Ένα καλοκαιρινό απόγευμα, στην ησυχία της Ιεράς Μονής Βουλκάνου, ο αέρας κατέβαινε από την κορυφή της Ιθώμης σαν ανάσα παλιάς προσευχής. Οι ευκάλυπτοι έριχναν μακριές σκιές πάνω στο χώμα, και το φως έσβηνε αργά, σαν να μην ήθελε να ταράξει την ησυχία του αγίου τόπου.
Εκεί, λίγα χρόνια πριν την κοίμησή του, ο μακαριστός γέροντας Νικόδημος καθόταν όπως συνήθιζε: σιωπηλός, γαλήνιος, με εκείνη τη βαθιά ηρεμία που δεν προέρχεται από απουσία σκέψης, αλλά από την παρουσία του Θεού. Γύρω του είχαν συγκεντρωθεί μαθητές λυκείου, παιδιά του κόσμου που είχαν ανέβει στο μοναστήρι με απορίες, με ανησυχίες, με εκείνη την αδιόρατη δίψα που δεν ξέρει ακόμη το όνομά της.
Ένας από αυτούς, πιο θαρραλέος, κρατούσε στο χέρι του ένα μικρό χαρτί, σαν να ήταν κάτι επίσημο.
— «Παππούλη… έχεις ταυτότητα;»