Στα παλιά χρόνια, όταν τα παιδικά παπούτσια δεν είχαν τίποτα από τα εύκολα αυτοκόλλητα ή τα ελαστικά που απλώς τα φοράς και φεύγεις, υπήρχε μια μικρή καθημερινή δοκιμασία που έμοιαζε με τελετουργία. Τα κορδόνια. Δύο χοντρές κλωστές που έπρεπε να δεθούν σωστά, αλλιώς το παιδί κινδύνευε να σκοντάψει, να γεμίσει λάσπες ή να γυρίσει σπίτι με το βλέμμα της αποτυχίας και τα γόνατα γρατζουνισμένα.
Στην ύπαιθρο εκείνων των χρόνων, όπου το νηπιαγωγείο ήταν πολυτέλεια ή απλώς δεν υπήρχε, τα παιδιά πήγαιναν κατευθείαν στο Δημοτικό. Κι έτσι οι γονείς είχαν μια πρόσθετη αποστολή: να μάθουν στα παιδιά τους να δένουν τα κορδόνια πριν ακόμα μάθουν καλά-καλά να γράφουν το όνομά τους.
«Πώς θα τον πάρουμε γαμπρό αυτόν, που δεν μπορεί να δέσει τα κορδόνια του;» έλεγαν οι γιαγιάδες με εκείνο το μισό σοβαρό, μισό αστείο ύφος, που έκρυβε πάντα μια δόση αλήθειας. Γιατί, τότε, το δέσιμο των κορδονιών δεν ήταν απλώς πρακτική δεξιότητα. Ήταν ένδειξη αυτονομίας. Ένα μικρό πέρασμα στην “μεγάλη ζωή”.
Ο Πάνος και η Λίζα ήταν δίδυμα αδέλφια. Ίδιο ύψος, ίδιος ρυθμός στο περπάτημα, αλλά τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες. Ο Πάνος βιαστικός, ανυπόμονος, πάντα έτοιμος να τρέξει πριν καν δει πού πατάει. Η Λίζα προσεκτική, παρατηρητική, με μια υπομονή που έμοιαζε να μεγαλώνει μαζί της.
Το πρωί πριν το σχολείο ήταν για αυτούς μια μικρή μάχη. Όχι για το αν θα φάνε ή αν θα φορέσουν το σακάκι τους, αλλά για εκείνα τα πεισματάρικα κορδόνια που δεν ήθελαν ποτέ να υπακούσουν.
Η μητέρα τους καθόταν συνήθως στην ξύλινη καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και τους έδειχνε ξανά και ξανά.
«Κουνελάκι γύρω από το δέντρο… πέρασε από τη σπηλιά… και τράβα!»
Ο Πάνος γελούσε κάθε φορά.
«Δεν είναι κουνέλι αυτό, μαμά. Είναι κορδόνι.»
«Είναι ό,τι θέλεις να είναι, αρκεί να δεθεί σωστά», απαντούσε εκείνη.
Η Λίζα προσπαθούσε με σοβαρότητα. Έκανε τις κινήσεις αργά, σαν να φοβόταν ότι αν βιαστεί, το κορδόνι θα την εκδικηθεί. Ο Πάνος, αντίθετα, το τραβούσε απότομα, έκανε έναν κόμπο που έμοιαζε περισσότερο με ατύχημα, και μετά έτρεχε προς την πόρτα.
Μέχρι που μια μέρα, τον Χειμώνα, όλα άλλαξαν.
Είχε βρέξει όλη τη νύχτα και το χώμα έξω από το σπίτι είχε γίνει μια βαριά, κολλώδης λάσπη. Το μονοπάτι προς το σχολείο έμοιαζε με ποτάμι που είχε ξεχάσει να στεγνώσει. Τα παιδιά έπρεπε να περπατούν προσεκτικά, αλλιώς τα παπούτσια βούλιαζαν και τα βήματα γίνονταν βαριά και ασταθή.
Ο Πάνος, όπως πάντα, έτρεξε πρώτος.
«Πάνο, τα κορδόνια!» φώναξε η μητέρα του.
«Δεν πειράζει!» απάντησε εκείνος ήδη στην αυλή.
Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά όταν ακούστηκε το πρώτο “παφ”. Το κορδόνι του είχε λυθεί. Μετά το δεύτερο “παφ”, πάτησε πάνω του. Και στο τρίτο, βρέθηκε μισοξαπλωμένος στη λάσπη, γελώντας και εκνευρισμένος ταυτόχρονα.
Η Λίζα πλησίασε αργά. Τα δικά της κορδόνια ήταν δεμένα σφιχτά, σαν μικρά έργα τέχνης.
«Σου το είπα», είπε ήρεμα.
«Δεν το είπες», μουρμούρισε εκείνος.
«Το σκέφτηκα αρκετά δυνατά.»
Από εκείνη τη μέρα, ξεκίνησε ένας άτυπος αγώνας. Όχι ανταγωνισμός με κακία, αλλά κάτι πιο παιδικό και πιο ουσιαστικό. Ο Πάνος ήθελε να μάθει να δένει τα κορδόνια του όπως η Λίζα. Η Λίζα, από την άλλη, προσπαθούσε να του δείξει χωρίς να τον κάνει να νιώθει μικρότερος.
Τα απογεύματα κάθονταν μαζί στην αυλή. Ένα παλιό ξύλινο σκαμνί γινόταν “σχολείο κορδονιών”. Η Λίζα εξηγούσε με υπομονή:
«Πρώτα ο σταυρός… μετά το αυτί… όχι τόσο δυνατά… θα πνίξεις το κορδόνι.»
Ο Πάνος γκρίνιαζε.
«Δεν πνίγεται το κορδόνι!»
«Πνίγεται στην ασχήμια», του απαντούσε εκείνη.
Και γελούσαν.
Σιγά σιγά, ο Πάνος άρχισε να τα καταφέρνει. Όχι τέλεια. Όχι πάντα. Αλλά υπήρχαν μέρες που τα κορδόνια του κρατούσαν μέχρι το σχόλασμα. Άλλες φορές λύνονταν στη μέση της αυλής του σχολείου και εκείνος έσκυβε, προσπαθώντας να τα ξαναδέσει πιο γρήγορα από την ντροπή που ένιωθε.
Η Λίζα δεν τον κορόιδευε ποτέ. Μόνο καθόταν δίπλα του όταν δυσκολευόταν.
«Δεν είναι αγώνας ταχύτητας», του έλεγε.
«Για εμένα είναι», απαντούσε εκείνος.
Χρόνια αργότερα, όταν τα κορδόνια είχαν πια γίνει απλώς μια λεπτομέρεια της καθημερινότητας, τα δύο αδέλφια θυμούνταν εκείνες τις μικρές μάχες σαν κάτι σχεδόν ιερό. Όχι επειδή ήταν σημαντικές από μόνες τους, αλλά επειδή μέσα από αυτές είχαν μάθει κάτι μεγαλύτερο: την υπομονή, την επιμονή, και τη χαρά του να μαθαίνεις μαζί με κάποιον άλλον.
Η ζωή βέβαια προχώρησε. Τα παπούτσια άλλαξαν. Τα κορδόνια έγιναν σπάνια, σχεδόν διακοσμητικά. Τα περισσότερα παιδιά δεν τα αντιμετωπίζουν πλέον ως πρόβλημα.
Κι όμως, η ευκολία αυτή δεν εγγυάται πάντα την κατάκτηση της δεξιότητας. Ούτε, ίσως, την ίδια αίσθηση ανεξαρτησίας προσφέρει, που ένιωθαν τα παιδιά όταν κατάφερναν για πρώτη φορά να κάνουν έναν σωστό κόμπο.
Ο Πάνος, ενήλικας πια, έσκυβε μια μέρα να δέσει τα κορδόνια του πριν βγει από το σπίτι. Χαμογέλασε μόνος του. Θυμήθηκε τη λάσπη, τη Λίζα, τη μητέρα τους στο παράθυρο, και εκείνη τη φράση: «Κουνελάκι γύρω από το δέντρο».
Και τότε κατάλαβε πως δεν είχε να κάνει ποτέ με τα κορδόνια.
Είχε να κάνει με το πώς μαθαίνεις να στέκεσαι στα πόδια σου και να κράτας στα χέρια τη ζωή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου