Τη δεκαετία του 1950, όταν ο έρωτας δεν είχε τηλέφωνα και βιασύνες, όποιος ήθελε να φανερώσει την καρδιά του έστυβε λεμόνι. Με μια πένα βουτηγμένη στο άοσμο υγρό έγραφε επάνω σε λευκό, ανθεκτικό χαρτί τα μυστικά του. Ύστερα το άφηνε να στεγνώσει στον ήλιο, σαν να το παρέδιδε πρώτα στον Θεό, και το δίπλωνε προσεκτικά μέσα σε φάκελο. Η φωτιά μόνο μπορούσε να αποκαλύψει την αλήθεια.
Ο αείμνηστος Ξενοφώντας δεν υπήρξε από μικρός άνθρωπος της πίστης. Η ψυχή του δεν μαγνητιζόταν από εικόνες και θυμιάματα, αλλά από τον ήχο του νομίσματος. Δεν φοβόταν τον κόπο· φοβόταν την αποτυχία. Ήθελε βεβαιότητα. Ήθελε εγγύηση ότι ο ιδρώτας του θα εξαργυρωνόταν.
Μέσα του φύλαγε ένα όνειρο σχεδόν παιδικό: να γίνει πλούσιος — βασιλιάς του χρήματος — και να ζητήσει το χέρι της πιο όμορφης κοπέλας του χωριού. Εκείνη ήταν ψηλή, λεπτή, με δέρμα λευκό και μαλλιά ξανθά που έπεφταν σαν κύμα στους ώμους της. Εκείνος, μεσομορφικός, με μια μικρή κοιλίτσα και δέρμα σκουρόχρωμο, κουβαλούσε μια αίσθηση μειονεξίας που την έκρυβε πίσω από μεγαλόπνοα σχέδια.
Προσπάθησε πολλές φορές, μέσω φίλων, να της ζητήσει να τα φτιάξουν. Εκείνη αρνήθηκε — όχι σκληρά, μα καθαρά. Κάθε «όχι» έπεφτε επάνω του σαν πέτρα που δεν έκανε θόρυβο αλλά άφηνε ράγισμα.
Έκλεισε τον φάκελο με επιμέλεια και τον έδωσε σε μια περιστέρα — φίλη της κοπέλας — να τον παραδώσει. Για πρώτη φορά, ο Ξενοφώντας δεν επένδυε σε χρήμα, αλλά σε ελπίδα.
Η απάντηση ήρθε λίγες μέρες μετά.
Άναψε κερί. Τα χέρια του έτρεμαν — όχι από φόβο, αλλά από προσμονή. Πλησίασε το χαρτί στη φλόγα. Τα γράμματα άρχισαν να εμφανίζονται, σαν να αναδύονταν από το κενό.
«Υπάρχει Θεός! Πάμε παρακάτω.»
Η φράση έπεσε επάνω του σαν κεραυνός. Ένιωσε ταπείνωση, οργή, πληγωμένο εγωισμό. Ήθελε να παλέψει με τον ίδιο τον Θεό, να Του ζητήσει λογαριασμό. Πώς μπορούσε να χάσει από Εκείνον;
Δεν άντεξε να μείνει στο χωριό. Έφυγε για την Αμερική με ένα πείσμα σχεδόν εκδικητικό. Θα γύριζε πλούσιος. Θα την έβλεπε γερασμένη, θα μετάνιωνε εκείνη. Αυτή η φαντασίωση έγινε το καύσιμο της φιλοδοξίας του.
Ο Ξενοφώντας γύρισε ύστερα από πενήντα χρόνια. Πλούσιος. Επιτυχημένος. Μοναχικός. Νοίκιασε ακριβό αυτοκίνητο, στάθηκε μπροστά στο ανακαινισμένο πατρικό του — πέτρα, σίδερο, ασφάλεια. Ένα φρούριο. Μα μέσα του δεν υπήρχε κατοίκηση.
Την είδε την Κυριακή, μετά το μνημόσυνο, πίσω από το τραπέζι με τα κόλλυβα. Εκείνος πήρε ένα σακουλάκι σπερνό για έναν συμμαθητή του κεκοιμημένο. Όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, πέρασε ανάμεσά τους μισός αιώνας μέσα σε μια στιγμή.
Κάθισε κοντά της.
— Πριν τέσσερα χρόνια κόντεψα να πεθάνω από καρδιά, της είπε. Κι όχι τίποτε άλλο… θα άφηνα τη νεαρή χήρα μου πάμπλουτη, χωρίς παιδιά, να χαίρεται μόνη της τους κόπους μου.
Χαμογέλασε πικρά.
— Στο νοσοκομείο, όταν συνήλθα, είδα στον ύπνο μου εκείνο το γράμμα. Άναψα, λέει, την Πασχαλινή μου λαμπάδα και διάβασα: «Υπάρχει Θεός! Πάμε παρακάτω». Μόνο που αυτή τη φορά η φωτιά δεν έσβησε τα λόγια. Έμειναν φωτεινά. Σαν να ήταν αιώνια.
Η πρεσβυτέρα δάκρυσε σιωπηλά. Όχι από ενοχή. Από κατανόηση.
Εκείνος την κοίταξε κατάματα — χωρίς πια θυμό, χωρίς διεκδίκηση.
— Σε ευχαριστώ που με λυπήθηκες, της είπε.
Και επανέλαβε, αυτή τη φορά χωρίς πείσμα αλλά με ειρήνη:
«Υπάρχει Θεός! Πάμε παρακάτω.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου