Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Ο κύριος Σκουράντζος, ο φιλόλογος του Γυμνασίου Μελιγαλά

 




Στη Μεσσηνία της δεκαετίας του 1970, τότε που οι εποχές κυλούσαν αργά και οι άνθρωποι μετρούσαν τον χρόνο με τις σπορές, τους θερισμούς και τα πανηγύρια, το Γυμνάσιο του Μελιγαλά αποτελούσε για τα γύρω χωριά ένα μικρό φάρο γνώσης. Κάθε πρωί, πριν ακόμη ο ήλιος σηκωθεί πάνω από τις ελιές του κάμπου, αγόρια και κορίτσια ξεκινούσαν , με τις σχολικές τσάντες στους ώμους και το κολατσιό τυλιγμένο σε μια λευκή πετσέτα. Μία ώρα δρόμος μέσα από χωματόδρομους, λιόδεντρα, ξερολιθιές και μοσχοβολιστές ρίγανες. Τα βήματά τους συνόδευαν τα κελαηδήματα των πουλιών και το κουδούνισμα από τα κοπάδια που ανηφόριζαν στα βοσκοτόπια.

Ανάμεσα στους καθηγητές ξεχώριζε ένας άνθρωπος που όλοι γνώριζαν με το παρανόμι του: ο κύριος Σκουράντζος. Λεπτός σαν κυπαρίσσι, νευρώδης στις κινήσεις, πάντοτε καλοντυμένος, με καθαρό λευκό πουκάμισο και σιδερωμένο σακάκι, περπατούσε στους διαδρόμους του σχολείου με τα χέρια πίσω από την πλάτη. Ήταν φιλόλογος. Μιλούσε ήρεμα, ευγενικά και με εκείνη τη λεπτή αυστηρότητα που δεν γεννούσε φόβο αλλά σεβασμό. Αγαπούσε τη γλώσσα, τα αρχαία κείμενα και, περισσότερο απ' όλα, τις καλές εκθέσεις.

Στην τάξη του φοιτούσε η Κωνσταντίνα, ένα ζωηρό κορίτσι από κοντινό χωριό. Μαζί της ήταν και η αχώριστη φίλη της, η Σταυρούλα. Οι δυο τους αγαπούσαν το σχολείο, μα ακόμη περισσότερο αγαπούσαν το παιχνίδι. Ύστερα από το πολύωρο περπάτημα της επιστροφής, άφηναν τις τσάντες στην άκρη και έτρεχαν στις αυλές να παίξουν κυνηγητό, βόλεϊ με αυτοσχέδια μπάλα ή να γελάσουν κάτω από του κήπου τις μουριές .

Στο ίδιο σπίτι ζούσε η μεγαλύτερη αδελφή της Κωνσταντίνας, η Ειρήνη. Ήταν μαθήτρια της τελευταίας τάξης του Γυμνασίου, άριστη σε όλα τα μαθήματα, ήρεμη, σεμνή και λιγομίλητη. Δεν της άρεσε να επιδεικνύει τις γνώσεις της. Πίστευε πως η μόρφωση έπρεπε να συνοδεύεται από ταπεινότητα. Όταν τελείωνε το διάβασμά της, βοηθούσε τη μητέρα στις δουλειές του σπιτιού, τον πατέρα στα χαρτιά του και, κυρίως, τη μικρή της αδελφή στα μαθήματα. Στο χωριό αστειεύονταν λέγοντας πως «η Ειρήνη ξέρει απάντηση για καθετί». Ήταν, όπως θα έλεγαν σήμερα οι νεότεροι, το «Chat» εκείνης της εποχής.

Ένα απόγευμα ο κύριος Σκουράντζος ανέθεσε στους μαθητές του μια απαιτητική έκθεση. Δεν ζητούσε απλώς σωστή γλώσσα. Ήθελε σκέψη, επιχειρήματα και συναίσθημα. Τους έδωσε μόνο ένα βράδυ προθεσμία και τους ζήτησε να παρουσιάσουν το έργο τους μπροστά σε όλη την τάξη.

Η Κωνσταντίνα, μόλις έφθασε σπίτι, κοίταξε το τετράδιο, αναστέναξε και έτρεξε στην αυλή όπου ήδη την περίμεναν οι φίλες της.

«Ας παίξουμε λίγο πρώτα», είπε.

Το λίγο έγινε πολύ. Όταν βράδιασε και άναψε το λυχνάρι, κατάλαβε πως ούτε δύναμη ούτε έμπνευση της είχαν απομείνει.

Πλησίασε διστακτικά την αδελφή της.

«Ειρήνη... μπορείς να με βοηθήσεις;»

Πριν προλάβει να απαντήσει, εμφανίστηκε και η Σταυρούλα με το ίδιο παράπονο. Λίγο αργότερα ήρθαν ακόμη τρεις  συμμαθήτριες.

Η Ειρήνη χαμογέλασε με κατανόηση.

«Δεν είναι σωστό να κάνω τη δουλειά σας», είπε ήρεμα. «Όμως θα γράψω μία μεγάλη έκθεση. Θα τη χωρίσετε σε μέρη και η καθεμιά θα παρουσιάσει το δικό της. Έτσι τουλάχιστον θα τη διαβάσετε και θα μάθετε κάτι από αυτή.»

Εκείνο το βράδυ το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή. Έξω ακούγονταν μόνο τα τριζόνια και το απαλό θρόισμα των ελαιόδεντρων. Η φλόγα της λάμπας φώτιζε το πρόσωπο της Ειρήνης, που έγραφε ασταμάτητα. Οι λέξεις κυλούσαν σαν καθαρό νερό από πηγή. Δεν έγραφε μόνο με τη λογική· έγραφε με την καρδιά.

Την επόμενη ημέρα, μέσα στην αίθουσα, η μία μαθήτρια μετά την άλλη σήκωνε το χέρι της.

Η πρώτη διάβασε την εισαγωγή.

Η δεύτερη συνέχισε με τα επιχειρήματα.

Η τρίτη έδωσε ζωντάνια με παραδείγματα.

Η τέταρτη ολοκλήρωσε με έναν επίλογο που συγκίνησε ακόμη και τους πιο αδιάφορους μαθητές.

Ο κύριος Σκουράντζος άκουγε απορημένος.

Όταν τελείωσε και η τελευταία μαθήτρια το διάβασμα, εκείνος χαμογέλασε.

«Παράξενο πράγμα», είπε. «Αν ενώσει κανείς όλα αυτά τα κομμάτια, σχηματίζεται μια άριστη έκθεση. Σαν να γράφτηκε από ένα μόνο χέρι. Πώς συνέβη αυτό;»

Τα κορίτσια κατέβασαν τα μάτια.

«Μιλήστε ελεύθερα», τα προέτρεψε.

Η Σταυρούλα πήρε θάρρος.

«Κύριε... εμείς κουραστήκαμε. Την έκθεση την έγραψε η αδελφή της Κωνσταντίνας. Η Ειρήνη, που είναι στην τελευταία τάξη.»

Για μια στιγμή ο χρόνος έμοιασε να σταματά.

Ο κύριος Σκουράντζος δεν θύμωσε. Αντίθετα, ένιωσε έναν απροσδόκητο θαυμασμό. Μια μαθήτρια που μπορούσε να συνθέσει τόσο ώριμο λόγο δεν ήταν συνηθισμένη περίπτωση.

Από τότε, χωρίς ποτέ να γίνει αδιάκριτος, άρχισε να παρατηρεί την Ειρήνη από μακριά. Έβλεπε την ευγένειά της, την ηρεμία της, τον τρόπο που χαιρετούσε τους  καθηγητές, που βοηθούσε τους μικρότερους μαθητές και που ποτέ δεν επιζητούσε επαίνους.

Ένα μεσημέρι εκμυστηρεύτηκε τις σκέψεις του στον καθηγητή της Φυσικής.

Εκείνος χαμογέλασε πονηρά.

«Άφησέ με να δω κάτι.»

Την επόμενη ημέρα, μέσα στο μάθημα, ο Φυσικός γύρισε προς την Ειρήνη.

«Δεσποινίς Ειρήνη», είπε, «αν ένας νέος καθηγητής έχει μικρό μισθό και θέλει να δημιουργήσει οικογένεια, πώς μπορεί να τα καταφέρει;»

Η τάξη σώπασε.

Η Ειρήνη απάντησε χωρίς δισταγμό.

«Κύριε καθηγητά, αν υπάρχει αληθινή αγάπη, αλληλοσεβασμός και εργατικότητα, μια οικογένεια μπορεί να σταθεί και με λιγότερα χρήματα. Η ευτυχία δεν μετριέται μόνο με τον μισθό.»

Ο καθηγητής της Φυσικής έμεινε εντυπωσιασμένος.

«Έχει ώριμη σκέψη», είπε αργότερα στον κύριο Σκουράντζο.

Εκείνος, ακολουθώντας τα ήθη της εποχής, αποφάσισε να στείλει μια ηλικιωμένη θεία του ως προξενήτρα στο σπίτι της οικογένειας.

Εκείνα τα χρόνια τα συνοικέσια δεν ήταν ασυνήθιστα. Γίνονταν πάντοτε με διακριτικότητα και με πρώτο λόγο τους γονείς.

Η θεία έφθασε στο χωριό ένα απόγευμα.

Ο πατέρας της Ειρήνης την υποδέχθηκε ευγενικά.

Ήταν άνθρωπος ιδιόρρυθμος, μα εργατικός και οραματιστής. Πίστευε βαθιά πως οι κόρες του έπρεπε να μορφωθούν όσο πιο πολύ μπορούσαν. Ονειρευόταν να τις δει επιστήμονες, να υπηρετούν την κοινωνία και να ανοίγουν δρόμους που στη δική του γενιά έμεναν κλειστοί για τις γυναίκες.

Μόλις άκουσε τον σκοπό της επίσκεψης, το πρόσωπό του σκοτείνιασε.

Σηκώθηκε αργά, πήγε στην άκρη του δωματίου, πήρε το παλιό κυνηγετικό όπλο που κρεμόταν στον τοίχο και, χωρίς να το στρέψει προς κανέναν, το κράτησε στα χέρια του.

«Πες στον ανιψιό σου», είπε με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση, «να βγάλει αυτή τη σκέψη από το μυαλό του. Οι κόρες μου πρώτα θα σπουδάσουν. Κι αν ποτέ μάθει η Ειρήνη τι συζητήθηκε σήμερα, θα θεωρήσω υπεύθυνο εκείνον κια θα υπάρξει σοβαρή επίπτωση.»

Η θεία έφυγε τρομαγμένη.

Ο κύριος Σκουράντζος δεν ξαναμίλησε ποτέ για το θέμα. Από σεβασμό απέφευγε ακόμη και να κοιτάξει την Ειρήνη.

Η ζωή συνέχισε τον δρόμο της.

Η Ειρήνη αποφοίτησε πρώτη από το σχολείο. Βραβεύτηκε για την επίδοσή της και κέρδισε το βραβείο της καλύτερης έκθεσης σε ολόκληρο το Γυμνάσιο Μελιγαλά. Αργότερα έφυγε στο εξωτερικό για ανώτερες σπουδές, δημιούργησε οικογένεια και απέκτησε δύο παιδιά.

Πέρασαν αρκετές  δεκαετίες.

Τα μαλλιά του πατέρα της είχαν ασπρίσει. Τα χέρια του έτρεμαν πια, όμως η αγάπη του για τις κόρες του έμενε ίδια.

Ένα απόγευμα της χάρισε έναν κιτρινισμένο φάκελο.

Μέσα υπήρχε ένα κομμάτι από εκείνη την περίφημη έκθεση και ένα σημείωμα που εξηγούσε το παλιό προξενιό, το οποίο είχε κρατήσει μυστικό τόσα χρόνια.

Η Ειρήνη διάβασε αργά.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

Αγκάλιασε τον πατέρα της.

«Πατέρα», του είπε γλυκά, «ίσως ο τρόπος σου τότε να ήταν σκληρός. Όμως γνωρίζω πως όλα τα έκανες από αγάπη. Κι αν ακόμη ο κύριος Σκουράντζος με είχε ρωτήσει ο ίδιος, πάλι αρνητική θα ήταν η απάντησή μου. Είχα άλλα όνειρα και ήθελα πρώτα να τα υπηρετήσω.»

Ο ηλικιωμένος πατέρας χαμογέλασε ανακουφισμένος. Ένα βάρος δεκαετιών έφυγε από την ψυχή του.

Δίπλα τους καθόταν η κόρη της Ειρήνης, που άκουγε με προσοχή όλη την ιστορία. Όταν τελείωσε, γέλασε πονηρά.

«Μαμά», είπε, «αν ποτέ ο καθηγητής μου ρωτήσει πώς έγραψα την εργασία μου, δεν θα του πω πως με βοήθησες εσύ.»

«Και τι θα πεις;» τη ρώτησε η Ειρήνη.

«Θα του πω πως την έκανα... σε συνεργασία με το Chat!»

Το δωμάτιο γέμισε γέλια.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο κιτρινισμένο χαρτί μιας παλιάς έκθεσης, στις αναμνήσεις ενός χωριού, στις αξίες μιας άλλης εποχής και στις δυνατότητες της νέας, ενώθηκαν δύο κόσμοι. Ο ένας είχε για εργαλείο το μολύβι, το λυχνάρι και την επιμονή. Ο άλλος την τεχνολογία και τη γνώση που ταξιδεύει με το πάτημα ενός πλήκτρου.

Όμως η ουσία έμενε η ίδια: η αληθινή παιδεία δεν βρίσκεται στα μέσα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, αλλά στην καθαρότητα του χαρακτήρα του, στην εργατικότητα, στην αγάπη για τη μάθηση και στην ταπεινή διάθεση να μοιράζεται τη γνώση με τους άλλους. Αυτές είναι οι αξίες που αντέχουν στον χρόνο, όπως οι αιωνόβιες ελιές της Μεσσηνιακής γης, που συνεχίζουν να καρποφορούν, γενιά ύστερα από γενιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου