία.
Οι παλιές γιαγιάδες και οι μανάδες έφυγαν πια, μα όχι η μνήμη τους. Υπάρχουν ακόμη άξιες κυρίες στη Βαλύρα που ζυμώνουν τακτικά ψωμί για την οικογένεια – καμιά φορά και για τη γειτονιά –, προσκομίζουν πρόσφορα και τιμούν τους αγίους με αρτοκλασία στην εκκλησία.
Σκέφτομαι καμιά φορά:
«Να μαζευτούμε ξανά… όπως τότε. Η Αγγελικούλα, η Γεωργία, η Κατερίνα, η Μαρία, η Βάσω, η Ντίνα… Ποιά ήταν η οικοδέσποινα;»
Κόβαμε το καρβέλι οριζόντια, φτιάχναμε δύο “τούρτες” με ζαχαρόνερο και κανέλα και παίζαμε τις κουμπάρες. Δίκαιες πάντα στη μοιρασιά—ως τη στιγμή που ορμούσαν τα πεινασμένα αγόρια που είχαν παίξει μπάλα στον κατήφορο και άδειαζαν τα λουλουδένια πιατελάκια και τον περίτεχνο δίσκο μεμιάς!
Και τώρα, καθώς νυχτώνει…
Λέω πως το πρωί, Θεού θέλοντος, μάλλον θα ζυμώσω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου