Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Η Υποτροπή

         


Ένας επαγγελματίας ψυχολόγος, κατά την πορεία της επαγγελματικής του διαδρομής, φοιτά στο σχολείο των περιστατικών του. Εκεί, ανάμεσα στις θεωρίες, στα συγγράμματα και στις επιστημονικές γνώσεις, διδάσκεται από τους ίδιους τους ανθρώπους που συναντά. Λαξεύεται από τις εμπειρίες τους, από τα πάθη και τα παθήματά τους, από τις νίκες και τις ήττες τους. Και πολλές φορές, χωρίς να το αντιλαμβάνεται την ώρα που συμβαίνουν, κάποια περιστατικά χαράζονται μέσα του βαθύτερα από οποιοδήποτε βιβλίο.

Χρόνια αργότερα, κατά την περίοδο της συνταξιοδότησής της, η κυρία Ανθή Χρήστου αναπολούσε γεγονότα και καταστάσεις από τη μακρά επαγγελματική της πορεία. Ανάμεσα στις αναμνήσεις της υπήρχε ένα περιστατικό που, όσα χρόνια κι αν είχαν περάσει, παρέμενε εγχάρακτο στη μνήμη της με έντονα χρώματα.

«Ο Μιχάλης και η υποτροπή του», είπε κάποτε, «είναι εκείνο το γεγονός που ταρακούνησε συθέμελα πολλές από τις επιστημονικές και θεωρητικές μου απόψεις για την ψυχική νόσο και την ψυχοθεραπευτική παρέμβαση».

Και τότε μας διηγήθηκε το μεγάλο της πάθημα.

Ήταν τη δεκαετία του 1990, όταν ως λέκτορας στον Τομέα της Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών συμμετείχε συχνά σε συνέδρια και διαλέξεις που πραγματοποιούνταν στην αμφιθεατρική αίθουσα της Φιλοσοφικής Σχολής. Σε μία από αυτές τις διαλέξεις είχαν παρακολουθήσει και αρκετοί γονείς.

Μετά τη λήξη της ομιλίας, ένα ζευγάρι μεσήλικων την πλησίασε. Ήταν γονείς που διέμεναν στην περιοχή του Πειραιά. Η καταγωγή τους ήταν από τα Δωδεκάνησα. Τα καλοκαίρια παραθέριζαν στο νησί τους, όμως η μόνιμη κατοικία τους ήταν στον Πειραιά.

Όρθιοι, με έναν καφέ στο χέρι, μίλησαν μαζί της για λίγα λεπτά. Δεν ήταν μια συζήτηση που θα μπορούσε να εξαντλήσει το πρόβλημά τους. Ήταν μόνο η αρχή.

Στη συνέχεια, η συνάντηση μεταφέρθηκε στο γραφείο της, όπου οι γονείς τής μίλησαν αναλυτικότερα.

Το πρόβλημα αφορούσε τον μοναχογιό τους, τον Μιχάλη, που τότε ήταν είκοσι ετών.

Ο Μιχάλης είχε ολοκληρώσει με άριστα τις εγκύκλιες σπουδές του στην Ελλάδα. Ήταν ένα παιδί με υψηλές επιδόσεις, φιλοδοξίες και όνειρα. Μετά την αποφοίτησή του ξεκίνησε σπουδές στη βιοχημεία σε πανεπιστήμιο της Ιταλίας.

Ο πρώτος χρόνος των σπουδών του ήταν εξαιρετικός. Η βαθμολογία του ήταν υψηλή και όλα έδειχναν πως η πορεία του θα ήταν λαμπρή.

Ώσπου ήρθε ο δεύτερος χρόνος.

Στις ετήσιες εξετάσεις, σε ένα από τα δυσκολότερα μαθήματα, ο Μιχάλης απέτυχε. Κι όμως, ήταν πολύ καλά διαβασμένος. Όταν ζήτησε να μάθει τον λόγο της αποτυχίας του, ο Ιταλός καθηγητής φέρεται να του είπε πως το πρόβλημα δεν ήταν τόσο οι γνώσεις του όσο η απαράδεκτη, κατά τη γνώμη του, προφορά του στην ιταλική γλώσσα.

Για τον Μιχάλη, εκείνη η στιγμή ήταν μια βαθιά ταπείνωση.

Εκτομορφικός τύπος, ψηλός, υπερήφανος και τελειομανής, ήταν άνθρωπος που, όπως έλεγαν οι γονείς του, «δεν άφηνε χαρτάκι να πέσει κάτω». Η αποτυχία δεν ήταν γι' αυτόν απλώς ένας βαθμός. Ήταν ένα πλήγμα στην εικόνα που είχε για τον εαυτό του.

Μπροστά στον καθηγητή δεν αντέδρασε.

Κατάπιε την οργή του. Δεν είπε τίποτα. Έφυγε σιωπηλός.

Όμως, όταν επέστρεψε στο φοιτητικό του δωμάτιο, κάτι μέσα του κατέρρευσε.

Σε μια κατάσταση έντονης ψυχικής διέγερσης άρχισε να χτυπά με δύναμη το κεφάλι του πάνω σε μια ξύλινη ντουλάπα. Αδυνατούσε να δαμάσει τα συναισθήματα της αποτυχίας, της προσβολής και της αδικίας που ένιωθε.

Οι άλλοι φοιτητές αντιλήφθηκαν σύντομα τι συνέβαινε και ο Μιχάλης διακομίστηκε άμεσα στο νοσοκομείο λιπόθυμος.

Χρειάστηκε να περάσει περίπου ένας μήνας για να επανέλθει στην πραγματικότητα.

Όταν άρχισε να συνειδητοποιεί τι είχε συμβεί, διαπίστωσε πως λάμβανε ψυχοφάρμακα, με τη συγκατάθεση των γονιών του.

Οι γονείς του, μπροστά στον φόβο ότι θα τον έχαναν εντελώς από τη ζωή τους, εγκατέλειψαν τα μεγάλα σχέδια που είχαν κάνει για το μέλλον του. Οι σπουδές στην Ιταλία σταμάτησαν. Η ζωή του άλλαξε.

Τον παρακολουθούσαν συνεχώς.

Ο Μιχάλης ζούσε άπρακτος στο σπίτι τους στον Πειραιά.

Με τα ψυχοφάρμακα είχε την αίσθηση της πραγματικότητας και μπορούσε να ελέγχει τον εαυτό του. Όμως, περίπου είκοσι τέσσερις μήνες αργότερα, συνέβη κάτι που θα επαναλαμβανόταν στη ζωή του.

Μέσα σε μία εβδομάδα υποτροπίαζε.

Η πραγματικότητα άρχιζε να απομακρύνεται από μέσα του. Η σκέψη του μεταμορφωνόταν, η αντίληψή του αλλοιωνόταν και, σταδιακά, έχανε εντελώς την αίσθηση της πραγματικότητας.

Κατά την υποτροπή γινόταν εξαιρετικά επικίνδυνος, καθώς παρουσίαζε εξωστρεφόμενη επιθετικότητα.

«Η υποτροπή του Μιχάλη ήταν εμπειρία ζωής για μένα», είπε η κυρία Ανθή Χρήστου, Κλινική Ψυχολόγος.

Ο Μιχάλης δεν αναγνώριζε πλέον τους γονείς του. Βυθισμένος στο παραλήρημά του, τους έβλεπε σαν Γκεσταπίτες.

Μια ημέρα η κατάσταση έφτασε στα άκρα.

Τους απείλησε με ένα μαχαίρι και τους έκλεισε μέσα σε ένα δωμάτιο, στην είσοδο του διώροφου σπιτιού τους.

Ευτυχώς, η μητέρα του είχε το κινητό της μαζί της.

Τηλεφώνησε στην Ανθή Χρήστου.

Η φωνή της ήταν γεμάτη αγωνία.

Η ψυχολόγος προσπάθησε να την καθησυχάσει. Της είπε πως θα πήγαινε όσο το δυνατόν γρηγορότερα, συνοδευόμενη από την αστυνομία. Της ζήτησε να κάνει υπομονή και να παραμείνει μαζί με τον σύζυγό της κλεισμένη στο δωμάτιο, για την ασφάλειά τους.

Η αστυνομία συνεργάστηκε.

Και τότε η Ανθή Χρήστου έκανε κάτι που, όπως η ίδια εξομολογείται, αποτέλεσε για εκείνη ένα μεγάλο μάθημα.

«Τότε ήταν που πραγματικά ταξίδεψα μέσα στο παραλήρημα του Μιχάλη».

Μόλις έφτασε στο σπίτι, χτύπησε συνθηματικά την εξώπορτα.

Ύστερα είπε χαμηλόφωνα:

—Σύντροφε Μιχάλη, η συντρόφισσα Ανθή είμαι. Έλα στην πόρτα σιγά-σιγά να σου πω κάτι.

Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή.

Και τότε ακούστηκε η φωνή του:

—Έλα, συντρόφισσα Ανθή.

Για την Ανθή αυτό ήταν το καλύτερο σημάδι συνεργασίας.

—Πέρασέ μου το μαχαίρι. Θα τους φυλάω εγώ. Και εσύ πήγαινε επάνω να ντυθείς, να πλυθείς και να φας κάτι, γιατί θα έρθουν και οι άλλοι σύντροφοι να τους μεταφέρουμε.

Ο Μιχάλης ανταποκρίθηκε.

Της πέρασε το μαχαίρι.

Μόλις ανέβηκε τις σκάλες και μπήκε στην κουζίνα, οι αστυνομικοί μπήκαν στην αυλή και ελευθέρωσαν τους γονείς.

Τότε η Ανθή φώναξε, δήθεν ταραγμένη:

—Μιχάλη! Κατέβαινε γρήγορα! Μας την πέφτουν προδότες!

Ο Μιχάλης κατέβηκε τρέχοντας.

Οι αστυνομικοί συνέλαβαν, δήθεν, και τους δύο και τους έκλεισαν στην κλούβα του αυτοκινήτου, με κατεύθυνση προς την ψυχιατρική κλινική που εφημέρευε εκείνη την ημέρα στο λεκανοπέδιο της Αττικής.

Κατά τη διαδρομή ο Μιχάλης έπιανε το χέρι της.

—Κουράγιο, συντρόφισσα Ανθή, της έλεγε. Θα δραπετεύσουμε.

Εκείνη τη στιγμή η Ανθή δεν ήταν πια η ειδικός που στεκόταν έξω από το πρόβλημα.

Είχε μπει μέσα στον κόσμο του.

Είχε γίνει, για λίγο, μέρος της πραγματικότητάς του, προκειμένου να τον οδηγήσει με ασφάλεια έξω από αυτήν.

Όταν έφτασαν στην ψυχιατρική κλινική, κάθισαν μπροστά σε ένα γραφείο. Ένας ειδικευόμενος ψυχίατρος έπρεπε να πάρει συνέντευξη από τον Μιχάλη.

—Τι συμβαίνει; Ποιοι είναι αυτοί; ρώτησε τον Μιχάλη.

Η απάντηση ήρθε αμέσως:

—Αυτοί είναι Γκεσταπίτες. Και από εδώ είναι η συντρόφισσα Ανθή.

Ο ειδικευόμενος, θέλοντας να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα, του απάντησε κατακλυσμικά:

—Από εδώ είναι οι γονείς σου και αυτή είναι η ψυχολόγος Ανθή Χρήστου.

Ο Μιχάλης εξαγριώθηκε.

Πετάχτηκε όρθιος και κινήθηκε προς το γραφείο, καθώς έβλεπε τον ειδικευόμενο σαν προδότη.

Πριν προλάβει να ορμήσει επάνω του, η Ανθή τον άρπαξε και του ψιθύρισε συνθηματικά στο αυτί:

—Δικός μας είναι, Μιχάλη. Το λέει επίτηδες για να μην αποκαλυφθεί.

Η αλλαγή ήταν ραγδαία.

Ο Μιχάλης σταμάτησε.

Χαιρέτισε στρατιωτικά και είπε σιγανά:

—Χαίρε, σύντροφε!

Η κρίση είχε φτάσει σε ένα ασφαλές τέλος.

Ο Μιχάλης απομονώθηκε για έναν ολόκληρο μήνα. Με την κατάλληλη αγωγή επανήλθε σταδιακά στην πραγματικότητα και αναγνώρισε τους γονείς του.

Τους αγκάλιασε.

Τους φίλησε.

Και τους ζήτησε συγγνώμη, αν τους είχε πικράνει.

Δεν θυμόταν τι είχε συμβεί.

Όμως οι γονείς του δεν θα ξεχνούσαν ποτέ.

Ούτε και η Ανθή Χρήστου.

Το ατυχές αυτό γεγονός, όσο οδυνηρό κι αν ήταν, βοήθησε τελικά τους γονείς να αναγνωρίζουν τα πρώτα σημάδια της έναρξης μιας υποτροπής. Έμαθαν να παρατηρούν τις αλλαγές, να αντιλαμβάνονται έγκαιρα την επιδείνωση και να ζητούν βοήθεια πριν η κατάσταση κορυφωθεί.

Κι έτσι, μέσα από μια μεγάλη δοκιμασία, γεννήθηκε μια πολύτιμη γνώση.

Η υποτροπή δεν εμφανίζεται πάντα ξαφνικά. Συχνά αφήνει σημάδια. Και η έγκαιρη αναγνώρισή τους μπορεί να αποτρέψει την κλιμάκωση μιας κρίσης και να προστατεύσει τόσο τον πάσχοντα όσο και την οικογένειά του.

Η κυρία Ανθή Χρήστου, αναπολώντας εκείνη την ιστορία, δεν μιλούσε μόνο για μια ψυχική νόσο. Μιλούσε για τον άνθρωπο.

Για τον άνθρωπο που μπορεί κάποτε να χαθεί μέσα στο σκοτάδι του μυαλού του.

Για την οικογένεια που φοβάται.

Για τον θεραπευτή που καλείται να σταθεί δίπλα στον πάσχοντα χωρίς να τον εγκαταλείψει, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα του ασθενούς δεν είναι πλέον η ίδια με εκείνη των υπολοίπων.

Και ίσως, φιλοσοφώντας τη ζωή, να μπορούμε να παρατηρήσουμε πως από την ημέρα που ο άνθρωπος γεννιέται έχει ήδη υπογράψει, με τρόπο άγνωστο και αόρατο, το συμβόλαιο του θανάτου του. Καθένας κουβαλά μέσα του τους επίδοξους δολοφόνους του, τις αδυναμίες και τις ευάλωτες πλευρές του, αλλά και τον σταυρό του μαρτυρίου που του αναλογεί σε τούτη τη ζωή.

Κανείς όμως δεν γνωρίζει εκ των προτέρων το βάρος του σταυρού που θα κληθεί να σηκώσει.

Γι' αυτό η ιατρική, η ψυχολογική, η κοινωνική και η πνευματική υποστήριξη είναι πολύτιμες όχι μόνο για τον πάσχοντα αλλά και για την ίδια την οικογένειά του.

Γιατί η ψυχική νόσος δεν αγγίζει μόνο έναν άνθρωπο.

Αγγίζει όλους όσοι τον αγαπούν.

Και μέσα σε αυτή τη δοκιμασία, ίσως υπάρχει και μια άλλη, βαθύτερη ανάγκη: να δοθεί στον πάσχοντα η ευκαιρία να υπάρξει. Να αναγνωριστεί ως άνθρωπος, ως πρόσωπο, ως παιδί του ίδιου Θεού. Να μη γίνει η ασθένειά του η μοναδική του ταυτότητα.

Ο Μιχάλης, μέσα από την υποτροπή του, δίδαξε στην Ανθή Χρήστου κάτι που κανένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο δεν θα μπορούσε να της διδάξει.

Ότι, κάποιες φορές, για να βοηθήσεις έναν άνθρωπο να επιστρέψει στην πραγματικότητα, πρέπει πρώτα να έχεις το θάρρος να περπατήσεις για λίγο μέσα στη δική του.

Και όταν εκείνος βρει ξανά τον δρόμο του, να είσαι εκεί.

Όχι απέναντί του.

Αλλά δίπλα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου