Εισαγωγή
«Κάποτε ρώτησα ένα πουλί, ένα λουλούδι κι έναν άνθρωπο τί είναι “ΘΕΟΣ”. Το πουλί πέταξε, το λουλούδι άνθισε κι ο άνθρωπος δάκρυσε».
Ο σύντομος αυτός λόγος, που κοσμεί το Μοναστήρι των Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ του Σάρωφ στο Τρίκορφο Φωκίδας, περικλείει μέσα σε ελάχιστες λέξεις ένα ολόκληρο θεολογικό σύμπαν. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ποιητικό απόφθεγμα συναισθηματικού χαρακτήρα· αποτελεί μία βαθιά υπαρξιακή και θεολογική σύνοψη της σχέσεως ανάμεσα στον Θεό, την κτίση και τον άνθρωπο. Η δημιουργία απαντά στον Δημιουργό όχι με έννοιες και λογικούς ορισμούς, αλλά με τον ίδιο τον τρόπο της υπάρξεώς της. Το πουλί πετά, το λουλούδι ανθίζει και ο άνθρωπος δακρύζει. Καθένα εκφράζει τον Θεό σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό του.
Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν αντιλαμβάνεται τη γνώση του Θεού ως αφηρημένη διανοητική διαδικασία. Η θεογνωσία είναι εμπειρία ζωής, κοινωνία προσώπων και μέθεξη στη θεία χάρη. Γι’ αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας επιμένουν ότι ο Θεός δεν μπορεί να περιοριστεί σε λογικά σχήματα. Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τις ενέργειες του Θεού, όχι όμως την ουσία Του, η οποία παραμένει ακατάληπτη και υπερούσια (Γρηγόριος Παλαμάς, PG 150, 833C).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φύση και η ανθρώπινη καρδιά λειτουργούν ως δύο μεγάλοι τόποι αποκαλύψεως του Θεού. Η κτίση αποκαλύπτει τη σοφία και την πρόνοια του Δημιουργού, ενώ το δάκρυ της μετανοίας και της αγάπης αποκαλύπτει την προσωπική συνάντηση του ανθρώπου με το θείο μυστήριο.
Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να αναδείξει τη βιβλική και πατερική θεμελίωση αυτών των δύο αξόνων: αφενός της φυσικής θεολογίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το πουλί και το λουλούδι, και αφετέρου της εμπειρικής θεογνωσίας, όπως αυτή φανερώνεται στο δάκρυ του ανθρώπου.
Η κτίση ως θεολογική μαρτυρία
Η Αγία Γραφή παρουσιάζει ολόκληρη την κτίση ως ζωντανό μάρτυρα της δόξας του Θεού. Ο κόσμος δεν είναι αποτέλεσμα τυχαίων δυνάμεων, αλλά έργο σοφίας, αγάπης και θείας βουλής. Ο Ψαλμωδός διακηρύσσει:
«Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα» (Ψαλμ. 18:2).
Η δημιουργία «διηγείται» τον Θεό χωρίς λόγια. Η σιωπή της φύσεως είναι θεολογικός λόγος. Ο άνεμος, τα άστρα, τα άνθη, τα πτηνά και οι εποχές αποτελούν μία αδιάκοπη λειτουργία δοξολογίας.
Ο Μέγας Βασίλειος, στην περίφημη «Εξαήμερο», βλέπει ολόκληρη τη δημιουργία ως σχολείο θεογνωσίας. Παρατηρώντας την τάξη του κόσμου, ο άνθρωπος οδηγείται στη γνώση του Δημιουργού:
«Ἐκ τῆς τῶν ὁρωμένων καλλονῆς ἐπὶ τὸν τοῦ παντὸς δημιουργὸν ὁ νοῦς ἀνάγεται» (Μέγας Βασίλειος, PG 29, 28A).
Η ομορφιά του κόσμου δεν είναι αυτάρκης· παραπέμπει πέρα από τον εαυτό της. Κάθε στοιχείο της δημιουργίας γίνεται μία «εικόνα» που οδηγεί στον Θεό.
Η βιβλική παράδοση παρουσιάζει τη φύση όχι μόνο ως δημιούργημα, αλλά και ως συνομιλητή του ανθρώπου. Στον Ψαλμό 103 ολόκληρη η κτίση εμφανίζεται να συμμετέχει σε μία κοσμική δοξολογία:
«Τα πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσει ἐπ’ αὐτά· ἐκ μέσου τῶν πετρῶν δώσουσι φωνήν» (Ψαλμ. 103:12).
Το κελάηδισμα των πουλιών γίνεται ύμνος προς τον Θεό. Η ύπαρξή τους είναι δοξολογία. Η ίδια η ζωή τους αποκαλύπτει ότι ο κόσμος δεν είναι εγκαταλελειμμένος, αλλά διατηρείται συνεχώς από τη θεία πρόνοια.
Το πουλί ως σύμβολο πνευματικής ανατάσεως
Στο απόφθεγμα, το πουλί απαντά στο ερώτημα περί Θεού πετώντας. Το πέταγμα αποτελεί σύμβολο ελευθερίας, αναβάσεως και κινήσεως προς τα άνω. Στη βιβλική και πατερική παράδοση, τα πτηνά συχνά συνδέονται με την πνευματική κίνηση της ψυχής.
Ο προφήτης Ησαΐας αναφέρει:
«Οἱ δὲ ὑπομένοντες τὸν Θεὸν ἀλλάξουσιν ἰσχύν, πτεροφυήσουσιν ὡς ἀετοί» (Ησ. 40:31).
Η εικόνα του αετού εκφράζει την πνευματική αναγέννηση και την άνοδο προς τον Θεό. Το πέταγμα δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά υπέρβαση της πτώσεως.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης βλέπει στην κίνηση της δημιουργίας μία αδιάκοπη πορεία προς το αγαθό. Όλη η κτίση τείνει προς τον Θεό ως προς την πηγή της υπάρξεώς της (PG 44, 377B). Το πουλί, πετώντας, συμβολίζει αυτή την έμφυτη τάση της δημιουργίας προς τον Δημιουργό.
Ο ίδιος ο Χριστός χρησιμοποιεί τα πετεινά του ουρανού ως παράδειγμα εμπιστοσύνης στη θεία πρόνοια:
«Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν… καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά» (Ματθ. 6:26).
Η ζωή των πτηνών αποκαλύπτει μία σχέση εμπιστοσύνης με τον Δημιουργό. Δεν κατέχουν τίποτε, κι όμως ζουν μέσα στην πρόνοια του Θεού. Γι’ αυτό και η πτήση του πουλιού στο απόφθεγμα δεν είναι τυχαία. Είναι μία άφωνη ομολογία ότι ο Θεός είναι ζωή, ελευθερία και ύψος.
Το λουλούδι και η μυστική γλώσσα της ομορφιάς
Το λουλούδι απαντά ανθίζοντας. Η άνθιση είναι η εκπλήρωση του σκοπού της υπάρξεώς του. Στην πατερική θεολογία, κάθε κτίσμα έχει τον «λόγο» του, δηλαδή τον θεϊκό σκοπό και προορισμό του.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι ολόκληρη η δημιουργία περιέχει τους «λόγους τῶν ὄντων», οι οποίοι προϋπάρχουν στον Λόγο του Θεού (PG 91, 1080C). Κάθε δημιούργημα αποτελεί μία ιδιαίτερη αποκάλυψη της θείας σοφίας.
Το λουλούδι δεν θεολογεί με λόγια· θεολογεί με το κάλλος του. Η ομορφιά του γίνεται μία μορφή δοξολογίας. Η άνθισή του είναι μία υπαρξιακή υπακοή στο θέλημα του Δημιουργού.
Ο Χριστός χρησιμοποιεί τα κρίνα του αγρού ως παράδειγμα της θείας δόξας:
«Καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει… οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων» (Ματθ. 6:28-29).
Η ομορφιά της φύσεως δεν είναι κοσμική ματαιότητα, αλλά θεϊκή σφραγίδα. Το λουλούδι αποκαλύπτει ότι ο Θεός δεν δημιουργεί μόνο λειτουργικά, αλλά και «καλῶς λίαν» (Γεν. 1:31).
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεωρεί ότι η δημιουργία είναι γεμάτη «ίχνη» της θείας σοφίας (PG 94, 865A). Η αρμονία και το κάλλος του κόσμου οδηγούν τον άνθρωπο σε δοξολογία.
Η άνθιση του λουλουδιού στο απόφθεγμα φανερώνει ότι η ύπαρξη βρίσκει την πληρότητά της όταν μένει πιστή στον λόγο της υπάρξεώς της. Το λουλούδι γίνεται αληθινά «ο εαυτός του» όταν ανθίζει. Έτσι και ο άνθρωπος γίνεται αληθινά άνθρωπος όταν στραφεί προς τον Θεό.
Η φυσική θεολογία στην πατερική παράδοση
Η λεγόμενη «φυσική θεολογία» δεν αποτελεί στη χριστιανική παράδοση μία αυτόνομη φιλοσοφική αναζήτηση. Η φύση δεν σώζει από μόνη της τον άνθρωπο ούτε αντικαθιστά την αποκάλυψη. Ωστόσο, λειτουργεί ως προοίμιο και πρόσκληση προς τη θεογνωσία.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει:
«Τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται» (Ρωμ. 1:20).
Η δημιουργία αποκαλύπτει τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Ο άνθρωπος μπορεί, μέσω της κτίσεως, να φτάσει στη συνείδηση ότι υπάρχει Δημιουργός.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει ότι η θέα της δημιουργίας ανυψώνει τον νου προς τον Θεό:
«Ἐκ τῶν ὁρωμένων ἐπὶ τὰ νοούμενα χωρεῖν» (PG 36, 29A).
Η φύση γίνεται σκάλα αναβάσεως. Δεν λατρεύεται η κτίση, αλλά μέσω αυτής δοξάζεται ο Κτίστης.
Η Oρθόδοξη Pαράδοση αποφεύγει δύο άκρα: αφενός την ειδωλοποίηση της φύσεως και αφετέρου την περιφρόνησή της. Ο κόσμος δεν είναι ούτε θεός ούτε φυλακή· είναι δωρεά και χώρος κοινωνίας με τον Θεό.
Η ασκητική παράδοση μαρτυρεί αυτή τη βαθιά σχέση των αγίων με την κτίση. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ συνομιλούσε με τα ζώα της ερήμου με ειρήνη και πραότητα. Τα συναξάρια παρουσιάζουν λιοντάρια, αρκούδες και άγρια ζώα να υπακούν στους αγίους. Η συμφιλίωση του ανθρώπου με τον Θεό αποκαθιστά και τη σχέση του με τη δημιουργία.
Ο άνθρωπος που ενώνεται με τον Θεό παύει να βλέπει τη φύση ως αντικείμενο εκμεταλλεύσεως και την αναγνωρίζει ως μυστήριο παρουσίας του Δημιουργού.
Ο άνθρωπος ως εικόνα Θεού
Σε αντίθεση με το πουλί και το λουλούδι, ο άνθρωπος απαντά με δάκρυα. Η απάντηση αυτή αποκαλύπτει την ιδιαίτερη θέση του ανθρώπου μέσα στην κτίση.
Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεού (Γεν. 1:26). Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι απλώς βιολογικό ον, αλλά πρόσωπο ικανό να σχετίζεται με τον Δημιουργό του.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης υπογραμμίζει ότι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο εκφράζεται κυρίως στην ελευθερία και στην ικανότητα κοινωνίας (PG 44, 136B).
Ενώ η φύση φανερώνει τον Θεό ασυνείδητα, ο άνθρωπος μπορεί να Τον γνωρίσει προσωπικά. Γι’ αυτό και η αντίδρασή του δεν είναι απλώς φυσική, αλλά υπαρξιακή. Το δάκρυ εκφράζει την εσωτερική συγκίνηση της ψυχής μπροστά στο μυστήριο της θείας αγάπης.
Το δάκρυ δεν είναι αδυναμία. Είναι αποκάλυψη της καρδιάς. Εκεί όπου ο λόγος αδυνατεί να περιγράψει το θείο μυστήριο, αρχίζει η γλώσσα της σιωπής και των δακρύων.
Το δάκρυ ως πνευματικό χάρισμα
Στην Ορθόδοξη Παράδοση, τα δάκρυα θεωρούνται ιδιαίτερο χάρισμα της Θείας Χάριτος. Οι Πατέρες μιλούν για το «χάρισμα των δακρύων» ως σημείο καθάρσεως και φωτισμού.
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος αφιερώνει ολόκληρο λόγο στο «χαροποιό πένθος». Γράφει χαρακτηριστικά:
«Ὥσπερ πῦρ κατακαίει καλάμην, οὕτως δάκρυ καθαρὸν πᾶσαν ῥύπον ἐξαφανίζει» (PG 88, 816D).
Τα δάκρυα δεν είναι απλή συναισθηματική εκτόνωση· είναι πνευματική κάθαρση. Η καρδιά μαλακώνει, συντρίβεται και ανοίγεται στη Θεία Χάρη.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος θεωρεί τα δάκρυα σημείο ότι ο άνθρωπος άρχισε να γεύεται τη μέλλουσα ζωή. Η ψυχή που αγγίζεται από τη Θεία Χάρη δεν μπορεί να παραμείνει ψυχρή. Τα δάκρυα γίνονται μαρτυρία της παρουσίας του Θεού.
Η πατερική παράδοση διακρίνει διάφορα είδη δακρύων: δάκρυα μετανοίας, ευγνωμοσύνης, αγάπης, συντριβής και συμπόνιας. Όλα όμως έχουν κοινή ρίζα: τη συνάντηση του ανθρώπου με τον Θεό.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος περιγράφει τα δάκρυα ως καρπό της εμπειρίας του ακτίστου φωτός. Όταν η ψυχή επισκέπτεται από τη Θεία Χάρη, τότε γεννιέται μία ανείπωτη συγκίνηση που εκφράζεται με δάκρυα (PG 120, 549A).
Το δάκρυ του ανθρώπου στο απόφθεγμα αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη συνάντηση. Ο άνθρωπος δεν δίνει θεωρητικό ορισμό για τον Θεό, γιατί συνειδητοποιεί ότι ο Θεός δεν είναι έννοια, αλλά Πρόσωπο.
Η χαρμολύπη ως οδός θεογνωσίας
Η Ορθόδοξη πνευματικότητα χρησιμοποιεί τον παράδοξο όρο «χαρμολύπη» για να περιγράψει την κατάσταση της καρδιάς που μετανοεί και αγαπά ταυτόχρονα.
Ο άνθρωπος λυπάται για την απόστασή του από τον Θεό, αλλά ταυτόχρονα χαίρεται επειδή βιώνει την άπειρη αγάπη Του. Αυτή η διπλή εμπειρία γεννά τα δάκρυα.
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει:
«Πένθος ἐστὶ ψυχῆς χρυσοῦν κέντρον» (PG 88, 801A).
Η λύπη κατά Θεόν δεν οδηγεί σε απόγνωση, αλλά σε αναγέννηση. Τα δάκρυα γίνονται πηγή ελπίδας.
Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για τη «λύπη κατὰ Θεόν» που γεννά μετάνοια και σωτηρία (Β΄ Κορ. 7:10). Η πνευματική λύπη δεν είναι ψυχολογική κατάρρευση, αλλά καρπός της Θείας Χάριτος.
Η χαρμολύπη αποτελεί μία από τις βαθύτερες εμπειρίες της Ορθόδοξης ασκητικής ζωής. Η καρδιά μαλακώνει, γίνεται ευαίσθητη και ικανή να αγαπήσει όχι μόνο τον Θεό, αλλά και ολόκληρη την κτίση.
Το δάκρυ ως γνώση του Θεού
Στη δυτική φιλοσοφική παράδοση, η γνώση συνδέεται κυρίως με τη λογική και την έννοια. Στην Ορθόδοξη Παράδοση, όμως, η αληθινή γνώση του Θεού είναι εμπειρική.
Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διδάσκει ότι ο Θεός γνωρίζεται μέσω της μεθέξεως στις άκτιστες ενέργειές Του και όχι μέσω της διανοητικής κατανοήσεως της ουσίας Του (PG 150, 923C).
Γι’ αυτό και οι άγιοι συχνά σιωπούν μπροστά στο μυστήριο του Θεού. Η εμπειρία υπερβαίνει τις λέξεις.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος τονίζει ότι εκείνος που δεν γεύθηκε προσωπικά τη Θεία Χάρη δεν μπορεί να μιλήσει αληθινά για τον Θεό (PG 120, 508D).
Το δάκρυ γίνεται λοιπόν μία μορφή γνώσεως. Δεν είναι διανοητική κατανόηση, αλλά βίωμα παρουσίας.
Ο άνθρωπος του αποφθέγματος δακρύζει επειδή αντιλαμβάνεται ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος και ταυτόχρονα άπειρα οικείος. Η καρδιά του συγκλονίζεται από την εμπειρία της θείας αγάπης.
Η ενότητα κτίσεως και ανθρώπου στη δοξολογία
Το πουλί, το λουλούδι και ο άνθρωπος δεν βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Αποτελούν τρεις διαφορετικές μορφές της ίδιας δοξολογίας.
Η δημιουργία ολόκληρη καλείται να δοξάσει τον Θεό. Ο άνθρωπος, ως ιερέας της κτίσεως, προσφέρει τον κόσμο πίσω στον Δημιουργό με ευχαριστία.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής παρουσιάζει τον άνθρωπο ως σύνδεσμο ανάμεσα στον αισθητό και τον νοητό κόσμο (PG 91, 1305C). Μέσα από τον άνθρωπο, η δημιουργία αποκτά συνειδητή φωνή δοξολογίας.
Η Θεία Λειτουργία εκφράζει ακριβώς αυτή την κοσμική ενότητα. Ο άρτος και ο οίνος, καρποί της γης και της ανθρώπινης εργασίας, προσφέρονται στον Θεό και μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Έτσι, η φύση δεν είναι εξωτερική προς τη σωτηρία. Συμμετέχει κι αυτή στο μυστήριο της ανακαινίσεως.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει:
«Πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει» (Ρωμ. 8:22).
Η δημιουργία προσδοκά τη λύτρωση μαζί με τον άνθρωπο. Η σωτηρία δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά κοσμικό γεγονός.
Η οικολογική διάσταση της ορθόδοξης θεολογίας
Η σύγχρονη οικολογική κρίση αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τη σημασία της πατερικής θεολογίας για τη φύση. Η καταστροφή του περιβάλλοντος συνδέεται άμεσα με την πνευματική κρίση του ανθρώπου.
Όταν ο άνθρωπος παύει να βλέπει τον κόσμο ως δωρεά του Θεού, τον μετατρέπει σε αντικείμενο εκμεταλλεύσεως.
Η Ορθόδοξη θεώρηση της κτίσεως προσφέρει μία βαθύτερη οικολογική προοπτική. Η φύση δεν προστατεύεται απλώς για πρακτικούς λόγους, αλλά επειδή αποτελεί έργο και φανέρωση του Θεού.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η οικολογική καταστροφή αποτελεί πνευματικό πρόβλημα και μορφή αμαρτίας απέναντι στη δημιουργία.
Η ασκητική στάση της Εκκλησίας διδάσκει εγκράτεια, ευχαριστία και σεβασμό προς τον κόσμο. Ο άνθρωπος καλείται να γίνει όχι τύραννος της φύσεως, αλλά λειτουργός της.
Το λουλούδι που ανθίζει και το πουλί που πετά μάς καλούν να ξαναδούμε τον κόσμο ως μυστήριο παρουσίας του Θεού.
Η σιωπή ως γλώσσα του Θεού
Εντυπωσιακό στοιχείο του αποφθέγματος είναι ότι καμία απάντηση δεν δίνεται με λέξεις. Το πουλί πετά, το λουλούδι ανθίζει, ο άνθρωπος δακρύζει.
Η σιωπή έχει κεντρική θέση στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Ο Θεός αποκαλύπτεται συχνά μέσα στη σιωπή περισσότερο παρά στον θόρυβο των εννοιών.
Ο προφήτης Ηλίας δεν συνάντησε τον Θεό στον άνεμο, στον σεισμό ή στη φωτιά, αλλά στην «φωνὴ αὔρας λεπτῆς» (Γ΄ Βασ. 19:12).
Οι Πατέρες της ερήμου καλλιέργησαν τη σιωπή ως τόπο συναντήσεως με τον Θεό. Ο Αββάς Ισαάκ λέγει:
«Ἡ σιωπὴ ἐστὶ μυστήριον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
Η βαθύτερη γνώση του Θεού γεννιέται όταν σωπαίνουν οι θόρυβοι του εγωισμού.
Το δάκρυ είναι μία σιωπηλή προσευχή. Η άνθιση και το πέταγμα είναι σιωπηλές δοξολογίες. Όλα συγκλίνουν σε μία αλήθεια: ο Θεός βιώνεται περισσότερο παρά περιγράφεται.
Η εμπειρία των αγίων ως ζωντανή θεολογία
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν στηρίζει τη θεολογία μόνο σε θεωρητικές διατυπώσεις, αλλά κυρίως στην εμπειρία των αγίων. Οι άγιοι είναι οι αυθεντικοί θεολόγοι, διότι γνώρισαν τον Θεό εμπειρικά.
Ο Άγιος Ευάγριος ο Ποντικός διατυπώνει τη γνωστή ρήση:
«Εἰ θεολόγος εἶ, προσεύξῃ ἀληθῶς· καὶ εἰ ἀληθῶς προσεύξῃ, θεολόγος εἶ» (PG 79, 1180B).
Η θεολογία δεν είναι ακαδημαϊκή ειδίκευση, αλλά καρπός προσευχής.
Οι βίοι των αγίων είναι γεμάτοι από δάκρυα, αγάπη προς τη φύση και αίσθηση της θείας παρουσίας μέσα στον κόσμο.
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης έκλαιγε για όλο τον κόσμο, ακόμη και για τους εχθρούς. Η καρδιά που αγγίζεται από τη Θεία Χάρη γίνεται καθολική και συμπαντική.
Ο Άγιος Πορφύριος έβλεπε μέσα στη φύση μία αδιάκοπη αποκάλυψη της θείας αγάπης. Συχνά έλεγε ότι όποιος αγαπά πραγματικά τον Χριστό, αγαπά και τα λουλούδια, τα δέντρα και τα ζώα.
Η ζωή των αγίων επιβεβαιώνει ότι η δημιουργία και η καρδιά του ανθρώπου ενώνονται στη δοξολογία.
Συμπέρασμα
Το σύντομο απόφθεγμα από το Μοναστήρι των Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ του Σάρωφ αποτελεί μία μικρή αλλά βαθύτατη σύνοψη της Ορθόδοξης Θεολογίας.
Το πουλί που πετά, το λουλούδι που ανθίζει και ο άνθρωπος που δακρύζει φανερώνουν τρεις διαφορετικούς τρόπους υπάρξεως ενώπιον του Θεού.
Η φύση αποκαλύπτει τη σοφία, την αρμονία και την πρόνοια του Δημιουργού. Ολόκληρη η κτίση γίνεται μία αδιάκοπη δοξολογία. Το πουλί και το λουλούδι δεν ορίζουν τον Θεό· Τον μαρτυρούν με την ίδια την ύπαρξή τους.
Ο άνθρωπος, όμως, ως εικόνα Θεού, καλείται σε προσωπική σχέση με τον Δημιουργό. Το δάκρυ του εκφράζει τη συνάντηση της ανθρώπινης περατότητας με την άπειρη αγάπη του Θεού. Εκεί όπου τελειώνουν οι λέξεις, αρχίζει η αληθινή θεολογία της καρδιάς.
Η Ορθόδοξη Παράδοση μάς διδάσκει ότι ο Θεός δεν είναι μία αφηρημένη ιδέα για να αναλυθεί, αλλά ζωντανή παρουσία για να βιωθεί. Η αληθινή γνώση Του γεννιέται μέσα στην ταπείνωση, στη σιωπή, στη δοξολογία και στη μετάνοια.
Σε έναν κόσμο γεμάτο θόρυβο, αμφιβολία και πνευματική ξηρασία, το πουλί, το λουλούδι και το δάκρυ γίνονται υπενθύμιση ότι ο Θεός εξακολουθεί να αποκαλύπτεται μέσα στην ομορφιά της δημιουργίας και στο βάθος της ανθρώπινης καρδιάς.
Είθε ο Κύριος να χαρίζει σε όλους μας πνευματική ευαισθησία, καθαρότητα καρδιάς και το χάρισμα να αναγνωρίζουμε τη θεία παρουσία τόσο στην κτίση όσο και στη μυστική σιωπή της προσευχής. Είθε η χάρη του Θεού να φωτίζει τον νου, να θερμαίνει την καρδιά και να μεταμορφώνει τη ζωή όλων μας σε μία αδιάκοπη δοξολογία αγάπης και ευχαριστίας.
Βιβλιογραφία
Βασίλειος Καισαρείας. (1857). Homiliae in Hexaemeron. Στο J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 29). Paris: Migne.
Ευάγριος ο Ποντικός. (1863). De oratione. Στο J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 79). Paris: Migne.
Γρηγόριος Νύσσης. (1863). De hominis opificio. Στο J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 44). Paris: Migne.
Γρηγόριος ο Θεολόγος. (1858). Orationes theologicae. Στο J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 36). Paris: Migne.
Γρηγόριος Παλαμάς. (1865). Triades. Στο J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 150). Paris: Migne.
Ιωάννης Δαμασκηνός. (1864). De fide orthodoxa. Στο J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 94). Paris: Migne.
Ιωάννης της Κλίμακος. (1860). Scala Paradisi. Στο J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 88). Paris: Migne.
Μάξιμος ο Ομολογητής. (1865). Ambigua. Στο J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 91). Paris: Migne.
Συμεών ο Νέος Θεολόγος. (1866). Catecheses. Στο J. P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 120). Paris: Migne.
Η Αγία Γραφή. (1997). Αθήνα: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου