Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Το μυαλό να παίρνει στροφές

                          

                                                                     Φωτό: Pinterest



Στη Μεσσηνία της δεκαετίας του 1960, τότε που τα πρωινά μύριζαν νοτισμένο χώμα, φρεσκοζυμωμένο ψωμί και καμένο ξύλο από τις γωνιές των σπιτιών, ζούσε ο παππούς Παναγιώτης. Δεν ήταν ακόμη τόσο γέρος όσο τον θυμήθηκαν αργότερα οι νεότεροι· ήταν ένας μεσήλικας οικογενειάρχης, γεροδεμένος, με μουστάκι φαρδύ σαν φτερούγα γερακιού και βλέμμα που έμοιαζε να σε ζυγίζει προτού καν ανοίξεις το στόμα σου.

Ήταν επιτυχημένος κτηνοτρόφος και ζούσε κοντά στην Ανδρούσα. Τα ζωντανά του ήξεραν τη φωνή του καλύτερα κι από καμπάνα εκκλησιάς. Λέγανε μάλιστα πως αν φώναζε μέσα στον κάμπο, οι κατσίκες σταματούσαν να μασούν κι έστρεφαν το κεφάλι σαν μαθητές που περίμεναν μάθημα. Κρατούσε πάντα μια γκλίτσα γυαλισμένη από τα χρόνια, που άλλοι παραδέχονταν πως είχε περισσότερο μυαλό από μερικούς ανθρώπους, αφού εκείνος τη χτυπούσε στο χώμα κάθε φορά που έβγαζε συμπέρασμα.

Τα παιδιά του Δημοτικού και του Γυμνασίου τον πετύχαιναν συχνά στις βόλτες τους στον κάμπο. Άλλοτε πήγαιναν δήθεν να μαζέψουν χαμομήλι, άλλοτε να βρουν βατράχια στα αυλάκια, κι άλλοτε μόνο και μόνο γιατί είχαν ακούσει πως ο κυρ Παναγιώτης «σήμερα θα βάλει δύσκολο γρίφο».

Στην αρχή κάθονταν γύρω του διστακτικά. Ύστερα, σαν ξεκλείδωνε η κουβέντα, στρώνονταν καταγής πάνω στις πεζούλες ή στις πέτρες και τον κοίταζαν σαν να ήταν μαζί δάσκαλος, παραμυθάς και δικαστής.

Ο παππούς Παναγιώτης είχε μια αγαπημένη ερώτηση.

—Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

Και κάθε παιδί απαντούσε με στόμφο.

—Δάσκαλος!

—Γιατρός!

—Μηχανικός!

—Καπετάνιος!

Στη Μεσσηνία εκείνη την εποχή τα παιδιά από έξι χρονών είχαν γνώμη για τη ζωή τους. Δεν είχε σημασία αν αργότερα το όνειρο έσπαγε πάνω στην ανάγκη, στη φτώχεια ή στα απρόοπτα. Σημασία είχε πως ονειρεύονταν. Ό,τι τους φαινόταν μεγάλο, σπουδαίο, λαμπερό, αυτό ήθελαν να γίνουν.

Οι γονείς τους συχνά γελούσαν.

—Άσε πρώτα να μάθεις την προπαίδεια κι ύστερα σώζεις τον κόσμο.

Μα τα παιδιά δεν πτοούνταν.

Μια χρονιά,  συνέβη κάτι περίεργο. Τα περισσότερα αγόρια του Δημοτικού είχαν πάθει μια αλλόκοτη εμμονή.

—Θα γίνω πρόεδρος!

—Όχι, εγώ πρωθυπουργός!

—Να κυβερνώ τη χώρα!

Το επαναλάμβαναν τόσο συχνά που στο καφενείο οι γέροντες αστειεύονταν.

—Καλά πάμε. Άμα συνεχίσουμε έτσι, η Ανδρούσα θα κυβερνά όλη την Ελλάδα.

Μια μέρα, μετά το σχολείο, πέτυχαν τον κυρ Παναγιώτη κάτω από μια ελιά. Ήταν καθισμένος, ακουμπισμένος στη γκλίτσα του, και κοίταζε τα σύννεφα σαν να λογάριαζε τον καιρό.

—Κυρ Παναγιώτη! φώναξαν. Θα γίνουμε πρωθυπουργοί!

Εκείνος χαμογέλασε κάτω από το μουστάκι του. Ένα χαμόγελο μισό πονηρό, μισό τρυφερό.

Χτύπησε τη γκλίτσα στο χώμα.

—Για να δούμε αν το μυαλό σας παίρνει στροφές.

Τα παιδιά κάθισαν γύρω του.

—Πρώτη δοκιμασία, είπε σοβαρά. Χωρίστε με τη σκέψη σας ένα τετράγωνο σε τέσσερα ίσα μέρη.

Τα παιδιά πετάχτηκαν.

—Σταυρωτά!

—Οριζόντια και κάθετα!

—Χιαστί!

—Με δύο γραμμές!

Ο κυρ Παναγιώτης έγνεψε.

—Μάλιστα. Κι άλλο;

Σιωπή.

Μία καρακάξα ακούστηκε τόσο δυνατά που έμοιαζε να κοροϊδεύει.

—Ε, αυτά είναι! είπε ένας.

—Α! έκανε ο παππούς. Αν δε σκεφτείτε όπως ο Αρχιμήδης που φώναξε «εύρηκα», πρωθυπουργοί δε γίνεστε.

Τα παιδιά αναστέναξαν.

Εκείνη η απορία τους βασάνισε μέρες.

Στο διάλειμμα αντί να παίξουν μπάλα ζωγράφιζαν τετράγωνα στη σκόνη.

Στο σπίτι ρωτούσαν αδέρφια και πατεράδες.

Ακόμη και στο καφενείο μπήκε η κουβέντα.

—Τι κουταμάρες βάζει ο Παναγιώτης στα παιδιά; έλεγε ένας.

—Δεν είναι κουταμάρες, αποκρινόταν άλλος. Το μυαλό τους ακονίζει.

Ώσπου ένα μεσημέρι ξαναβρέθηκαν όλοι στον κάμπο.

—Το βρήκα! είπε ένα παιδί. Με κύκλους!

—Εγώ με κυματιστές γραμμές!

—Εγώ με διακεκομμένες!

—Κι εγώ βάζω πετραδάκια και χωρίζω μικρότερα ίσα κομμάτια!

Ο κυρ Παναγιώτης έλαμψε.

—Μπράβο! Να το! Το μυαλό να παίρνει στροφές! Να μη στέκεται σαν γάιδαρος μπροστά σε κλειστή πόρτα.

Γέλασαν όλοι.

—Τώρα δεύτερη δοκιμασία.

Ίσιωσε τη μέση του.

—Είστε φυλακισμένοι. Έχετε τρεις δρόμους να δραπετεύσετε. Από τον πρώτο περνάτε μέσα από μεγάλη φωτιά. Από τον δεύτερο πέφτουν συνεχείς πυροβολισμοί. Από τον τρίτο υπάρχουν δυο άγριοι λύκοι που έχουν δέκα χρόνια να φάνε. Ποιο δρόμο διαλέγετε;

Τα παιδιά ανατρίχιασαν.

—Καήκαμε!

—Θα μας πυροβολήσουν!

—Οι λύκοι θα μας κάνουν μια χαψιά!

Κανείς δεν απάντησε.

Για μέρες η ερώτηση έγινε κατάρα.

Στην πλατεία, στο σχολείο, στα σπίτια.

Ακόμη και οι μανάδες αγανάκτησαν.

—Τι σας είπε πάλι εκείνος ο άνθρωπος και δεν τρώτε;

 Τελικά, ένα μεσημέρι , μετά το σχολείο, συνάντησαν πάλι τον κυρ Παναγιώτη.

—Το σκεφτήκαμε! είπαν όλοι σχεδόν μαζί.

—Λέγετε.

—Δεν δραπετεύουμε! Θα μιλήσουμε στον δικηγόρο μας να μικρύνει η ποινή!

Ο παππούς ξέσπασε σε γέλια τόσο δυνατά που τρόμαξαν τα πρόβατα.

—Καλά το πάτε! Πολιτική σκέψη μυρίζει αυτό. Να βρεις τρόπο χωρίς να κάνεις τίποτα!

Τότε σηκώθηκε διστακτικά ο  Κωστάκης.

Ήταν παιδί ήσυχο, λεπτό, με μάτια που έμοιαζαν πάντα να σκέφτονται κάτι παραπάνω.

—Εγώ θα περάσω από τους λύκους.

—Και γιατί; ρώτησε ο κυρ Παναγιώτης.

—Δέκα χρόνια έχουν να φάνε. Ψόφιοι θα είναι.

Για μια στιγμή έπεσε σιωπή.

Ύστερα ο παππούς σηκώθηκε όρθιος.

—Εσύ, παιδί μου, θα γίνεις πολιτικός!

Τα άλλα παιδιά διαμαρτυρήθηκαν.

—Γιατί αυτός;

—Γιατί το μυαλό του πήρε στροφή που δεν πήρε το δικό σας!

Κι από τότε, όποτε κάποιος κολλούσε σε μια σκέψη, ο κυρ Παναγιώτης έλεγε:

—Βρε, μη στέκεσαι σαν κατσίκι στο φράχτη. Το μυαλό να παίρνει στροφές!

Στην Ανδρούσα η φράση έμεινε.

Τη χρησιμοποιούσαν οι μανάδες όταν τα παιδιά δεν καταλάβαιναν τα μαθήματα.

