Η Μαριλένα ήταν από εκείνες τις γυναίκες που μπορούσαν να ανοίξουν βάζο με πείσμα, να αλλάξουν λάμπα στον αέρα, να πληρώσουν λογαριασμούς με βλέμμα στρατηγού και ταυτόχρονα να φτιάξουν κεφτεδάκια που έφερναν δάκρυα συγκίνησης. Είχε μεγαλώσει μόνη τον γιο της, τον Αλέξη, και είχε καταφέρει το ακατόρθωτο: να είναι και μητέρα και πατέρας χωρίς ποτέ να φορά γραβάτα.
Ο Αλέξης τη θαύμαζε από μικρός. Την κοιτούσε όπως κοιτούν τα παιδιά τους ήρωες των παραμυθιών· με βεβαιότητα ότι δεν κουράζονται , δεν αρρωσταίνουν και δεν ξεμένουν ποτέ από λύσεις.
Μόνο μία χάρη της ζητούσε.
—Μαμά μου, δεν θέλω να γεράσεις.
Η Μαριλένα χαμογελούσε.
—Καλά, Αλέξη μου.
—Να είσαι πάντα νέα. Με τα ξανθά σου μαλλιά. Και ούτε μία άσπρη τρίχα να μη φυτρώσει στο κεφάλι σου.
Η Μαριλένα γελούσε σφιγμένα.
Γιατί άλλο να ζητά το παιδί ποδήλατο ή παγωτό, κι άλλο αναστολή της βιολογίας.