Φωτό: Ε.Η.Κ.
Στη Βαλύρα της Μεσσηνίας, τότε που τα χρόνια κυλούσαν αργά και οι εποχές μετρούνταν με τις σοδειές και τις γιορτές, το Δημοτικό Σχολείο στεκόταν περήφανο στην άκρη του χωριού. Ένα πετρόχτιστο κτίριο με αυλή στρωμένη χώμα και χαλίκια, δυο μεγάλες ακακίες, τρεις πασχαλιές για σκιά και το μπρούτζινο κουδούνι που σήμαινε την αρχή και το τέλος της σχολικής μέρας.
Ήταν δεκαετία του 1960. Τα παιδιά πήγαιναν σχολείο με τα πόδια, κρατώντας τη σάκα στο ένα χέρι και το κολατσιό τυλιγμένο σε πετσέτα στο άλλο. Τα κορίτσια φορούσαν ποδιές μπλε με άσπρο γιακά και τα μαλλιά τους ήταν πιασμένα σε πλεξούδες ή κοτσίδες, πάντα περιποιημένα κάτω από την μπλε ή λευκή κορδέλα τους, γιατί «το κορίτσι πρέπει να είναι νοικοκυρεμένο», όπως έλεγαν οι αείμνηστες μητέρες μας.
Στο ημερήσιο πρόγραμμα υπήρχε και η ώρα της χειροτεχνίας. Ήταν η ώρα που οι μικρές μαθήτριες περίμεναν περισσότερο. Από την Τρίτη Δημοτικού ως και την Έκτη, σχεδόν όλες διάλεγαν το κέντημα. Τα αγόρια συνήθως έφτιαχναν ξύλινες κατασκευές ή ζωγράφιζαν, μα τα κορίτσια έπαιρναν στα χέρια τους τελάρα, βελόνες και πολύχρωμες κλωστές.