Ζ΄ Κεφάλαιο
Το άκτιστο φως και οι άγιοι ως «αστέρες» της Εκκλησίας: η θεολογία της θεώσεως
Εάν το «στερέωμα της πίστεως» αποτελεί το θεμέλιο της Εκκλησιαστικής ζωής, τότε το φως των Αγίων αποτελεί τη λαμπρότερη φανέρωσή του. Η Πατερική παράδοση δεν περιορίζεται να χαρακτηρίσει τους αγίους «αστέρες» ως ένα ποιητικό εγκώμιο· αποδίδει στην εικόνα αυτή βαθύ δογματικό περιεχόμενο. Οι άγιοι λάμπουν επειδή μετέχουν στο άκτιστο φως του Θεού, χωρίς ποτέ να ταυτίζονται με την ουσία Του.
Η διάκριση αυτή αποτελεί θεμέλιο της Ορθόδοξης θεολογίας. Ο Θεός είναι κατ’ ουσίαν απρόσιτος και ακατάληπτος, αλλά γνωρίζεται και κοινωνείται διά των ακτίστων ενεργειών Του. Έτσι, ο άνθρωπος δεν γίνεται κατά φύσιν θεός· γίνεται «κατὰ χάριν θεός», μετέχοντας αληθινά στη ζωή του Θεού. Η θέωση δεν είναι συμβολική κατάσταση ούτε ηθική τελειότητα· είναι πραγματική κοινωνία με τον ζώντα Θεό.
Η βιβλική βάση αυτής της διδασκαλίας βρίσκεται ήδη στη Μεταμόρφωση του Κυρίου. Στο όρος Θαβώρ οι μαθητές δεν είδαν ένα κτιστό ή αισθητό φως, αλλά τη δόξα του ενανθρωπήσαντος Λόγου, κατά το μέτρο που μπορούσαν να τη δεχθούν. Το γεγονός αυτό υπήρξε για τους Πατέρες η κατεξοχήν αποκάλυψη του προορισμού του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να γίνει κοινωνός της Θείας Δόξης.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αναφερόμενος στη Μεταμόρφωση, τονίζει ότι οι μαθητές αξιώθηκαν να αντικρίσουν τη λαμπρότητα της θεότητος του Χριστού, όχι επειδή μεταβλήθηκε ο Χριστός, αλλά επειδή οι ίδιοι φωτίσθηκαν κατά το μέτρο της δεκτικότητάς τους (PG 96, 545–576). Η παρατήρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι δείχνει ότι η θέωση δεν μεταβάλλει τον Θεό αλλά τον άνθρωπο.
Τη θεολογία αυτή ανέπτυξε με απαράμιλλη σαφήνεια ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς κατά τον 14ο αιώνα. Υπερασπιζόμενος την εμπειρία των ησυχαστών μοναχών, εξήγησε ότι το φως της Μεταμορφώσεως είναι άκτιστο, αιώνιο και πραγματική ενέργεια του Θεού. Η θέα αυτού του φωτός δεν αποτελεί προϊόν ψυχολογικής καταστάσεως ούτε καρπό φαντασίας, αλλά δωρεά του Αγίου Πνεύματος προς τους καθαρμένους.
Η διδασκαλία αυτή δεν εισάγει κάποια νέα θεολογία· αποτελεί τη φυσική συνέχεια της Πατερικής παραδόσεως. Ήδη ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής είχε περιγράψει τη θέωση ως την πλήρη κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, διατηρώντας πάντοτε τη διάκριση μεταξύ του ακτίστου Δημιουργού και του κτιστού ανθρώπου (PG 91, 1084–1152). Η Θεία Χάρη δεν καταργεί τη φύση· τη θεραπεύει, τη φωτίζει και την τελειοποιεί.
Η ίδια προοπτική διακρίνεται ήδη στον Άγιο Αθανάσιος τον Μέγα, ο οποίος διατυπώνει τη γνωστή φράση: «Αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (Περὶ Ἐνανθρωπήσεως, PG 25, 192B). Η «θεοποίηση» δεν σημαίνει απορρόφηση του ανθρώπου από τη θεότητα, αλλά την αποκατάσταση και την τελείωση της ανθρωπίνης υπάρξεως μέσα στην κοινωνία με τον Χριστό.
