Ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός, στὸν δικό του Κανόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, δηλώνει ὅτι θὰ ψάλη μὲ χαρά («γηθόμενος») γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ καὶ θαυμαστὸ γεγονός: «Ἄσω γηθόμενος ταύτης τὴν Κοίμησιν» (Εἱρμὸς τῆς α’ ὠδῆς). Καὶ εἶναι θαυμαστὴ ἡ Κοίμηση, διότι ἡ Παναγία, τρεῖς ἡμέρες ἀργότερα, ἀνέστη, καὶ κατόπιν ἀνελήφθη στοὺς οὐρανούς. Μετέστη, λοιπόν, πρὸς τὴν αἰώνιο ζωή, ἐκείνη ποὺ ὑπῆρξε «ἡ μήτηρ τῆς ζωῆς», ὅπως ἀκοῦμε στὸ Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς.
Πράγματι, τάφος καὶ θάνατος δὲν μπόρεσαν νὰ κρατήσουν τήν «πρόξενον τῆς ζωῆς». Ἀντιθέτως, μάλιστα! Ὁ τάφος της γίνεται «κλίμαξ πρὸς οὐρανόν», διότι ἡ Παναγία, μὲ τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου, λύτρωσε τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ χάρισε σὲ ὅλους μας τὴν σωτηρία καί «ζωὴν τὴν αἰώνιον».