
Η Θεολογία του Χρόνου, του Φωτός και της Κτίσεως
ΜΕΡΟΣ Α΄
Εισαγωγή – Ο Χρόνος ως Δημιούργημα του Θεού και η Θεολογία της Κτίσεως
«Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα» (Ψαλμ. 18[19]:2).
Εισαγωγή
Από την αυγή της ανθρώπινης ιστορίας ο άνθρωπος ύψωσε το βλέμμα προς τον ουρανό αναζητώντας το νόημα της υπάρξεώς του. Η εναλλαγή ημέρας και νύκτας, οι εποχές του έτους, οι ισημερίες, τα ηλιοστάσια και οι φάσεις της σελήνης υπήρξαν τα πρώτα «βιβλία» που διάβασε ο άνθρωπος, πριν ακόμη αναπτύξει τη γραφή και τη φιλοσοφία. Οι φυσικοί αυτοί ρυθμοί δεν υπήρξαν απλώς αστρονομικά γεγονότα· αποτέλεσαν τη βάση της γεωργικής ζωής, της κοινωνικής οργάνωσης και της θρησκευτικής εμπειρίας σχεδόν όλων των αρχαίων πολιτισμών (Eliade, 1959).
Η Αγία Γραφή δεν αγνοεί αυτή την πραγματικότητα. Αντιθέτως, από τις πρώτες κιόλας σελίδες της Γενέσεως παρουσιάζει τον Θεό ως Δημιουργό όχι μόνο του χώρου αλλά και του χρόνου. Ο χρόνος δεν είναι μία ανεξάρτητη δύναμη ούτε ένας αέναος κύκλος χωρίς σκοπό. Είναι δημιούργημα του Θεού και υπηρετεί το σχέδιο της θείας οικονομίας (Βασίλειος ο Μέγας, περ. 370/1970).
Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να διερευνήσει ακριβώς αυτή τη λεπτή αλλά ουσιώδη διάκριση. Πώς η Εκκλησία προσέλαβε τους φυσικούς κύκλους του χρόνου; Πώς μεταμόρφωσε τα ηλιοστάσια, τις ισημερίες και την πανσέληνο σε στοιχεία της λειτουργικής ζωής, χωρίς να διολισθήσει σε φυσιολατρικές ή αστρολογικές αντιλήψεις; Και πώς η πατερική θεολογία ερμήνευσε τη σχέση ανάμεσα στον κοσμικό χρόνο και τον χρόνο της σωτηρίας;