Εδώ ακριβώς αποκτά το πλήρες νόημά της η εικόνα των αγίων ως αστέρων. Οι αστέρες δεν αποτελούν πηγή του φωτός. Η λαμπρότητά τους εξαρτάται από το φως που δέχονται. Κατά ανάλογο τρόπο, οι άγιοι δεν γίνονται αντικείμενα τιμής επειδή διαθέτουν κάποια αυτοτελή πνευματική δύναμη. Η Εκκλησία τους τιμά επειδή έγιναν διαφανείς φορείς της Θείας Χάριτος.
Η διάσταση αυτή αποκλείει κάθε παρεξήγηση περί λατρείας των αγίων. Η λατρεία (λατρεία) ανήκει αποκλειστικά στον Τριαδικό Θεό, ενώ η τιμή προς τους αγίους είναι σχετική και αναφέρεται τελικώς στον ίδιο τον Θεό που τους αγίασε. Όπως επισημαίνει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στις πραγματείες του Περὶ τῶν ἁγίων εἰκόνων, «ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει» (PG 94, 1245C). Η αρχή αυτή ισχύει και για την τιμή προς τους αγίους: η δόξα τους επιστρέφει πάντοτε στον Θεό.
Το φως των αγίων έχει επίσης έντονη ποιμαντική διάσταση. Οι άγιοι δεν φωτίζουν μόνο με τα θαύματά τους ή με τη διδασκαλία τους, αλλά πρωτίστως με την ύπαρξή τους. Η ζωή τους γίνεται ερμηνεία του Ευαγγελίου. Γι' αυτό και η Εκκλησία δεν διατηρεί απλώς τη μνήμη τους· τους προβάλλει ως ζωντανά πρότυπα μιμήσεως. Ο πιστός δεν καλείται να θαυμάζει εξ αποστάσεως τους αγίους, αλλά να βαδίσει στα ίχνη τους, «καθὼς καὶ αὐτοὶ Χριστοῦ» (πρβλ. Α΄ Κορ. 11:1).
Η προοπτική αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη σύγχρονη εποχή. Μέσα σε έναν κόσμο που συχνά ταυτίζει την επιτυχία με τη δύναμη, την προβολή ή την τεχνολογική πρόοδο, η Εκκλησία συνεχίζει να προβάλλει ως αληθινούς «αστέρες» εκείνους που έλαμψαν με την ταπείνωση, την αγάπη, την υπομονή, την καθαρότητα της καρδιάς και την ανιδιοτελή διακονία. Η λάμψη τους δεν προέρχεται από την ιστορική αναγνώριση, αλλά από την κοινωνία τους με τον Εσταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό.
Έτσι, η θεολογία του Ακτίστου Φωτός ολοκληρώνει την εικόνα που εξετάσαμε από την αρχή της μελέτης. Το στερέωμα της πίστεως είναι η Εκκλησία· ο Ήλιος είναι ο Χριστός· το άκτιστο φως είναι η Θεία Χάρη· οι άγιοι είναι οι φωστήρες που αντανακλούν αυτό το φως· και κάθε πιστός καλείται να πορευθεί προς τη θέωση, ώστε να επαληθευθεί και στη δική του ζωή ο λόγος του Κυρίου: «Οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5:16).
Η΄ Κεφάλαιο
Η διαχρονική επικαιρότητα του «στερεώματος τῆς πίστεως»: ποιμαντικές και πνευματικές προεκτάσεις
Η θεολογία των Πατέρων δεν αποτελεί μνημείο του παρελθόντος ούτε φιλολογικό αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Είναι η ζωντανή έκφραση της εμπειρίας της Εκκλησίας, η οποία εξακολουθεί να φωτίζει κάθε εποχή. Η εικόνα του «στερεώματος της πίστεως», την οποία αναπτύξαμε στα προηγούμενα κεφάλαια, δεν περιορίζεται στη βιβλική κοσμολογία ούτε στην ασκητική γραμματεία του 7ου αιώνα· παραμένει διαρκώς επίκαιρη, διότι αναφέρεται στον ίδιο τον τρόπο υπάρξεως της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία.
Η σύγχρονη κοινωνία χαρακτηρίζεται από ταχύτητα μεταβολών, αβεβαιότητα και έντονο πλουραλισμό αντιλήψεων. Η τεχνολογική πρόοδος, η παγκοσμιοποίηση και η αδιάκοπη ροή πληροφοριών έχουν διευρύνει τις δυνατότητες του ανθρώπου, χωρίς όμως να εξαλείψουν την υπαρξιακή του αγωνία. Αντιθέτως, πολλές φορές η πληθώρα των επιλογών οδηγεί σε σύγχυση, ενώ η απουσία σταθερών σημείων αναφοράς γεννά αίσθημα εσωτερικής απορρυθμίσεως.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πατερική εικόνα του στερεώματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το στερέωμα είναι εκείνο που παραμένει σταθερό ενώ γύρω του κινούνται οι ουράνιοι φωστήρες. Κατά ανάλογο τρόπο, η πίστη της Εκκλησίας δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τις πολιτισμικές ή κοινωνικές συνθήκες. Η ιστορία γνωρίζει αλλεπάλληλες αλλαγές· η Αποστολική πίστη όμως παραμένει η ίδια, διότι θεμελιώνεται στον Χριστό, «τὸν αὐτὸν χθὲς καὶ σήμερον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Εβρ. 13:8).
Η αλήθεια αυτή εκφράζεται ήδη από τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος, αγωνιζόμενος υπέρ της ορθής πίστεως κατά την αρειανική κρίση, υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία δεν θεμελιώνεται στις ανθρώπινες γνώμες αλλά στην αλήθεια του σαρκωθέντος Λόγου. Η σταθερότητα της πίστεως δεν είναι ακαμψία· είναι πιστότητα στην αποκεκαλυμμένη αλήθεια (PG 26, Orationes contra Arianos).
Παρόμοια, ο Μέγας Βασίλειος , αναφερόμενος στην παράδοση της Εκκλησίας, επισημαίνει ότι πολλά στοιχεία της εκκλησιαστικής ζωής παραδόθηκαν «ἐν μυστηρίῳ» και διαφυλάχθηκαν αδιάσπαστα μέσα στην κοινότητα των πιστών:
«Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένων δογμάτων καὶ κηρυγμάτων, τὰ μὲν ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομεν, τὰ δὲ ἐκ τῆς τῶν Ἀποστόλων παραδόσεως…» (PG 32, 188A, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 27).
Το χωρίο αυτό αναδεικνύει ότι το «στερέωμα της πίστεως» δεν είναι μόνο το κείμενο της Αγίας Γραφής, αλλά ολόκληρη η ζώσα Αποστολική Παράδοση, μέσα στην οποία η Γραφή ερμηνεύεται, βιώνεται και τελείται λειτουργικά.
Από την άλλη πλευρά, η Πατερική θεολογία απορρίπτει κάθε μορφή πνευματικής ακινησίας. Η σταθερότητα της πίστεως δεν σημαίνει στασιμότητα της πνευματικής ζωής. Αντιθέτως, όσο ο άνθρωπος εδραιώνεται στην πίστη, τόσο προχωρεί σε βαθύτερη γνώση του Θεού. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει χαρακτηριστικά την πνευματική πορεία ως αδιάκοπη πρόοδο (ἐπέκτασις), κατά την οποία ο άνθρωπος αυξάνει διαρκώς στη μετοχή της θείας ζωής, χωρίς ποτέ να εξαντλεί το άπειρο μυστήριο του Θεού (PG 44, Περὶ βίου Μωυσέως).
Η θεώρηση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ποιμαντικό ενδιαφέρον. Πολλές φορές οι πιστοί αντιλαμβάνονται την πίστη ως ένα σύνολο γνώσεων ή ηθικών υποχρεώσεων. Οι Πατέρες όμως τη βιώνουν ως προσωπική σχέση, ως συνεχή μεταμόρφωση του ανθρώπου διά της Θείας Χάριτος. Η πίστη είναι ζωντανή επειδή οδηγεί στην αγάπη, στην προσευχή, στη μετάνοια και τελικά στη θέωση.
Η ίδια δυναμική εκφράζεται και στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Κάθε Θεία Λειτουργία αποτελεί μία νέα είσοδο στο μυστήριο της Βασιλείας του Θεού. Κάθε εορτή των αγίων υπενθυμίζει ότι το Ευαγγέλιο δεν ανήκει στο παρελθόν αλλά γίνεται διαρκώς παρόν. Οι άγιοι δεν είναι ιστορικά πρόσωπα που απλώς τιμώνται· είναι ζωντανά μέλη του Σώματος του Χριστού, τα οποία συνεχίζουν να πρεσβεύουν, να εμπνέουν και να καθοδηγούν τον λαό του Θεού.
Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η ποιμαντική διδασκαλία του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, ο οποίος καλεί τους πιστούς να μη θαυμάζουν μόνο τους μάρτυρες αλλά να μιμούνται την πίστη, την υπομονή και την αγάπη τους. Η τιμή προς τους αγίους βρίσκει την πληρότητά της όταν μεταβάλλεται σε μίμηση του χριστοειδούς ήθους τους (PG 50–52, Εἰς τοὺς Μάρτυρας).
Αυτό ακριβώς είναι και το διαχρονικό μήνυμα της εικόνας των αστέρων. Οι άγιοι δεν λάμπουν για να προσελκύσουν το βλέμμα στον εαυτό τους, αλλά για να κατευθύνουν κάθε άνθρωπο προς τον αληθινό Ήλιο της Δικαιοσύνης, τον Χριστό. Όπως ο αστέρας της Βηθλεέμ οδήγησε τους Μάγους στο θείο Βρέφος (Ματθ. 2:1–11), έτσι και οι άγιοι λειτουργούν ως πνευματικοί οδηγοί προς την κοινωνία με τον Θεό.
Υπό το φως αυτό, η θεολογική σύνθεση που αποδίδεται στον Όσιο Θαλάσσιο αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα. Το «στερέωμα της πίστεως» είναι η αδιάκοπη ζωή της Εκκλησίας, η οποία μένει ακλόνητη μέσα στις μεταβολές της ιστορίας, ενώ συγχρόνως γεννά διαρκώς νέους «αστέρες», δηλαδή ανθρώπους που μεταμορφώνονται από τη χάρη και γίνονται μαρτυρίες του Ευαγγελίου μέσα στον κόσμο.
Στη σημερινή εποχή, όπου κυριαρχεί συχνά η προβολή του εαυτού και η αναζήτηση πρόσκαιρης δημοσιότητας, οι άγιοι προβάλλουν ένα εντελώς διαφορετικό πρότυπο. Δεν επιδιώκουν να γίνουν ορατοί· επιδιώκουν να γίνει ορατός ο Χριστός μέσα από τη ζωή τους. Δεν ζητούν τη δική τους δόξα· γίνονται διαφανείς φορείς της θείας δόξας. Έτσι, η Εκκλησία εξακολουθεί να φωτίζει τον κόσμο όχι με εξωτερική ισχύ, αλλά με την αθόρυβη μαρτυρία της αγιότητας, η οποία αποτελεί πάντοτε την πειστικότερη απόδειξη της αληθείας του Ευαγγελίου.
Θ΄ Κεφάλαιο
Συμπεράσματα
Η παρούσα μελέτη επιχείρησε να προσεγγίσει τη θεολογική σημασία της εικόνας που συνοψίζεται στη φράση η οποία αποδίδεται στον Όσιο Θαλάσσιο τον Λίβυο, σύμφωνα με την οποία το «στερέωμα του ουρανού» συμβολίζει το «στερέωμα της πίστεως», μέσα στο οποίο οι άγιοι λάμπουν ως αστέρες. Όπως επισημάνθηκε ήδη από την εισαγωγή, η εικόνα αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί απομονωμένη διατύπωση ούτε μία απλή αλληγορική προσέγγιση της Αγίας Γραφής. Αντιθέτως, εντάσσεται οργανικά στη Βιβλική και Πατερική ερμηνευτική παράδοση, η οποία αναγνωρίζει σε ολόκληρη την κτίση μία αδιάκοπη μαρτυρία της θείας σοφίας και της σωτηριώδους οικονομίας του Θεού.
Η μελέτη των σχετικών βιβλικών χωρίων κατέδειξε ότι ήδη από τη διήγηση της δημιουργίας (Γεν. 1:6-8), το στερέωμα εμφανίζεται ως σημείο τάξεως, αρμονίας και σταθερότητας. Η εικόνα αυτή αναπτύσσεται περαιτέρω στους Ψαλμούς, όπου το στερέωμα «διηγεῖται δόξαν Θεοῦ» (Ψαλμ. 18[19]:2), και κορυφώνεται στον προφήτη Δανιήλ, ο οποίος παρουσιάζει τους δικαίους να λάμπουν «ὡς ἡ λαμπρότης τοῦ στερεώματος» (Δαν. 12:3). Η Καινή Διαθήκη ολοκληρώνει αυτήν τη θεολογία, όταν ο ίδιος ο Κύριος διακηρύσσει ότι οι δίκαιοι «ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. 13:43), ενώ ο Απόστολος Παύλος καλεί τους πιστούς να γίνουν «φωστῆρες ἐν κόσμῳ» (Φιλ. 2:15).
Η Πατερική παράδοση προσέλαβε αυτές τις βιβλικές εικόνες και τις ανέπτυξε με αξιοθαύμαστη ενότητα. Ο Μέγας Βασίλειος ανέδειξε τη δημιουργία ως σχολείο θεογνωσίας και τη σοφία του Δημιουργού ως θεμέλιο της αρμονίας του κόσμου (PG 29). Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης είδε στην αισθητή κτίση την αφορμή της αναβάσεως προς τα νοητά (PG 44). Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος χαρακτήρισε την Εκκλησία «ουρανό», επειδή μέσα της λάμπουν οι αληθινοί φωστήρες, οι άγιοι του Θεού (PG 52). Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας συνέδεσε την ενότητα της Εκκλησίας με την ενότητα της πίστεως (PG 73), ενώ ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής προσέφερε τη μυσταγωγική σύνθεση της δημιουργίας, της Εκκλησίας και της θεώσεως (PG 91).
Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πατερικό πλαίσιο η θεολογική σκέψη του Οσίου Θαλασσίου αναδεικνύεται ως μία ώριμη σύνθεση. Το «στερέωμα της πίστεως» δεν αποτελεί απλώς τον χώρο της ορθής δογματικής διδασκαλίας, αλλά την ίδια την εκκλησιαστική πραγματικότητα, μέσα στην οποία ο άνθρωπος θεραπεύεται από τα πάθη, φωτίζεται από τη Θεία Χάρη και οδηγείται στη θεωρία του Θεού. Η πίστη, η άσκηση, η αγάπη και η θέωση δεν αποτελούν διακριτές πραγματικότητες· συγκροτούν μία ενιαία πορεία μεταμορφώσεως του ανθρώπου.
Η μελέτη ανέδειξε επίσης ότι η εικόνα των αγίων ως «αστέρων» δεν είναι απλώς ποιητική. Οι άγιοι δεν διαθέτουν δικό τους φως· αντανακλούν το άκτιστο φως του Χριστού. Η αγιότητα δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα αλλά καρπός της συνεργίας της Θείας Χάριτος και της ελεύθερης ανθρώπινης ανταποκρίσεως. Υπό το πρίσμα αυτό, η τιμή προς τους αγίους δεν απομακρύνει από τον Χριστό· αντιθέτως, οδηγεί πάντοτε προς Αυτόν, διότι «θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» (Ψαλμ. 67[68]:36).
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η Λειτουργική διάσταση του θέματος. Η υμνολογία της Εκκλησίας δεν επαναλαμβάνει απλώς πατερικές διατυπώσεις· μεταβάλλει τη θεολογία σε δοξολογία. Οι χαρακτηρισμοί «φωστήρ», «λαμπτήρ», «ἀστήρ», «φῶς» και «λύχνος» δεν αποτελούν ρητορικά σχήματα, αλλά λειτουργικές ομολογίες της πίστεως ότι ο Χριστός εξακολουθεί να φωτίζει τον κόσμο διά των αγίων Του.
Από ποιμαντικής απόψεως, η εικόνα του στερεώματος αποκτά εξαιρετική επικαιρότητα. Ο σύγχρονος άνθρωπος αναζητεί σταθερότητα μέσα σε μία εποχή συνεχών μεταβολών, πνευματικών συγχύσεων και πολιτισμικών ανακατατάξεων. Η Πατερική παράδοση δεν προσφέρει ιδεολογικές βεβαιότητες, αλλά την εμπειρία της Εκκλησίας. Το αληθινό στερέωμα δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα· είναι ο ίδιος ο Χριστός, «ὁ λίθος, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Πρβλ. Ψαλμ. 117[118]:22· Ματθ. 21:42), επάνω στον οποίο οικοδομείται η ζωή κάθε πιστού.
Η μελέτη αυτή κατέδειξε ακόμη ότι η αγιότητα δεν αποτελεί ιστορικό κατάλοιπο του παρελθόντος ούτε προνόμιο ελαχίστων εκλεκτών. Κάθε εποχή γεννά τους δικούς της «αστέρες», διότι το Άγιο Πνεύμα εξακολουθεί να ενεργεί μέσα στην Εκκλησία. Οι μορφές της αγιότητας διαφοροποιούνται ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες· το περιεχόμενό της όμως παραμένει αναλλοίωτο: η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό διά του Χριστού, μέσα στην κοινωνία του Αγίου Πνεύματος.
Η εικόνα του ουρανού, του στερεώματος και των αστέρων, επομένως, δεν ανήκει μόνο στη Βιβλική κοσμολογία ούτε αποκλειστικά στην Πατερική συμβολική. Εκφράζει το διαρκές μυστήριο της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι ο Ήλιος της Δικαιοσύνης· η Εκκλησία είναι ο νέος πνευματικός ουρανός· η πίστη αποτελεί το ακλόνητο στερέωμά της· και οι άγιοι λάμπουν ως αστέρες, επειδή έχουν γίνει κοινωνοί του ακτίστου φωτός της Αγίας Τριάδος. Μέσα σε αυτό το μυστήριο καλείται να εισέλθει κάθε άνθρωπος, ώστε να μεταβεί «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν» (Β΄ Κορ. 3:18), πορευόμενος από την πίστη στη θεωρία και από τη θεωρία στη μέθεξη της αιωνίου Βασιλείας.
Επίλογος
Η Πατερική θεολογία μάς διδάσκει ότι ο ουρανός δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο παρατηρήσεως αλλά και πρόσκληση προς πνευματική ανάβαση. Κάθε φορά που υψώνουμε το βλέμμα μας προς το στερέωμα, μπορούμε να ενθυμούμαστε ότι ο Θεός μάς καλεί να στερεώσουμε τη ζωή μας επάνω στην αλήθεια της πίστεως, στην ενότητα της Εκκλησίας και στην εμπειρία της Θείας Χάριτος.
Οι άγιοι δεν είναι μακρινές μορφές του παρελθόντος. Είναι οι ζωντανοί αδελφοί μας, οι οποίοι φανερώνουν τι μπορεί να γίνει ο άνθρωπος όταν παραδώσει ολοκληρωτικά την ύπαρξή του στον Χριστό. Η παρουσία τους μέσα στην ιστορία αποτελεί διαρκή βεβαίωση ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι μία θεωρία ούτε μία ηθική πρόταση, αλλά δύναμη μεταμορφώσεως του ανθρώπου και της δημιουργίας.
Ας επιτρέψουμε, λοιπόν, στο «στερέωμα της πίστεως» να γίνει και το στερέωμα της προσωπικής μας πορείας. Ας επιδιώκουμε καθημερινά να φωτιζόμαστε από τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, ώστε και η δική μας ζωή να γίνεται ταπεινή μαρτυρία της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο.
Ευχές
Ολοκληρώνοντας την παρούσα μελέτη, ας ευχηθούμε όλοι μαζί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Ήλιος της Δικαιοσύνης, να στερεώνει αδιάκοπα την πίστη μας, να φωτίζει τον νου και την καρδιά μας με το άκτιστο φως της χάριτός Του και να μας αξιώνει να πορευόμαστε πάντοτε μέσα στην ενότητα της Αγίας Του Εκκλησίας.
Είθε, με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων, να γινόμαστε καθημερινά περισσότερο δεκτικοί της αγάπης του Θεού, να αυξανόμαστε «ἐν μέτρῳ ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ. 4:13) και να μεταδίδουμε με ταπείνωση το φως του Ευαγγελίου στον κόσμο που μας περιβάλλει.
Είθε όλοι μας να παραμένουμε σταθεροί στο στερέωμα της Ορθοδόξου πίστεως, ενωμένοι στο κοινό ποτήριο της ζωής, προοδεύοντας αδιάκοπα στην αγάπη, στη μετάνοια και στην αγιότητα, μέχρι την ημέρα που θα αξιωθούμε να αντικρίσουμε «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α΄ Κορ. 13:12) τον Κύριο της δόξης και να συμμετάσχουμε αιώνια στη χαρά της Βασιλείας Του. Ἀμήν.
Βιβλιογραφία
Α. Πρωτογενείς Πηγές
Athanasius of Alexandria. (1857–1866). Opera omnia. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vols. 25–28). Paris: Migne.
Basilius Magnus. (1857–1866). Opera omnia. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vols. 29–32). Paris: Migne.
Biblia Sacra iuxta Septuaginta. (2006). A. Rahlfs & R. Hanhart (Eds.). Stuttgart: Deutsche Bibelgesellschaft.
Biblia Sacra Graece (28th ed.). (2012). B. Aland, K. Aland, J. Karavidopoulos, C. Martini, & B. Metzger (Eds.). Stuttgart: Deutsche Bibelgesellschaft.
Cyrillus Alexandrinus. (1857–1866). Opera omnia. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vols. 68–77). Paris: Migne.
Gregorius Nyssenus. (1857–1866). Opera omnia. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vols. 44–46). Paris: Migne.
Ioannes Chrysostomus. (1857–1866). Opera omnia. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vols. 47–64). Paris: Migne.
Ioannes Damascenus. (1857–1866). Opera omnia. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vols. 94–96). Paris: Migne.
Maximus Confessor. (1857–1866). Opera omnia. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca (Vol. 91). Paris: Migne.
Thalassius Libycus. (1985). Centuries on Love and Self-Control. In G. E. H. Palmer, P. Sherrard, & K. Ware (Eds.), The Philokalia (Vol. 2). London: Faber and Faber.
Β. Δευτερογενής Βιβλιογραφία
Chryssavgis, J. (2004). In the Heart of the Desert: The Spirituality of the Desert Fathers and Mothers. Bloomington, IN: World Wisdom.
Louth, A. (2007). Greek East and Latin West: The Church AD 681–1071. Crestwood, NY: St Vladimir's Seminary Press.
Louth, A. (2013). Introducing Eastern Orthodox Theology. Downers Grove, IL: IVP Academic.
Meyendorff, J. (1974). Byzantine Theology: Historical Trends and Doctrinal Themes. New York, NY: Fordham University Press.
Pelikan, J. (1974). The Christian Tradition: A History of the Development of Doctrine. Vol. 2: The Spirit of Eastern Christendom (600–1700). Chicago, IL: University of Chicago Press.
Ware, K. (1995). The Orthodox Way (Rev. ed.). Crestwood, NY: St Vladimir's Seminary Press.
Ware, K. (2000). The Orthodox Church (Rev. ed.). London: Penguin Books.
Γ. Ελληνόγλωσση Βιβλιογραφία
Καλλιστός (Ware), Μητροπολίτης Διοκλείας. (2005). Η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αθήνα: Ακρίτας.
Μάξιμος Ὁμολογητής. Μυσταγωγία. Ελληνικές πατερικές εκδόσεις.
Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν. (Εκδόσεις Ἀστήρ ή Το Περιβόλι της Παναγίας, διάφορες εκδόσεις).
Συγκεντρωτικός Πίνακας Πατερικών Παραπομπών (PG)
Μέγας Αθανάσιος
PG 25–28
Μέγας Βασίλειος
PG 29–32
Γρηγόριος Νύσσης
PG 44–46
Ιωάννης Χρυσόστομος
PG 47–64
Κύριλλος Αλεξανδρείας
PG 68–77
Μάξιμος Ομολογητής
PG 91
Ιωάννης Δαμασκηνός
PG 94–96
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου