
Φωτό: Vicky Iliopoulou FB
Στο χωριό έλεγαν πως η Μαιρούλα δεν περπατούσε· κυλούσε απαλά, σαν να την φυσούσε ένα αόρατο αεράκι. Από μικρή ξεχώριζε — όχι γιατί μιλούσε πολύ ή γιατί ζητούσε την προσοχή, αλλά γιατί όπου στεκόταν, κάτι γλύκαινε. Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια σιωπή.
Τη θυμούνταν όλοι με εκείνο το ψάθινο καπέλο. Με τα μικρά άνθη και τις ροζ κορδέλες που χόρευαν στον αέρα. Τα παιδιά γελούσαν, μα όχι κοροϊδευτικά — περισσότερο σαν να έβλεπαν κάτι όμορφο που δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν.
Ο ήλιος δεν ήταν φίλος της. Την ζάλιζε, της θόλωνε τον κόσμο. Μα εκείνη δεν παραπονιόταν. Έσφιγγε το καπέλο της στο κεφάλι και συνέχιζε. Πάντα συνέχιζε.
Την Άνοιξη, όταν τα χωράφια γέμιζαν χρώματα, έβγαινε με τις φίλες της να μαζέψουν λουλούδια. Δεν ήταν η πιο γρήγορη ούτε η πιο ζωηρή. Ήταν όμως εκείνη που στεκόταν λίγο παραπάνω μπροστά σε κάθε άνθος, σαν να το ασπαζόταν.
Κανείς δεν ήξερε τι κουβαλούσε μέσα της.
Μέχρι που ήλθε εκείνη η άγια ημέρα.