Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Ο μπάρμπα Γιώργης και η οχιά

           


                                                                     Φωτό: Βικιπαίδεια

 

Στο χωριό Άγιος Θεόδωρος, λίγο πιο πάνω από τα ξερά βουνά και λίγο πιο κάτω από τα έλατα που μυρίζουν λιβάνι όταν πέφτει η βροχή, ζούσε ο μπάρμπα Γιώργης. Άνθρωπος λιγομίλητος, με μουστάκι σαν ξεχασμένη βούρτσα τζακιού και με χέρια τόσο σκληρά, που μπορούσαν να σπάσουν καρύδι χωρίς τη βοήθεια πέτρας. Ήταν κτηνοτρόφος από τα δεκατέσσερά του και απόφοιτος σχολαρχείου, πράγμα που στο χωριό λογιζόταν περίπου σαν να είχε τελειώσει πανεπιστήμιο στην Αθήνα.

Τα πρωινά ξυπνούσε πριν λαλήσει ο πρώτος πετεινός. Ο δεύτερος, ο «Μαθουσάλας», είχε πάθει κατάθλιψη από τα χρόνια και λαλούσε μόνο κάθε Τρίτη και Σάββατο. Ο μπάρμπα Γιώργης έβγαινε στην αυλή, σταυροκοπιόταν κοιτάζοντας την ανατολή και έλεγε:

«Δόξα σοι ο Θεός, άλλη μια μέρα χωρίς την εφορία στην πόρτα μου».

Ύστερα τάιζε τα πρόβατα, τις κατσίκες και έναν γάιδαρο που τον έλεγε υπουργό, γιατί είχε την ίδια έκφραση με όσους έβλεπε στην τηλεόραση: φαινόταν κουρασμένος προτού δουλέψει.

 Στο χωριό είχε εμφανιστεί πριν λίγα χρόνια η κα Όλγα. Κυρία καλοντυμένη, με γάντια ακόμα και τον Αύγουστο, καπέλο με κορδέλα και περπάτημα που θύμιζε βασίλισσα, η οποία έχασε το παλάτι της αλλά κράτησε την αξιοπρέπειά της. Η καταγωγή της ήταν από χώρα της βόρειας Ευρώπης. Άλλοι έλεγαν Γερμανία, άλλοι Ολλανδία, άλλοι Νορβηγία. Ο κυρ Μήτσος ο καφετζής επέμενε πως ήταν από την Τσεχοσλοβακία, παρόλο που η Τσεχοσλοβακία είχε πάψει να υπάρχει χρόνια πριν.

«Δεν βαριέσαι», έλεγε. «Κι εμένα μου έκοψαν το επίδομα αλλά υπάρχω ακόμη.»

Η κα Όλγα είχε έρθει στο χωριό επειδή αγαπούσε τη φύση. Έλεγε πως τα βουνά της Ελλάδας ηρεμούσαν την ψυχή της. Κι η αλήθεια ήταν πως η ψυχή της είχε ταλαιπωρηθεί πολύ. Είχε περάσει καρκίνο στο παχύ έντερο, είχε χειρουργηθεί, είχε σωθεί, αλλά από τότε ζούσε με μέτρο και φόβο. Μετρούσε το ψωμί, μετρούσε το αλάτι, μετρούσε ακόμα και τα φασόλια.

Μια φορά ο μπάρμπα Γιώργης τη ρώτησε:

«Γιατί βάζεις μόνο δεκατρία φασόλια στη σούπα σου;»

«Γιατί δεκατέσσερα με πειράζουν.»

«Και πού το ξέρεις;»

«Το δοκίμασα.»

Ο μπάρμπα Γιώργης τη θαύμασε εκείνη τη στιγμή.

«Μεγάλη επιστήμων», είπε.

Η κα Όλγα είχε βαπτιστεί Ορθόδοξη μικρή. Όμως αργότερα είχε γνωρίσει τους Μάρτυρες του Ιεχωβά και είχε εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που μελετούσαν τη Γραφή. Της άρεσε η τάξη τους, η επιμονή τους, οι συζητήσεις τους. Ο μπάρμπα Γιώργης το γνώριζε αλλά δεν μιλούσε. Δεν ήθελε να πληγώσει έναν άνθρωπο που ήδη κουβαλούσε πόνο.

«Άμα πειράξεις το δεκανίκι του άλλου», έλεγε μέσα του, «μπορεί να πέσει και να σε πλακώσει ».