—Σκέψου λίγο αλλιώς!

Τη χρησιμοποιούσαν οι αγρότες όταν χάλαγε το αυλάκι.

—Άμα δεν περνά από δω, θα το γυρίσουμε από κει. Το μυαλό να παίρνει στροφές.

Ακόμη και στο καφενείο.

—Πώς θα πληρώσουμε το χρέος;

—Με μυαλό που παίρνει στροφές, όχι με γκρίνια.

Τα χρόνια πέρασαν.

Τα παιδιά μεγάλωσαν.

Άλλος έγινε οικοδόμος, άλλος ξενιτεύτηκε, άλλος έμεινε στα χωράφια. Κάποιοι έγιναν πράγματι ό,τι είχαν ονειρευτεί. Οι περισσότεροι όχι.

Κανείς όμως δεν ξέχασε τον κυρ Παναγιώτη.

Ο Κωστάκης, εκείνος με τους λύκους, τελείωσε τη Σχολή Θεολογίας. Έγινε ιερέας.

Φορούσε μαύρα, είχε γένια και μιλούσε ήσυχα, μα τα μάτια του είχαν ακόμη εκείνη την παιδική σπίθα.

Μια μέρα, πολλά χρόνια αργότερα, συνάντησε τον παππού Παναγιώτη στον ίδιο κάμπο.

Ο γέροντας πια είχε ασπρίσει. Η γκλίτσα όμως έστεκε πάντα στο πλευρό του σαν παλιός φίλος.

—Κωστάκη! είπε. Εσύ δεν ήσουν που θα γινόσουν πολιτικός;

Ο παπάς γέλασε.

—Δεν έγινα.

—Γιατί, παιδί μου;

Ο  Παπακώστας κάθισε δίπλα του.

—Γιατί κατάλαβα κάτι.

—Τι;

—Πως ποτέ δε θα έβγαινα από τη φυλακή.

Ο γέροντας μισόκλεισε τα μάτια.

—Δηλαδή;

Ο παπάς χαμογέλασε.

—Θα διάλεγα συνέχεια τη μεσαία πόρτα.

—Τους πυροβολισμούς;

—Ναι. Μόνο που οι σφαίρες θα ήταν πάθη. Φιλοδοξίες. Θυμός. Εγωισμός. Ελεύθεροι σκοπευτές της ψυχής.

Ο παππούς σώπασε.

Μετά άρχισε να γελάει τόσο πολύ που χρειάστηκε να σκουπίσει τα μάτια του.

—Βρε αθεόφοβε παπά! Εγώ σε ήθελα πρωθυπουργό κι εσύ μου βγήκες φιλόσοφος!

—Καλύτερα έτσι, αποκρίθηκε ο Παπακώστας.

Ο ήλιος έγερνε.

Ακούστηκε κουδούνισμα από πρόβατα.

Ένα κοπάδι γύριζε αργά κι ο αέρας κουβαλούσε μυρωδιά θυμαριού.

Ο κυρ Παναγιώτης χτύπησε απαλά τη γκλίτσα στο χώμα.

—Ξέρεις κάτι, παπά μου; Τελικά το πιο δύσκολο δεν είναι να γίνεις πρωθυπουργός.

—Τι είναι;

—Να κυβερνήσεις το κεφάλι σου.

Ο  Παπακώστας έγνεψε.

—Και την καρδιά σου.

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.

Ύστερα ο παππούς, με εκείνο το πάθος των γρίφων που ποτέ δεν τον εγκατέλειψε, γύρισε και είπε:

—Άντε, πριν φύγεις, ένας τελευταίος γρίφος.

—Πες.

—Τι κάνει ο άνθρωπος όταν χαθεί;

Ο παπάς σκέφτηκε.

—Ρωτά για τον δρόμο;

—Όχι.

—Προσεύχεται;

—Ούτε.

—Τι;

Ο γέροντας χαμογέλασε κάτω από το μουστάκι.

—Σταματά, κοιτάζει γύρω και βάζει το μυαλό να πάρει στροφές.

Κι εκεί, στον κάμπο της Ανδρούσας, καθώς έπεφτε το σούρουπο και οι σκιές μάκραιναν πάνω στα χωράφια, δυο γενιές ανθρώπων κατάλαβαν πως οι μεγαλύτερες σοφίες του τόπου δεν γράφονταν πάντα σε βιβλία. Άλλοτε κρύβονταν σε μια γκλίτσα, σε ένα αστείο, σε μια κουβέντα κάτω από μια ελιά ή σε έναν γρίφο που έκανε τα παιδιά να γελούν και να σκέφτονται μαζί.

Γιατί, όπως έλεγε ο παππούς Παναγιώτης, άνθρωπος χωρίς στροφές στο μυαλό είναι σαν μύλος χωρίς νερό: στέκεται εκεί, μα τίποτα δεν κινείται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου