Εισαγωγή
«Κάποτε ρώτησα ένα πουλί, ένα λουλούδι κι έναν άνθρωπο τί είναι “ΘΕΟΣ”. Το πουλί πέταξε, το λουλούδι άνθισε κι ο άνθρωπος δάκρυσε».
Ο σύντομος αυτός λόγος, που κοσμεί το Μοναστήρι των Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ του Σάρωφ στο Τρίκορφο Φωκίδας, περικλείει μέσα σε ελάχιστες λέξεις ένα ολόκληρο θεολογικό σύμπαν. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ποιητικό απόφθεγμα συναισθηματικού χαρακτήρα· αποτελεί μία βαθιά υπαρξιακή και θεολογική σύνοψη της σχέσεως ανάμεσα στον Θεό, την κτίση και τον άνθρωπο. Η δημιουργία απαντά στον Δημιουργό όχι με έννοιες και λογικούς ορισμούς, αλλά με τον ίδιο τον τρόπο της υπάρξεώς της. Το πουλί πετά, το λουλούδι ανθίζει και ο άνθρωπος δακρύζει. Καθένα εκφράζει τον Θεό σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό του.
Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν αντιλαμβάνεται τη γνώση του Θεού ως αφηρημένη διανοητική διαδικασία. Η θεογνωσία είναι εμπειρία ζωής, κοινωνία προσώπων και μέθεξη στη θεία χάρη. Γι’ αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας επιμένουν ότι ο Θεός δεν μπορεί να περιοριστεί σε λογικά σχήματα. Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τις ενέργειες του Θεού, όχι όμως την ουσία Του, η οποία παραμένει ακατάληπτη και υπερούσια (Γρηγόριος Παλαμάς, PG 150, 833C).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φύση και η ανθρώπινη καρδιά λειτουργούν ως δύο μεγάλοι τόποι αποκαλύψεως του Θεού. Η κτίση αποκαλύπτει τη σοφία και την πρόνοια του Δημιουργού, ενώ το δάκρυ της μετανοίας και της αγάπης αποκαλύπτει την προσωπική συνάντηση του ανθρώπου με το θείο μυστήριο.
Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να αναδείξει τη βιβλική και πατερική θεμελίωση αυτών των δύο αξόνων: αφενός της φυσικής θεολογίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το πουλί και το λουλούδι, και αφετέρου της εμπειρικής θεογνωσίας, όπως αυτή φανερώνεται στο δάκρυ του ανθρώπου.