Η Όλγα πήγαινε συχνά στον Οίκο Βασιλείας της κοντινής πόλης. Γύριζε πάντα χαμογελαστή και κουβαλούσε περιοδικά με τόσες εικόνες, που ο μπάρμπα Γιώργης νόμιζε πως ήταν κατάλογοι επίπλων.

Μια Κυριακή του Σεπτέμβρη πήγε να τον βρει στο κτήμα. Ο ήλιος έκαιγε ακόμα σαν θυμωμένος φούρναρης και οι κατσίκες είχαν ξαπλώσει κάτω από τις συκιές. Ο μπάρμπα Γιώργης καθόταν πάνω σε μια πέτρα και κρατούσε στο χέρι του ένα μικρό  ξύλινο σταυρουδάκι, ενθύμιο της αείμνηστης μητέρας του.

Το φιλούσε με συγκίνηση .

Η Όλγα τον κοίταξε σαν να είδε άνθρωπο να βουτάει ψωμί στον καφέ.

«Τι φιλάς, Γιώργη;» είπε με συγκρατημένη οργή.

«Το σταυρουδάκι μου.»

«Αυτόν τον τρισκατάρατο σταυρό; Πρέπει να τον πατήσεις κάτω και να τον σπάσεις. Ο Χριστός σταυρώθηκε πάνω σε παλούκι.»

Ο μπάρμπα Γιώργης σήκωσε το κεφάλι αργά.

«Κακομοίρα μου», είπε ήρεμα. «Ο Χριστός ήταν οχιά ή Θεάνθρωπος; Ακούς τι λες;»

Η Όλγα άνοιξε αμέσως την τσάντα της.

Ο μπάρμπα Γιώργης τρόμαξε.

«Μη βγάλεις κανένα λογαριασμό  της ΔΕΗ και μας χαλάσει η μέρα ».

Αλλά εκείνη έβγαλε μια μικρή Αγία Γραφή γεμάτη σημειώσεις.

«Να σου δείξω τα εδάφια που λένε ότι σταυρώθηκε πάνω σε ξύλο».

Ο μπάρμπα Γιώργης γέλασε.

«Ο σταυρός ξύλινος δεν είναι; Από πλαστικό τον περίμενες;»

Η Όλγα συνοφρυώθηκε.

«Δεν διευκρινίζεται».

«Και πώς ο Θωμάς ήθελε να δει τους τύπους των ήλων στα χέρια του Χριστού;»

Η Όλγα πήρε ύφος καθηγήτριας φυσικής.

«Του τα έδεσαν πάνω από το κεφάλι και πέρασαν ένα μεγάλο καρφί.»

Ο μπάρμπα Γιώργης σηκώθηκε όρθιος.

«Βρε οχιά  διμούτσουνη», φώναξε. «Αν το έκαναν έτσι, θα πέθαινε σε τρία λεπτά ο Χριστός από ασφυξία! Πώς άντεξε έξι ώρες και μιλούσε επάνω στον Σταυρό;»

Η κα Όλγα σώπασε λίγο.

Μια κατσίκα πλησίασε εκείνη τη στιγμή και άρχισε να μασουλάει το φουλάρι της.

«Άσε το μετάξι, Αθηνά!» φώναξε ο μπάρμπα Γιώργης.

«Λες  Αθηνά την κατσίκα;» ρώτησε η Όλγα.

«Ναι. Είναι σοφή αλλά κάνει ζημιές ».

Η Όλγα άλλαξε θέμα.

«Εγώ πάντως θέλω να με κάψουν όταν πεθάνω».

«Ό,τι πεις», απάντησε εκείνος. «Εγώ πάντως θα σου ετοιμάσω  ένα καλό παλούκι να το βάλουν εκεί που θα σκορπίσουν τη στάχτη σου για να σε μνημονεύουν».

Η Όλγα νόμισε πως αστειευόταν.

Ο μπάρμπα Γιώργης όμως είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται ποιο ξύλο ήταν κατάλληλο.

 Την επόμενη Παρακευή το χωριό ξύπνησε  με μεγάλη αναστάτωση. Η χήνα του κυρ Σπύρου είχε εξαφανιστεί. Δεν ήταν μια απλή χήνα. Ήταν η πιο διάσημη χήνα της περιοχής, γιατί κυνηγούσε μοτοσικλέτες και δάγκωνε παντελόνια.

Ο κυρ Σπύρος ούρλιαζε στην πλατεία:

«Μου έκλεψαν τη Φιλιώ!»

Ο καφετζής τον ρώτησε:

«Ποιος να κλέψει τη χήνα σου, βρε Σπύρο;»

«Ξέρω κι εγώ; Κανένας που τη χρειάζεται!»

Τότε εμφανίστηκε ο μπάρμπα Γιώργης.

«Τη βρήκα εγώ.»

Όλοι γύρισαν προς το μέρος του.

«Πού ήταν;»

«Κυνηγούσε τον παπά  μέχρι το νεκροταφείο».

Ο κυρ Σπύρος δάκρυσε από συγκίνηση.

«Καλή μου Φιλιώ…»

«Μη συγκινείσαι πολύ», είπε ο μπάρμπα Γιώργης. «Έφαγε και το στεφάνι της κυρα-Λένης στο μνήμα ».

Έμαθε η κα Όλγα για την καλή πράξη του μπάρμπα Γιώργη, χάρηκε, και του έφτιαξε ως βραβείο μία σούπα. Την ίδια μέρα το απόγευμα πέρασε από το κτήμα του . Κρατούσε ένα τάπερ.

«Σου έφτιαξα σούπα λαχανικών».

Ο μπάρμπα Γιώργης την κοίταξε καχύποπτα.

«Μέσα έχει και τίποτα από εκείνα τα σπόρια που τρώνε οι παπαγάλοι;»

«Κινόα».

«Αυτό είπα».

Παρόλα αυτά δοκίμασε.

Έμεινε σιωπηλός για λίγο.

«Δεν είναι άσχημη», παραδέχτηκε.

Η κα Όλγα χαμογέλασε.

«Βλέπεις;»

«Ναι. Άμα δεν έχεις δόντια, τρώγεται εύκολα ».

Εκείνη γέλασε τόσο πολύ που έβγαλε δάκρυα.

Ο μπάρμπα Γιώργης την κοιτούσε με παράξενο βλέμμα που έχουν οι άνθρωποι, όταν βλέπουν κάποιον να παλεύει με τη ζωή και να μη χάνει το χιούμορ του. Η Όλγα το διασθάνθηκε.

«Ξέρεις τι φοβάμαι περισσότερο;» είπε ξαφνικά.

«Τι;»

«Μην ξαναρρωστήσω.»

Ο μπάρμπα Γιώργης έμεινε για λίγο σιωπηλός.

«Άκου να δεις», είπε τελικά. «Ο άνθρωπος είναι σαν το πήλινο σταμνί. Μπορεί να ραγίσει, αλλά όσο κρατάει νερό συνεχίζει τη δουλειά του.»

Η Όλγα χαμογέλασε αχνά.

«Αυτά τα έμαθες στο σχολαρχείο;»

«Όχι. Από τη γιαγιά μου. Το σχολαρχείο μού έμαθε μόνο να βάζω κόμματα και να προσέχω  τη γραμματική».

Λάβε και το αντίδωρο, πρόσθεσε χαμογελαστά ο μπάρμπα Γιώργης, και της έδωσε ένα σκαλιστό εντός μέτρου χοντρό παλούκι.

Καλό είναι, απάντησε εκείνη να στηρίζομαι στο δρόμο...

Καθώς έφευγε από το κτήμα κρατώντας το  δώρο της , πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά της μια μεγάλη οχιά από τον φράχτη.

Η Όλγα , χωρίς να το σκεφτεί,  κατέβασε με δύναμη το παλούκι και την πέτυχε επάνω στο κεφάλι της.Ύστερα μανιακά από τον πολύ της φόβο την κτυπούσαε όπου έβρισκε.

 Ο μπάρμπα Γιώργης έτρεξε κοντά της και αναφώνησε: στάματα! τη σακάτεψες.

Η Όλγα σήκωσε το παλούκι ψηλά σαν θρησκευτικό λάβαρο.

«Με έσωσε η αλήθεια μου !» φώναξε.

Ο μπάρμπα Γιώργης την κοίταξε και σταυροκοπήθηκε.

«Αχ, κακομοίρα μου», είπε. «Έτσι πίστευε και η αράχνη κι ο Θεός της χάρισε το υποδεκάμετρο για να φτιάχνει ιστούς στον αέρα».

Η Όλγα τον κοίταξε απορημένη.

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Ότι το παλούκι είναι της οχιάς. Κι όσο το πιστεύεις, τόσο εκείνη θα βγαίνει στον δρόμο σου ».

Η Όλγα χαμήλωσε αργά το ξύλο.

Για πρώτη φορά μετά από καιρό δεν είχε απάντηση.

Μονάχα κοίταξε το νεκρό φίδι και ανατρίχιασε.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου