Υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται με τη δίψα να αγαπήσουν. Υπάρχουν άλλοι που γεννιούνται με τη δίψα να κυριαρχήσουν. Η Μάνια ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.
Από πολύ μικρή ξεχώριζε για την οξύνοιά της, την ακατάπαυστη ενεργητικότητά της και την ακατανίκητη ανάγκη να βρίσκεται πάντοτε ένα βήμα μπροστά από όλους. Δεν ανεχόταν τη μετριότητα ούτε στον εαυτό της ούτε στους άλλους. Ήθελε να είναι η καλύτερη μαθήτρια, η πιο εύστροφη, η πιο ικανή, η πιο γρήγορη στις απαντήσεις. Δεν την ικανοποιούσε απλώς η επιτυχία· έπρεπε να είναι ασύγκριτη.
Το μεγαλύτερό της άγχος δεν ήταν μήπως αποτύχει. Ήταν μήπως εμφανιστεί κάποιος εξυπνότερός της. Κι αν ακόμη διαισθανόταν πως κάποιος μπορούσε να την επισκιάσει, τον αντιμετώπιζε σαν θήραμα. Με τρόπο ύπουλο ή ευθύ, τον απαξίωνε, τον απομόνωνε ή τον συνέτριβε ψυχολογικά. Δεν άφηνε περιθώρια για ανταγωνισμό.
Οι συμμαθητές της τη θαύμαζαν για τις ικανότητές της, αλλά συγχρόνως τη φοβούνταν. Η παρουσία της δημιουργούσε ένταση. Λίγοι άντεχαν να τη συναναστρέφονται για πολύ. Εκείνη όμως είχε βρει από νωρίς τη λύση.
Στο Δημοτικό ανακάλυψε ένα αγόρι δύο χρόνια μικρότερό της. Ήταν ήσυχο, ευγενικό και πρόθυμο να βοηθήσει τους πάντες. Η Μάνια τον πλησίασε με καλοσύνη, του πρόσφερε προστασία και σιγά σιγά τον μετέτρεψε στον πιο πιστό της ακόλουθο. Εκείνος ένιωθε ασφαλής δίπλα της, ενώ εκείνη απολάμβανε να έχει κάποιον που θαύμαζε κάθε της λέξη και κάθε της απόφαση.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Πάντοτε υπήρχε ένας άνθρωπος πρόθυμος να τη στηρίζει, να εκτελεί όσα εκείνη δεν ήθελε να κάνει και να της επιβεβαιώνει πως είχε πάντοτε δίκιο.
Η ζωή για τη Μάνια ήταν ένας συνεχής αγώνας επικράτησης.
Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων και στη συνέχεια εξειδικεύθηκε στα λογιστικά. Οι σπουδές της ολοκληρώθηκαν με άριστα, όπως ακριβώς είχε σχεδιάσει. Δεν υπήρχε αποτυχία στο λεξιλόγιό της.
Με την ίδια αποφασιστικότητα ίδρυσε τη δική της επιχείρηση. Εργαζόταν αδιάκοπα, απαιτούσε από τους υπαλλήλους της το ακατόρθωτο και μετρούσε τα πάντα με αριθμούς. Η απόδοση, το κέρδος και η παραγωγικότητα είχαν γίνει η θρησκεία της.
Τότε εμφανίστηκε στη ζωή της ένας νέος άνδρας, δέκα χρόνια μικρότερός της. Ήταν ευγενικός, πράος και γεμάτος θαυμασμό για τη δυναμική προσωπικότητά της. Η Μάνια αναγνώρισε αμέσως πως αποτελούσε τον ιδανικό σύντροφο.
Δεν τον ερωτεύτηκε.
Τον επέλεξε.
Τον παντρεύτηκε επειδή μπορούσε να υπηρετήσει το οικοδόμημα της ζωής της.
Εκείνος έγινε ο συνεργάτης, ο βοηθός, ο άνθρωπος που τη συμβουλευόταν για τα πάντα, ακόμη και για τα πιο απλά ζητήματα της καθημερινότητας. Δεν της αντιμιλούσε ποτέ. Τη ρωτούσε πριν πάρει οποιαδήποτε απόφαση. Τη θαύμαζε σχεδόν με δέος.
Η Μάνια φρόντιζε να του παρέχει οικονομική άνεση. Δεν του έλειψε ποτέ τίποτε υλικό. Στο δικό της σύστημα αξιών, αυτό ισοδυναμούσε με αγάπη.
Παιδιά δεν απέκτησαν.
«Δεν έχω χρόνο να γίνω μητέρα», έλεγε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Οι ευθύνες μου είναι τεράστιες.»
Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε χώρος για κανέναν που θα απαιτούσε από εκείνη ανιδιοτελή προσφορά.
Ο σύζυγός της άρχισε σιγά σιγά να λυγίζει.
Κάθε φορά που ήθελε να διαμαρτυρηθεί, κατάπινε τα λόγια του. Κάθε φορά που αισθανόταν αδικημένος, πίεζε τον εαυτό του να σωπάσει. Η ένταση συσσωρευόταν μέσα του σαν δηλητήριο.
Είχε αποκτήσει μια παράξενη συνήθεια.
Όταν ένιωθε πως πνιγόταν από όσα δεν μπορούσε να πει, έσφιγγε τη γροθιά του και χτυπούσε δυνατά το ίδιο του το στομάχι.
Σαν να τιμωρούσε τον εαυτό του επειδή δεν είχε το θάρρος να αντιδράσει.
Τα χρόνια πέρασαν.
Κάποτε οι γιατροί ανακοίνωσαν την επώδυνη διάγνωση.
Η επάρατη νόσος είχε ήδη προχωρήσει.
Ο άνθρωπος εκείνος έφυγε πρόωρα από τη ζωή, χωρίς ποτέ να υψώσει πραγματικά τη φωνή του.
Την ημέρα της κηδείας του η Μάνια στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη.
Για πρώτη φορά είδε τα μάτια της βουρκωμένα.
Ένα δάκρυ κύλησε.
Ύστερα δεύτερο.
Προσπάθησε να καταλάβει γιατί έκλαιγε.
Δεν πονούσε τόσο για τον άνθρωπο που έχασε.
Πονούσε γιατί είχε χάσει εκείνον που εξυπηρετούσε τέλεια τη ζωή της.
Η διαπίστωση αυτή την τρόμαξε για μια στιγμή, όμως σύντομα την έσπρωξε στο πίσω μέρος του μυαλού της και συνέχισε.
Η εργασία έγινε το μοναδικό της καταφύγιο.
Μέχρι που, στα πενήντα της χρόνια, συνέβη κάτι που δεν είχε προβλέψει ποτέ.
Ερωτεύτηκε.
Όχι επιφανειακά.
Όχι λογικά.
Ερωτεύτηκε με όλη τη δύναμη που τόσα χρόνια είχε επενδύσει στον έλεγχο.
Ξαφνικά ο κόσμος αναποδογύρισε.
Η γυναίκα που χειραγωγούσε τους πάντες έγινε ανίσχυρη απέναντι σε έναν άνθρωπο.
Πίστευε ότι η εξυπνάδα της, η οικονομική της επιφάνεια και οι επιτυχίες της θα ήταν αρκετές.
Όμως ο άνθρωπος εκείνος δεν εντυπωσιαζόταν.
Όσο εκείνη πλησίαζε, τόσο εκείνος απομακρυνόταν.
Η Μάνια, που ποτέ δεν είχε μάθει να χάνει, άρχισε να παρακαλεί, να υποχωρεί, να συμβιβάζεται, να εξευτελίζεται. Έκανε πράγματα που άλλοτε θα περιφρονούσε.
Μα δεν κέρδιζε τίποτε.
Μια μέρα εκείνος την κοίταξε ήρεμα και της είπε μόνο μία φράση.
«Δεν ενδιαφέρομαι.»
Τόσο απλά.
Χωρίς θυμό.
Χωρίς ειρωνεία.
Χωρίς μίσος.
Η φράση αυτή έγινε το αγκίστρι που κάρφωσε ολόκληρη την ύπαρξή της.
Δεν μπορούσε να εργαστεί.
Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί.
Η επιχείρησή της άρχισε να φθίνει.
Οι πελάτες απομακρύνονταν.
Οι συνεργάτες ανησυχούσαν.
Εκείνη δοκίμασε να στραφεί σε άλλες γνωριμίες, ελπίζοντας ότι κάποιος νέος έρωτας θα λειτουργούσε σαν αντίδοτο.
Όλοι όμως της φαίνονταν μικροί.
Άδειοι.
Αδιάφοροι.
Το τραύμα παρέμενε ανοιχτό.
Τρία ολόκληρα χρόνια πάλευε με τον εαυτό της.
Στο τέλος αναγκάστηκε να πουλήσει σημαντικό μέρος της επιχείρησής της σε άλλον επιχειρηματία.
Ήταν η πρώτη μεγάλη παραδοχή αποτυχίας της ζωής της.
Για πρώτη φορά είχε χρόνο.
Και ο χρόνος είναι ο πιο αδυσώπητος καθρέφτης.
Άρχισε να περπατά μόνη.
Να αποφεύγει τους θορύβους.
Να σκέφτεται.
Μια ημέρα, ενώ περιπλανιόταν χωρίς προορισμό, ένιωσε ξαφνικά κάτι αδιανόητο.
Σαν να ανέβαινε από μέσα της μια δυσωδία.
Δεν προερχόταν από το σώμα της.
Προερχόταν από τον νου της.
Στάθηκε ακίνητη.
«Το κεφάλι μου βρωμά», ψιθύρισε.
Η φράση αυτή την συγκλόνισε.
Δεν εννοούσε τα μαλλιά ούτε το δέρμα της.
Ένιωθε πως οι λογισμοί της είχαν σαπίσει.
Πως χρόνια ολόκληρα είχε ζήσει με υπερηφάνεια, φιλαυτία, εξουσιασμό και εγωισμό.
Η δυσωδία ήταν πνευματική.
Τόσο έντονη, ώστε της γεννήθηκε η παράλογη επιθυμία να κόψει το κεφάλι της. Να απαλλαγεί από εκείνον τον νου που είχε καταστρέψει σχέσεις, είχε πληγώσει ανθρώπους και είχε φυλακίσει την ίδια.
Εκείνη ακριβώς την περίοδο, κατά θεία οικονομία, συνάντησε μια ηλικιωμένη μοναχή.
Η γερόντισσα δεν τη γνώριζε.
Την κοίταξε μόνο για λίγα δευτερόλεπτα και της χαμογέλασε.
«Κουράστηκες να κουβαλάς τον εαυτό σου;» τη ρώτησε ήρεμα.
Η Μάνια πάγωσε.
Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν.
«Το πρόσωπό σου φωνάζει πιο δυνατά από τα λόγια σου», συνέχισε η γερόντισσα.
Κάθισαν σε ένα παγκάκι.
Δεν έγιναν κηρύγματα.
Δεν ακούστηκαν μεγάλες θεολογικές αναλύσεις.
Η ηλικιωμένη γυναίκα της μίλησε για την ταπείνωση, όχι ως ταπείνωση του ανθρώπου, αλλά ως αλήθεια. Της εξήγησε ότι ο άνθρωπος αρχίζει να θεραπεύεται μόνο όταν πάψει να υπερασπίζεται αδιάκοπα το εγώ του.
«Η μεγαλύτερη φυλακή», της είπε, «είναι να πιστεύεις ότι εσύ είσαι το κέντρο του κόσμου.»
Η Μάνια έκλαψε.
Αυτή τη φορά όχι από απώλεια.
Όχι από απόρριψη.
Αλλά γιατί για πρώτη φορά είδε καθαρά ποια είχε υπάρξει.
Η γερόντισσα την προέτρεψε να αρχίσει έναν διαφορετικό αγώνα.
Να ζητήσει συγχώρηση από όσους είχε πληγώσει, όπου αυτό ήταν δυνατό.
Να μάθει να ακούει χωρίς να απαντά.
Να προσφέρει χωρίς να περιμένει ανταπόδοση.
Να εργάζεται χωρίς να ζητά θαυμασμό.
Και, πάνω απ' όλα, να μάθει να προσεύχεται.
Ο δρόμος ήταν μακρύς.
Οι παλιές συνήθειες επέστρεφαν συχνά.
Ο ροζ καρχαρίας που έκρυβε μέσα της δεν πέθανε μέσα σε μία ημέρα.
Πεινούσε ακόμη.
Ήθελε να κυριαρχεί.
Ήθελε να κατασπαράζει.
Κάθε φορά όμως που ύψωνε το κεφάλι του, η Μάνια θυμόταν εκείνη τη δυσωδία που είχε αισθανθεί.
Θυμόταν πως η πραγματική σήψη δεν βρισκόταν στους άλλους αλλά μέσα στη δική της καρδιά.
Και τότε επαναλάμβανε μέσα της τα λόγια της γερόντισσας:
«Ο άνθρωπος δεν αλλάζει όταν νικήσει τους άλλους. Αλλάζει όταν νικήσει τον εαυτό του.»
Ίσως γι' αυτό οι παλαιοί σοφοί έλεγαν: «Ιχθύς εν κεφαλή όζει». Το ψάρι αρχίζει να σαπίζει από το κεφάλι. Όταν ο νους διαφθαρεί από την αλαζονεία, ακολουθεί ολόκληρη η ζωή. Όταν όμως ο νους καθαρθεί με τη μετάνοια και την αλήθεια, ακόμη και ό,τι έμοιαζε νεκρό μπορεί να ξαναζωντανέψει.
Η Μάνια δεν έγινε αγία μέσα σε μια στιγμή.
Έγινε όμως άνθρωπος.
Και αυτή ήταν η πρώτη πραγματική νίκη της ζωής της. Μπορούσε να συντονιστεί με νου και καρδιά και να δει το ηλιοβασίλεμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου