Εισαγωγή
Η ανθρώπινη καρδιά δημιουργήθηκε για να ζει μέσα στην κοινωνία με τον Θεό. Όταν όμως απομακρύνεται από τον Δημιουργό της και στρέφεται αποκλειστικά προς το ίδιο της το θέλημα, τότε χάνει τον εσωτερικό της προσανατολισμό. Η Αγία Γραφή και η πατερική παράδοση της Εκκλησίας αποκαλύπτουν ότι η αληθινή ελευθερία δεν βρίσκεται στην ανεξέλεγκτη ικανοποίηση των επιθυμιών, αλλά στην ένωση του ανθρωπίνου θελήματος με το θέλημα του Θεού. Το θέλημα του Θεού δεν είναι ένας εξωτερικός νόμος καταναγκασμού· είναι η οδός που θεραπεύει την ανθρώπινη ύπαρξη και την επαναφέρει στην αληθινή της φύση.
Ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά ταυτίζει την ελευθερία με την αυτονομία και την αυτονόμηση από κάθε πνευματική αναφορά. Πιστεύει ότι θα βρει πληρότητα ακολουθώντας αποκλειστικά τις προσωπικές του επιθυμίες. Ωστόσο, όσο περισσότερο ο άνθρωπος υπηρετεί τον εγωκεντρισμό του, τόσο περισσότερο αισθάνεται εσωτερικό κενό, υπαρξιακή μοναξιά και αδυναμία να βρει ειρήνη. Η καρδιά που απομακρύνεται από τον Θεό, ακόμη κι αν αποκτήσει αγαθά, δόξα ή απολαύσεις, παραμένει ανήσυχη. Ο Άγιος Αυγουστίνος εκφράζει βαθιά αυτή την αλήθεια όταν λέγει: «ἀνήσυχος ἡ καρδία ἡμῶν ἕως οὗ ἀναπαύσηται ἐν Σοί» (PG 32, 661).
Η Ορθόδοξη πνευματικότητα καλεί τον άνθρωπο όχι να καταστρέψει τη θέλησή του, αλλά να τη θεραπεύσει και να την οδηγήσει στην κοινωνία με το θείο θέλημα. Η άσκηση της καρδιάς είναι μία συνεχής πορεία μετανοίας, ταπεινώσεως και αγάπης. Πρόκειται για έναν εσωτερικό αγώνα, κατά τον οποίο ο άνθρωπος μαθαίνει να αναζητεί όχι αυτό που ευχαριστεί πρόσκαιρα τον εγωισμό του, αλλά εκείνο που σώζει την ψυχή του.
Το ανθρώπινο θέλημα και η πτώση
Η πτώση των Πρωτοπλάστων συνδέεται άμεσα με την απολυτοποίηση του ανθρωπίνου θελήματος. Ο Αδάμ και η Εύα δεν αρκέστηκαν στην κοινωνία με τον Θεό, αλλά θέλησαν να αποκτήσουν αυτονομία έξω από Εκείνον. Η αμαρτία δεν ήταν απλώς η παράβαση μιας εντολής· ήταν η επιλογή της αυτάρκειας. Ο άνθρωπος προτίμησε να εμπιστευθεί τη δική του κρίση αντί του θελήματος του Θεού.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναλύει βαθιά το μυστήριο αυτό, διακρίνοντας το φυσικό θέλημα από το γνωμικό θέλημα. Το φυσικό θέλημα οδηγεί τον άνθρωπο προς τον Θεό, διότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για την κοινωνία μαζί Του. Το γνωμικό όμως θέλημα, όταν κυριαρχείται από την αμαρτία και τον εγωισμό, απομακρύνει τον άνθρωπο από την αλήθεια (PG 91, 45-48). Έτσι, η εσωτερική διάσπαση του ανθρώπου δεν είναι απλώς ψυχολογικό γεγονός, αλλά πνευματική κατάσταση που προέρχεται από τη ρήξη με το θείο θέλημα.
Ο άνθρωπος που ακολουθεί αποκλειστικά το δικό του θέλημα πιστεύει ότι κινείται ελεύθερα. Στην πραγματικότητα όμως γίνεται δέσμιος των παθών του. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος διδάσκει ότι η ιδιορρυθμία και η προσκόλληση στο ίδιο θέλημα αποτελούν μεγάλη πνευματική ασθένεια, διότι γεννούν υπερηφάνεια και σκοτίζουν τον νου (PG 88, 716A). Η καρδιά τότε αδυνατεί να διακρίνει το αληθινό αγαθό και περιπλανιέται σε αδιέξοδα.
Η σύγχρονη κοινωνία ενισχύει συχνά αυτή την πνευματική πλάνη. Η επιτυχία, η αυτοπροβολή και η ατομική επιβεβαίωση παρουσιάζονται ως ύψιστα ιδανικά. Όμως η εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και όταν ο άνθρωπος πετυχαίνει τους στόχους του, η ψυχή του παραμένει διψασμένη. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να ζει μόνο για τον εαυτό του· δημιουργήθηκε για κοινωνία αγάπης με τον Θεό και τον πλησίον.
Η υπακοή ως οδός θεραπείας
Η Εκκλησία δεν αντιλαμβάνεται την υπακοή ως δουλεία, αλλά ως θεραπεία της πεπτωκυίας ανθρωπίνης υπάρξεως. Η υπακοή στο θέλημα του Θεού αποκαθιστά την εσωτερική ενότητα του ανθρώπου και τον ελευθερώνει από τη δουλεία του εγωισμού.
Το Γεροντικόν διασώζει τη σοφία των Πατέρων της ερήμου, οι οποίοι γνώριζαν ότι η πνευματική πρόοδος δεν επιτυγχάνεται με εξωτερικές πράξεις μόνο, αλλά με τη συντριβή του ιδίου θελήματος. Ο Αββάς Ισίδωρος τονίζει ότι οι Άγιοι έγιναν δοχεία της Θείας Χάριτος επειδή παρέδωσαν ολοκληρωτικά τον εαυτό τους στο θέλημα του Θεού. Η υπακοή αυτή δεν είναι παθητικότητα· είναι ενεργός εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού.
Ο ίδιος ο Χριστός αποτελεί το τέλειο πρότυπο υπακοής. Στη Γεθσημανή προσεύχεται: «Πάτερ μου… οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ» (Ματθ. 26,39). Η σωτηρία του ανθρώπου περνά μέσα από αυτή την ελεύθερη υπακοή του Υιού προς τον Πατέρα. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας υπογραμμίζει ότι ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση για να θεραπεύσει και το ανθρώπινο θέλημα διά της τέλειας υπακοής Του (PG 74, 680D-681A).
Η υπακοή στο θείο θέλημα οδηγεί τον άνθρωπο στην ειρήνη. Όσο ο άνθρωπος αγωνίζεται να επιβάλει παντού το δικό του θέλημα, συγκρούεται διαρκώς με τους άλλους και με τον ίδιο του τον εαυτό. Αντίθετα, όταν μάθει να εμπιστεύεται τον Θεό, τότε ακόμη και οι θλίψεις αποκτούν νόημα. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει: «Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅταν κατοικήσῃ εἰς τὴν ψυχήν, ποιεῖ τὸν ἄνθρωπον νὰ λησμονῇ τὸ ἴδιον θέλημα». Η λήθη του ιδίου θελήματος δεν σημαίνει απώλεια της προσωπικότητας, αλλά υπέρβαση της φιλαυτίας.
Το «κατ’ εικόνα» και το «καθ’ ομοίωσιν»
Η Αγία Γραφή αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ (Γεν. 1,26). Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύουν ότι το «κατ’ εικόνα» αποτελεί δωρεά του Θεού, ενώ το «καθ’ ομοίωσιν» είναι δυναμική πορεία και πνευματικός αγώνας.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης διδάσκει ότι ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού ως προς τη λογικότητα, την ελευθερία και τη δυνατότητα κοινωνίας με τον Θεό. Το «καθ’ ομοίωσιν» όμως πραγματοποιείται μέσω της αρετής και της θεώσεως (PG 44, 136B). Ο άνθρωπος καλείται να γίνει όμοιος με τον Θεό κατά χάριν, να μεταμορφώσει δηλαδή όλη του την ύπαρξη μέσα από τη ζωή της αγάπης και της αγιότητας.
Η πορεία προς το «καθ’ ομοίωσιν» απαιτεί άρνηση του εγωισμού. Ο Χριστός λέγει: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ» (Ματθ. 16,24). Η άρνηση αυτή δεν είναι μίσος προς τον εαυτό, αλλά απελευθέρωση από την τυραννία της φιλαυτίας. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θεωρεί τη φιλαυτία ρίζα όλων των παθών, διότι οδηγεί τον άνθρωπο να αγαπά τον εαυτό του περισσότερο από τον Θεό και τον πλησίον (PG 90, 964C).
Η άσκηση της καρδιάς λοιπόν συνδέεται άμεσα με την πορεία προς το «καθ’ ομοίωσιν». Όσο ο άνθρωπος μαθαίνει να λέγει «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», τόσο η ύπαρξή του φωτίζεται από τη χάρη του Θεού. Τότε η προσευχή παύει να είναι απλή θρησκευτική υποχρέωση και γίνεται αναπνοή της ψυχής.
Η αληθινή ελευθερία κατά τους Πατέρες
Η εποχή μας συχνά θεωρεί ότι η ελευθερία ταυτίζεται με την απουσία ορίων. Ωστόσο η πατερική θεολογία διδάσκει ότι η αμαρτία δεν ελευθερώνει τον άνθρωπο αλλά τον υποδουλώνει. Ο Χριστός το διακηρύσσει ξεκάθαρα: «Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας» (Ιω. 8,34).
Ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής υπογραμμίζει ότι μόνο εκείνοι που από αγάπη υπέταξαν την ελευθερία τους στον Θεό έγιναν πραγματικά ελεύθεροι, διότι ενώθηκαν με την πηγή της ζωής (PG 65, 1168C). Η ελευθερία δεν είναι αυθαίρετη αυτονομία, αλλά δυνατότητα κοινωνίας με την αλήθεια.
Η αληθινή ελευθερία φανερώνεται ιδιαίτερα στους Αγίους. Οι Άγιοι δεν υπήρξαν άνθρωποι καταπιεσμένοι ή φοβισμένοι· αντίθετα, υπήρξαν οι πιο ελεύθεροι άνθρωποι της ιστορίας. Ελευθερώθηκαν από το μίσος, τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία και τον φόβο του θανάτου. Η καρδιά τους αναπαύθηκε στον Θεό και γι’ αυτό μπορούσαν να αγαπούν ανιδιοτελώς.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διδάσκει ότι η χάρη του Αγίου Πνεύματος μεταμορφώνει ολόκληρο τον άνθρωπο και του χαρίζει εσωτερική γνώση της αληθείας (PG 120, 689D). Τότε η ψυχή δεν επιδιώκει πλέον μόνο ό,τι επιθυμεί, αλλά ό,τι οδηγεί στη σωτηρία.
Η πνευματική ζωή επομένως δεν είναι εξωτερικός ηθικισμός. Είναι εσωτερική μεταμόρφωση. Ο άνθρωπος καλείται να θεραπεύσει την καρδιά του ώστε να επιθυμεί το αγαθό. Η σωτηρία δεν επιβάλλεται μηχανικά· προϋποθέτει ελεύθερη συνεργία του ανθρώπου με τη θεία χάρη.
Η παιδαγωγία των δοκιμασιών
Συχνά ο άνθρωπος δυσκολεύεται να αποδεχθεί το θέλημα του Θεού όταν περνά θλίψεις και δοκιμασίες. Η καρδιά επαναστατεί, διότι αναζητεί άμεσα την άνεση και την ασφάλεια. Ωστόσο οι Πατέρες της Εκκλησίας βλέπουν στις δοκιμασίες μία μυστική παιδαγωγία του Θεού.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι οι θλίψεις καθαρίζουν την ψυχή όπως η φωτιά καθαρίζει το χρυσάφι (PG 62, 204). Ο Θεός δεν επιτρέπει τις δοκιμασίες για να καταστρέψει τον άνθρωπο, αλλά για να τον οδηγήσει σε βαθύτερη μετάνοια και εμπιστοσύνη.
Ο άνθρωπος που ζει μόνο σύμφωνα με το δικό του θέλημα συνήθως αναζητεί έναν Θεό που θα επιβεβαιώνει τις επιθυμίες του. Όταν όμως έρθει ο πόνος, τότε καλείται να μάθει την ταπείνωση και την εμπιστοσύνη. Ο ψαλμωδός προσεύχεται: «Δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά Σου, ὅτι Σὺ εἶ ὁ Θεός μου» (Ψαλμ. 142,10). Η προσευχή αυτή εκφράζει τη βαθύτερη πνευματική ωρίμανση: την παράδοση της ζωής στον Θεό.
Οι Άγιοι γνώριζαν ότι ακόμη και μέσα στις θλίψεις ενεργεί η πρόνοια του Θεού. Γι’ αυτό μπορούσαν να διατηρούν ειρήνη ακόμη και μέσα σε μεγάλες δοκιμασίες. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης γράφει ότι η ψυχή που εμπιστεύεται τον Θεό δεν απελπίζεται ποτέ, διότι γνωρίζει ότι ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο περισσότερο από όσο ο άνθρωπος αγαπά τον εαυτό του.
Η άσκηση της καρδιάς στη σύγχρονη εποχή
Η σύγχρονη εποχή χαρακτηρίζεται από θόρυβο, ταχύτητα και υπερβολική προσκόλληση στην εικόνα και στην κατανάλωση. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η καρδιά δυσκολεύεται να ακούσει τη φωνή του Θεού. Ο άνθρωπος βομβαρδίζεται συνεχώς από επιθυμίες και πληροφορίες, με αποτέλεσμα να χάνει την εσωτερική του ησυχία.
Η πατερική παράδοση προτείνει ως θεραπεία τη νήψη, την προσευχή και τη μετάνοια. Ο Άγιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος διδάσκει ότι ο νους πρέπει να φυλάσσεται διαρκώς, διότι από τους λογισμούς γεννώνται τα πάθη (PG 93, 1480D). Η άσκηση της καρδιάς απαιτεί πνευματική εγρήγορση και διάκριση.
Η νοερά προσευχή αποτελεί ιδιαίτερο δρόμο θεραπείας της καρδιάς. Όταν ο άνθρωπος επαναλαμβάνει με ταπείνωση το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», η καρδιά σιγά σιγά ειρηνεύει και μαθαίνει να στρέφεται προς τον Θεό. Η προσευχή αυτή δεν είναι μαγικός τύπος· είναι κραυγή αγάπης και μετανοίας.
Η ζωή της Εκκλησίας, τα μυστήρια, η εξομολόγηση και η Θεία Ευχαριστία αποτελούν επίσης πηγές θεραπείας. Ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνος του, αλλά μέσα στο σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο όπου η καρδιά μαθαίνει να αγαπά σωστά.
Σημαντικό στοιχείο της πνευματικής ζωής είναι και η διάκριση. Δεν είναι κάθε επιθυμία αγαθή, ακόμη κι αν φαίνεται ωφέλιμη. Ο άνθρωπος χρειάζεται να εξετάζει αν αυτό που επιθυμεί οδηγεί πραγματικά στη σωτηρία του ή αν απλώς ικανοποιεί προσωρινά τον εγωισμό του. Η καρδιά που φωτίζεται από τη Θεία Χάρη αποκτά εσωτερικό κριτήριο και ειρήνη.
Το μυστήριο της ειρήνης του Θεού
Η υπακοή στο θέλημα του Θεού γεννά μέσα στον άνθρωπο μία ειρήνη που δεν εξαρτάται από τις εξωτερικές συνθήκες. Ο Χριστός λέγει στους μαθητές Του: «Εἰρήνην τὴν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν» (Ιω. 14,27). Η ειρήνη αυτή είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος.
Ο άνθρωπος που εμπιστεύεται τον Θεό δεν σημαίνει ότι δεν πονά ή δεν αγωνίζεται. Σημαίνει όμως ότι ακόμη και μέσα στον πόνο δεν χάνει την ελπίδα του. Η καρδιά του γνωρίζει ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο.
Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης τόνιζε ότι η ψυχή θεραπεύεται περισσότερο με την αγάπη του Χριστού παρά με τον φόβο και την καταπίεση. Όταν ο άνθρωπος αγαπήσει πραγματικά τον Χριστό, τότε φυσικά απομακρύνεται από την αμαρτία. Η καρδιά δεν πιέζεται εξωτερικά· μεταμορφώνεται εσωτερικά.
Η αληθινή πνευματική ζωή δεν οδηγεί σε σκληρότητα ή φανατισμό, αλλά σε ταπείνωση και αγάπη. Όποιος έμαθε να παραδίδει το θέλημά του στον Θεό, γίνεται πιο επιεικής προς τους άλλους, διότι αναγνωρίζει τη δική του αδυναμία. Η ταπείνωση ανοίγει χώρο για τη Θεία Χάρη.
Συμπέρασμα
Η καρδιά του ανθρώπου πλάσθηκε για τον Θεό και δεν μπορεί να αναπαυθεί μακριά από Αυτόν. Όσο ο άνθρωπος ακολουθεί αποκλειστικά το ίδιο του το θέλημα, παραμένει εγκλωβισμένος στην εσωτερική του διάσπαση. Αντίθετα, όταν μάθει να λέγει «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», τότε αρχίζει να γεύεται την αληθινή ελευθερία.
Η υπακοή στο θέλημα του Θεού δεν είναι κατάργηση της προσωπικότητας, αλλά αποκατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι η οδός που οδηγεί από τη σύγχυση στην ειρήνη, από τη φιλαυτία στην αγάπη, από τον φόβο στην εμπιστοσύνη. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, με τη ζωή και τη διδασκαλία τους, αποκαλύπτουν ότι η μεγαλύτερη νίκη του ανθρώπου δεν είναι να επιβάλει παντού το δικό του θέλημα, αλλά να ενωθεί με το θέλημα του Θεού.
Η άσκηση της καρδιάς είναι καθημερινός αγώνας. Χρειάζεται προσευχή, μετάνοια, ταπείνωση και υπομονή. Χρειάζεται να μάθει ο άνθρωπος να διακρίνει όχι απλώς αυτό που επιθυμεί, αλλά εκείνο που πραγματικά σώζει. Διότι πολλές φορές η επιθυμία γεννιέται από τον εγωισμό, ενώ η σωτηρία περνά μέσα από τον σταυρό.
Ο άνθρωπος που αφήνει το χέρι του μέσα στο χέρι του Θεού δεν χάνεται, ακόμη κι αν περάσει θλίψεις και δοκιμασίες. Η χάρη του Θεού τον στηρίζει και τον οδηγεί σε μία βαθύτερη ζωή. Σιωπηλά ευλογημένος είναι εκείνος που έμαθε να εμπιστεύεται τον Θεό περισσότερο από τον εαυτό του.
Ευχές
Βιβλιογραφία
Αγία Γραφή. (1997). Το Ιερόν Ευαγγέλιον και η Παλαιά Διαθήκη. Αποστολική Διακονία.
Γρηγόριος Νύσσης. (1863). Περί κατασκευής ανθρώπου. Στο J. P. Migne (Εκδ.), Patrologia Graeca (Τόμ. 44, στ. 124–256). Paris: Migne.
Διάδοχος Φωτικής. (1865). Κεφάλαια γνωστικά. Στο J. P. Migne (Εκδ.), Patrologia Graeca (Τόμ. 65, στ. 1167–1186). Paris: Migne.
Ησύχιος Πρεσβύτερος. (1865). Πρὸς Θεόδουλον λόγος νήψεως. Στο J. P. Migne (Εκδ.), Patrologia Graeca (Τόμ. 93, στ. 1479–1544). Paris: Migne.
Ιωάννης ο Χρυσόστομος. (1862). Εἰς τὰς ἐπιστολὰς τοῦ Παύλου ὁμιλίαι. Στο J. P. Migne (Εκδ.), Patrologia Graeca (Τόμ. 62). Paris: Migne.
Ιωάννης της Κλίμακος. (1860). Κλίμαξ. Στο J. P. Migne (Εκδ.), Patrologia Graeca (Τόμ. 88). Paris: Migne.
Ισαάκ ο Σύρος. (19950). Ασκητικοί λόγοι. Ιερά Μονή Παρακλήτου.
Κύριλλος Αλεξανδρείας. (1864). Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην. Στο J. P. Migne (Εκδ.), Patrologia Graeca (Τόμ. 74). Paris: Migne.
Μάξιμος ο Ομολογητής. (1865). Κεφάλαια περί αγάπης και θεολογικά κείμενα. Στο J. P. Migne (Εκδ.), Patrologia Graeca (Τόμ. 90–91). Paris: Migne.
Σιλουανός ο Αθωνίτης. (2006). Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου.
Συμεών ο Νέος Θεολόγος. (1866). Κατηχήσεις. Στο J. P. Migne (Εκδ.), Patrologia Graeca (Τόμ. 120). Paris: Migne.
Αυγουστίνος. (1865). Ἐξομολογήσεις. Στο J. P. Migne (Εκδ.), Patrologia Latina (Τόμ. 32). Paris: Migne.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου