Εισαγωγή
Η αναζήτηση της ευτυχίας αποτελεί έναν από τους βαθύτερους και διαχρονικότερους άξονες της ανθρώπινης ύπαρξης. Από την αρχαία φιλοσοφία έως τη σύγχρονη ψυχολογία και από την κοινωνιολογία της κατανάλωσης έως την Ορθόδοξη ασκητική παράδοση, ο άνθρωπος αναζητεί μια κατάσταση πληρότητας που θα του επιτρέψει να αισθανθεί ότι η ζωή του έχει νόημα. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: βρίσκεται η ευτυχία στην απόκτηση περισσότερων ή στην ικανότητα να αρκείται κανείς σε όσα πραγματικά χρειάζεται;
Ο Φώτης Κόντογλου, εκφράζοντας με χαρακτηριστικό τρόπο το πνεύμα της Ορθόδοξης βιοτής, σημειώνει: «Όποιος φτάσει σε μία κατάσταση που να ευχαριστιέται με τα λίγα και να μη θέλει πολλά, έστω κι αν μπορεί να τα αποκτήσει, εκείνος είναι ευτυχισμένος» (Κόντογλου, 1981). Η φράση αυτή συμπυκνώνει μια ολόκληρη αντίληψη για την ευτυχία. Δεν πρόκειται για μια αναγκαστική φτώχεια ούτε για μια άρνηση των υλικών αγαθών, αλλά για μια εσωτερική ελευθερία απέναντι σε αυτά. Ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος όχι επειδή δεν μπορεί να αποκτήσει περισσότερα, αλλά επειδή, ενώ μπορεί, δεν γίνεται δούλος της επιθυμίας του να αποκτά συνεχώς περισσότερα.
Η ολιγάρκεια, επομένως, δεν ταυτίζεται με τη στέρηση. Είναι η συνειδητή επιλογή του «αρκετού». Αποτελεί μια μορφή ελευθερίας από την αδιάκοπη διεύρυνση των αναγκών και από την ψευδαίσθηση ότι η αύξηση της κατανάλωσης οδηγεί αναγκαστικά σε αύξηση της ευτυχίας. Στην Πατερική παράδοση, η ολιγάρκεια αποκτά ακόμη βαθύτερο περιεχόμενο: μετατρέπεται σε άσκηση απελευθέρωσης της καρδιάς από την πλεονεξία και την προσκόλληση, ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να στραφεί προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Η παρούσα μελέτη εξετάζει την έννοια της ολιγάρκειας και της αληθινής ευτυχίας μέσα από τρεις αλληλοσυμπληρούμενες προσεγγίσεις: τη φιλοσοφική, την ψυχολογική και την κοινωνιολογική. Στη συνέχεια, επιχειρεί να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η Πατερική θεολογία υπερβαίνει την έννοια της αυτάρκειας, μετασχηματίζοντάς την σε Χριστοκεντρική πληρότητα και εσωτερική ελευθερία.
1. Η φιλοσοφική αναζήτηση της ευτυχίας
Η ευτυχία υπήρξε ήδη από την αρχαιότητα κεντρικό αντικείμενο φιλοσοφικού προβληματισμού. Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι δεν αντιμετώπιζαν την ευτυχία απλώς ως μια ευχάριστη ψυχική διάθεση, αλλά ως έναν συνολικό τρόπο ζωής.
Για τον Αριστοτέλη, η ευδαιμονία αποτελεί το ύψιστο ανθρώπινο αγαθό και συνδέεται με την «κατ’ αρετήν ἐνέργειαν» της ψυχής. Ο άνθρωπος δεν γίνεται ευτυχισμένος απλώς επειδή αισθάνεται ευχάριστα, αλλά επειδή ζει σύμφωνα με την αρετή και καλλιεργεί τις δυνατότητες που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη φύση (Aristotle, 1984). Η Αριστοτελική προσέγγιση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη σύγχρονη συζήτηση, διότι υποδεικνύει ότι η ευτυχία δεν είναι ένα προϊόν που αγοράζεται ούτε μια στιγμιαία συγκινησιακή κατάσταση. Είναι αποτέλεσμα ενός τρόπου ζωής.
Παρόμοιο προβληματισμό συναντούμε στη Στωική φιλοσοφία. Για τους Στωικούς, η ελευθερία του ανθρώπου συνδέεται με την ικανότητά του να διακρίνει ανάμεσα σε εκείνα που εξαρτώνται από τον ίδιο και σε εκείνα που δεν εξαρτώνται από αυτόν. Ο Επίκτητος υπογραμμίζει ότι η εσωτερική μας κατάσταση δεν πρέπει να υποτάσσεται σε πράγματα που βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας (Epictetus, 2008). Η θέση αυτή παρουσιάζει αξιοσημείωτη συγγένεια με την ιδέα της ολιγάρκειας: όσο περισσότερα εξωτερικά αγαθά θεωρούμε αναγκαία για να είμαστε ευτυχισμένοι, τόσο περισσότερο εξαρτώμαστε από παράγοντες που δεν ελέγχουμε.
Έτσι, ήδη από την αρχαιότητα εμφανίζεται μια βασική διαπίστωση: η ευτυχία δεν αυξάνεται απεριόριστα μαζί με την ποσότητα των αγαθών. Αντίθετα, η υπερβολή μπορεί να δημιουργήσει νέες εξαρτήσεις. Η ολιγάρκεια, επομένως, δεν είναι απλώς οικονομική πρακτική· είναι φιλοσοφική στάση απέναντι στην επιθυμία.
2. Η ψυχολογία της επιθυμίας και η παγίδα της προσαρμογής
Η σύγχρονη ψυχολογία προσφέρει ενδιαφέρουσες ενδείξεις που βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί η απόκτηση υλικών αγαθών δεν οδηγεί σε διαρκή ευτυχία. Η θεωρία της ηδονιστικής προσαρμογής, γνωστή ευρύτερα ως «hedonic treadmill», περιγράφει την τάση του ανθρώπου να προσαρμόζεται σχετικά γρήγορα σε θετικές ή αρνητικές αλλαγές των συνθηκών της ζωής του. Έτσι, μια σημαντική αύξηση του εισοδήματος ή η απόκτηση ενός αγαθού μπορεί αρχικά να προκαλέσει έντονη χαρά, αλλά με την πάροδο του χρόνου η νέα κατάσταση γίνεται «κανονικότητα» και δημιουργείται η επιθυμία για κάτι περισσότερο (Brickman & Campbell, 1971).
Ένα απλό σύγχρονο παράδειγμα είναι το κινητό τηλέφωνο. Ένας άνθρωπος μπορεί να αγοράσει ένα νέο, ακριβότερο μοντέλο και να αισθανθεί για λίγο ότι απέκτησε κάτι που θα βελτιώσει σημαντικά την καθημερινότητά του. Μετά από λίγους μήνες, όμως, η συσκευή παύει να αποτελεί αντικείμενο χαράς και μετατρέπεται σε αυτονόητο εργαλείο. Όταν κυκλοφορήσει το επόμενο μοντέλο, η επιθυμία ανανεώνεται. Ο κύκλος επαναλαμβάνεται: επιθυμία, απόκτηση, προσωρινή ικανοποίηση, προσαρμογή και νέα επιθυμία.
Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι τα υλικά αγαθά είναι άχρηστα ή ότι η οικονομική ευημερία δεν έχει σημασία. Η κάλυψη των βασικών αναγκών αποτελεί αναμφίβολα προϋπόθεση για μια αξιοπρεπή ζωή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κατανάλωση μετατρέπεται από μέσο σε σκοπό και όταν ο άνθρωπος πιστεύει ότι η εσωτερική του αξία εξαρτάται από το επίπεδο κατανάλωσής του.
Η θετική ψυχολογία έχει επίσης αναδείξει τη σημασία της ευγνωμοσύνης, των ουσιαστικών σχέσεων, της προσφοράς και της νοηματοδότησης της ζωής. Η ευτυχία συνδέεται όχι μόνο με το τι διαθέτει κάποιος, αλλά και με το πώς αξιολογεί τη ζωή του, με τις σχέσεις που διατηρεί και με την αίσθηση σκοπού που βιώνει (Seligman, 2011).
Από αυτή την άποψη, η ολιγάρκεια μπορεί να λειτουργήσει ως ψυχολογική άσκηση επαναπροσδιορισμού. Ο άνθρωπος καλείται να αναρωτηθεί: «Τι χρειάζομαι πραγματικά;» και «Ποια πράγματα έχουν ουσιαστική αξία για τη ζωή μου;». Η ερώτηση αυτή είναι ιδιαίτερα επίκαιρη σε μια εποχή συνεχούς διαφήμισης, όπου η επιθυμία δημιουργείται συχνά πριν ακόμη αναγνωρίσουμε αν υπάρχει πραγματική ανάγκη.
3. Από το «έχειν» στο «είναι»: Η κοινωνιολογία του καταναλωτισμού
Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία έχει μεταβάλει σημαντικά τη σχέση του ανθρώπου με τα αντικείμενα. Ο Erich Fromm διακρίνει δύο βασικούς τρόπους ύπαρξης: το «έχειν» και το «είναι». Στην πρώτη περίπτωση, η ταυτότητα του ανθρώπου στηρίζεται σε όσα κατέχει· στη δεύτερη, στην ποιότητα της ύπαρξής του, στη δημιουργικότητα, στην αγάπη, στη σχέση και στη συμμετοχή στη ζωή (Fromm, 1976).
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή πραγματικότητα. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για παράδειγμα, η επιτυχία παρουσιάζεται συχνά μέσα από εικόνες ταξιδιών, ακριβών αντικειμένων, εντυπωσιακών κατοικιών και ενός διαρκώς «τέλειου» τρόπου ζωής. Ο άνθρωπος δεν συγκρίνει πλέον μόνο τη ζωή του με εκείνη του γείτονα ή του συναδέλφου του. Συγκρίνεται καθημερινά με εκατοντάδες ή χιλιάδες επιλεγμένες εικόνες άλλων ανθρώπων.
Η κοινωνική σύγκριση μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι η προσωπική ζωή είναι ανεπαρκής. Ένα άτομο μπορεί να έχει μια ασφαλή εργασία, οικογένεια, φίλους και υγεία, αλλά να αισθάνεται αποτυχημένο επειδή βλέπει συνεχώς ανθρώπους που φαίνεται να διαθέτουν περισσότερα. Η ολιγάρκεια, σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται πράξη αντίστασης στη λογική της αδιάκοπης σύγκρισης.
Η επιλογή να ζει κανείς με λιγότερα δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει τη φιλοδοξία ή την πρόοδο. Σημαίνει ότι αρνείται να επιτρέψει στην αγορά να αποφασίζει τι πρέπει να επιθυμεί. Η ουσιαστική ελευθερία δεν βρίσκεται στο να αποκτάς όλα όσα θέλεις, αλλά στο να μη χρειάζεσαι όλα όσα σου υποδεικνύουν ότι πρέπει να θέλεις.
4. Η Πατερική υπέρβαση της αυτάρκειας
Η Πατερική παράδοση προχωρεί πέρα από την αρχαιοελληνική έννοια της αυτάρκειας. Για τον Χριστιανισμό, ο άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης με την απόλυτη έννοια του όρου. Η πληρότητά του δεν προέρχεται από την αυτάρκεια του εγώ, αλλά από τη σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Ο Απόστολος Παύλος διατυπώνει μια βασική αρχή: «ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (Α΄ Τιμ. 6:8). Η φράση αυτή δεν αποτελεί εξύμνηση της εξαθλίωσης, αλλά πρόσκληση σε μια διαφορετική σχέση με τις υλικές ανάγκες. Ο άνθρωπος καλείται να αναγνωρίσει το «αρκετό» και να μην επιτρέπει στην πλεονεξία να καθορίζει τη ζωή του.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επανέρχεται συχνά στην ιδέα ότι ο πλούτος από μόνος του δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ευτυχία. Η αληθινή ευτυχία συνδέεται με την εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου και όχι με το πλήθος των κτημάτων του. Η πλεονεξία, αντί να ικανοποιεί την επιθυμία, την πολλαπλασιάζει, δημιουργώντας μια κατάσταση διαρκούς ανικανοποίητου (Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 62, 571–574).
Η Πατερική σκέψη φωτίζει έτσι ένα παράδοξο: ο άνθρωπος μπορεί να έχει πολλά και να αισθάνεται ότι δεν έχει αρκετά, ενώ μπορεί να έχει λίγα και να αισθάνεται ευγνώμων. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο η ποσότητα, αλλά η εσωτερική σχέση με όσα διαθέτει.
Ο Μέγας Βασίλειος, ιδιαίτερα στην κοινωνική και ασκητική του διδασκαλία, αντιμετωπίζει την κατοχή των αγαθών υπό το πρίσμα της ευθύνης και της αγάπης. Η υλική περιουσία δεν νοείται ως απόλυτο δικαίωμα συσσώρευσης, αλλά ως δυνατότητα διακονίας. Όταν ο άνθρωπος συσσωρεύει περισσότερα από όσα χρειάζεται, ενώ γύρω του υπάρχουν άνθρωποι που στερούνται τα απαραίτητα, δημιουργείται μια ηθική αντίφαση (Βασίλειος ο Μέγας, PG 31, 263–277).
Η σκέψη αυτή προσθέτει μια κρίσιμη διάσταση στην έννοια της ολιγάρκειας. Δεν πρόκειται μόνο για προσωπική ψυχολογική άσκηση. Έχει και κοινωνικό χαρακτήρα. Το «έχω λιγότερα» μπορεί να σημαίνει «μοιράζομαι περισσότερα». Η ολιγάρκεια αποκτά τότε χαρακτήρα αλληλεγγύης.
5. Ακτημοσύνη, αμεριμνησία και εσωτερική ελευθερία
Στην Ασκητική παράδοση, η ακτημοσύνη δεν σημαίνει απλώς απουσία ιδιοκτησίας. Σημαίνει κυρίως απουσία εσωτερικής υποδούλωσης στα κτήματα. Ο άνθρωπος μπορεί να κατέχει κάτι χωρίς να κατέχεται από αυτό.
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, αναφερόμενος στην ακτημοσύνη, παρουσιάζει την απελευθέρωση από την προσκόλληση στα υλικά αγαθά ως δρόμο πνευματικής ελευθερίας (Ιωάννης ο Σιναΐτης, PG 88, 928–933). Η αξία της ακτημοσύνης βρίσκεται επομένως όχι μόνο στο πόσα πράγματα έχει κανείς, αλλά στο αν η καρδιά του είναι δεμένη με αυτά.
Αυτό έχει άμεση εφαρμογή στη σύγχρονη ζωή. Ένας άνθρωπος μπορεί να αποφασίσει να αγοράζει λιγότερα ρούχα, να περιορίσει τις περιττές ηλεκτρονικές αγορές ή να μην αντικαθιστά διαρκώς αντικείμενα που εξακολουθούν να λειτουργούν. Η πράξη αυτή μπορεί να φαίνεται ασήμαντη, όμως αποτελεί άσκηση ελευθερίας. Ο άνθρωπος μαθαίνει να λέει: «Μπορώ να το αποκτήσω, αλλά δεν το χρειάζομαι».
Αυτή ακριβώς είναι η βαθύτερη σημασία της φράσης του Κόντογλου. Η αληθινή ολιγάρκεια δεν είναι αποτέλεσμα αδυναμίας. Είναι αποτέλεσμα ελευθερίας. Διαφορετικό είναι να μην έχει κάποιος τη δυνατότητα να αποκτήσει κάτι και διαφορετικό να έχει τη δυνατότητα, αλλά να επιλέγει συνειδητά να μην το αποκτήσει.
Η αμεριμνησία, από την άλλη πλευρά, δεν σημαίνει ανευθυνότητα. Δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος αδιαφορεί για την εργασία, την οικογένεια ή τις υποχρεώσεις του. Σημαίνει ότι δεν επιτρέπει στη μέριμνα για τα υλικά να καταλάβει ολόκληρη την ύπαρξή του. Η διαφορά ανάμεσα στη φροντίδα και στην αγχώδη προσκόλληση είναι ουσιώδης.
6. Η χρήση των αγαθών και η κατάχρησή τους
Η Πατερική παράδοση δεν αντιμετωπίζει την ύλη ως κακή από τη φύση της. Το πρόβλημα βρίσκεται στην κατάχρηση και στην προσκόλληση. Ο άνθρωπος καλείται να χρησιμοποιεί τα πράγματα χωρίς να γίνεται δούλος τους.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, αναλύοντας τα πάθη και τη λειτουργία της ανθρώπινης επιθυμίας, αναδεικνύει τη σημασία της εσωτερικής διάθεσης του ανθρώπου απέναντι στα πράγματα. Η επιθυμία μπορεί να στραφεί προς τη σωστή ή τη λανθασμένη κατεύθυνση, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τα αγαθά (Μάξιμος ο Ομολογητής, PG 90, 960–968).
Έτσι, η Ορθόδοξη ολιγάρκεια δεν απαιτεί την κατάργηση κάθε άνεσης. Ούτε σημαίνει ότι ένας άνθρωπος αμαρτάνει επειδή έχει ένα όμορφο σπίτι, ένα καλό αυτοκίνητο ή ένα σύγχρονο κινητό τηλέφωνο. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: «Ποιος εξουσιάζει ποιον;». Χρησιμοποιώ εγώ το αντικείμενο ή έχω ανάγκη από αυτό για να αισθάνομαι ότι αξίζω;
Ένας σύγχρονος άνθρωπος μπορεί, για παράδειγμα, να έχει υψηλό εισόδημα και ταυτόχρονα να ζει με απλότητα. Μπορεί να επιλέγει να διαθέτει μέρος των χρημάτων του για την οικογένεια, την παιδεία, τη φιλανθρωπία ή την κοινωνική προσφορά, αντί να αυξάνει συνεχώς το επίπεδο της προσωπικής του κατανάλωσης. Στην περίπτωση αυτή, η ολιγάρκεια δεν είναι οικονομική ανάγκη αλλά ηθική επιλογή.
Αντίθετα, ένας άνθρωπος με μέτρια οικονομική δυνατότητα μπορεί να βιώνει έντονη καταναλωτική εξάρτηση, να αγοράζει διαρκώς μέσω πιστωτικών καρτών και να αισθάνεται ότι χρειάζεται συνεχώς καινούργια πράγματα για να είναι ευτυχισμένος. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αποκλειστικά πόσα έχει ο καθένας, αλλά πόσο ελεύθερος είναι απέναντι σε αυτά που έχει και σε αυτά που επιθυμεί.
7. Η ολιγάρκεια ως σύγχρονη μορφή ελευθερίας
Στη σύγχρονη εποχή, η έννοια της ολιγάρκειας συναντάται και σε κινήματα όπως ο μινιμαλισμός, η συνειδητή κατανάλωση και η αποσύνδεση από την υπερβολική χρήση της τεχνολογίας. Αν και οι πρακτικές αυτές δεν ταυτίζονται με την Ορθόδοξη ασκητική, παρουσιάζουν ένα κοινό ερώτημα: πόσα πραγματικά χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει καλά;
Η σύγχρονη οικογένεια μπορεί να εφαρμόσει την αρχή αυτή με απλούς τρόπους. Να περιορίσει τις αγορές που γίνονται από παρόρμηση. Να αφιερώσει μία ημέρα χωρίς διαδικτυακές αγορές. Να οργανώσει ένα κοινό γεύμα χωρίς κινητά τηλέφωνα. Να επιλέξει μια βόλτα στη φύση αντί για μια καταναλωτική έξοδο. Να προσφέρει ένα ποσό ή χρόνο σε έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη.
Αυτές οι πράξεις δεν είναι από μόνες τους χριστιανική άσκηση. Μπορούν, όμως, να λειτουργήσουν ως αφορμές για έναν βαθύτερο επαναπροσδιορισμό της ζωής. Η ολιγάρκεια αρχίζει όταν ο άνθρωπος παύει να ρωτά «τι άλλο μπορώ να αποκτήσω;» και αρχίζει να ρωτά «τι μπορώ να προσφέρω;».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η διαφορά ανάμεσα στον κοσμικό μινιμαλισμό και στην Ορθόδοξη ασκητική. Ο πρώτος μπορεί να επιδιώκει μια πιο άνετη και οργανωμένη ζωή. Η δεύτερη επιλογή αποβλέπει στη μεταμόρφωση της καρδιάς. Ο στόχος δεν είναι απλώς να υπάρχουν λιγότερα αντικείμενα στο σπίτι, αλλά να υπάρχει λιγότερη φιλαυτία στην καρδιά.
8. Από την ευτυχία στη μακαριότητα
Η Χριστιανική αντίληψη για την ευτυχία δεν εξαντλείται στην ψυχολογική ευεξία. Η Ορθοδοξία χρησιμοποιεί έναν βαθύτερο όρο: τη μακαριότητα. Η μακαριότητα δεν είναι απλώς το συναίσθημα ότι «όλα πάνε καλά». Μπορεί να υπάρχει ακόμη και μέσα στη δοκιμασία, επειδή στηρίζεται στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό.
Αυτό σημαίνει ότι η Χριστιανική ολιγάρκεια δεν είναι τεχνική αυτοβελτίωσης. Δεν αποτελεί μέθοδο για να γίνει κάποιος απλώς πιο ήρεμος ή πιο παραγωγικός. Είναι άσκηση προσανατολισμού της ζωής προς το ουσιώδες. Ο άνθρωπος περιορίζει την πλεονεξία όχι επειδή θέλει απλώς να αισθανθεί καλύτερα, αλλά επειδή επιθυμεί να ελευθερώσει χώρο μέσα του για την αγάπη.
Η φράση του Κόντογλου, επομένως, μπορεί να διαβαστεί ως μια σύντομη περιγραφή της πνευματικής ελευθερίας. Ευτυχισμένος είναι εκείνος που μπορεί να χαρεί τα λίγα, όχι επειδή τα πολλά είναι πάντοτε κακά, αλλά επειδή δεν εξαρτά την ύπαρξή του από αυτά. Είναι ο άνθρωπος που έχει μάθει να λέει «αρκετά» χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει τη ζωή.
Συμπεράσματα
Η μελέτη της ολιγάρκειας μέσα από τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, την κοινωνιολογία και την Πατερική θεολογία οδηγεί σε μια κοινή διαπίστωση: η αδιάκοπη αύξηση των εξωτερικών αγαθών δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και αύξηση της εσωτερικής ευτυχίας.
Η αρχαία φιλοσοφία αναζήτησε την ευδαιμονία στην αρετή, στην αυτάρκεια και στην αταραξία. Η σύγχρονη ψυχολογία ανέδειξε τους μηχανισμούς της ηδονιστικής προσαρμογής και τη σημασία της ευγνωμοσύνης και των ουσιαστικών σχέσεων. Η κοινωνιολογία αποκάλυψε τις πιέσεις του καταναλωτισμού και της κοινωνικής σύγκρισης. Η Πατερική θεολογία προχωρεί ακόμη βαθύτερα: μετατρέπει την ολιγάρκεια από φιλοσοφική στάση σε πνευματική άσκηση και την αυτάρκεια σε σχέση εμπιστοσύνης προς τον Θεό.
Η αληθινή ευτυχία, σύμφωνα με αυτή την προοπτική, δεν βρίσκεται στην κατοχή των πάντων, αλλά στην ελευθερία από την ανάγκη να κατέχουμε τα πάντα. Δεν είναι η απουσία κάθε επιθυμίας, αλλά η θεραπεία της επιθυμίας από την πλεονεξία. Δεν είναι η άρνηση της ζωής, αλλά η επιστροφή στα ουσιώδη.
Η ολιγάρκεια μπορεί, επομένως, να αποτελέσει μια ουσιαστική απάντηση στον σύγχρονο άνθρωπο που, παρά την πρωτοφανή αφθονία, συχνά βιώνει εσωτερικό κενό. Η πρόκληση δεν είναι να αποκτήσουμε περισσότερα, αλλά να μάθουμε να αναγνωρίζουμε το αρκετό. Να μπορούμε να απολαμβάνουμε χωρίς να εξαρτώμαστε, να κατέχουμε χωρίς να κατεχόμαστε, να χρησιμοποιούμε χωρίς να λατρεύουμε και, τελικά, να ζούμε χωρίς να μετατρέπουμε τα πράγματα σε υποκατάστατα της αγάπης και του νοήματος.
Υπό αυτή την έννοια, η φράση του Κόντογλου παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Ο πραγματικά ευτυχισμένος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που έχει τα περισσότερα, αλλά εκείνος που έχει ελευθερωθεί από την ανάγκη να έχει συνεχώς περισσότερα. Η ολιγάρκεια γίνεται τότε δρόμος προς την ευγνωμοσύνη, η ευγνωμοσύνη δρόμος προς την αγάπη και η αγάπη δρόμος προς την αληθινή πληρότητα.
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ωστόσο, το τελικό ζητούμενο δεν είναι απλώς μια ισορροπημένη ψυχολογική κατάσταση. Είναι η μεταμόρφωση ολόκληρου του ανθρώπου εν Χριστώ. Τα «λίγα» δεν αποκτούν αξία επειδή ο άνθρωπος τα απολυτοποιεί, αλλά επειδή παύει να τα απολυτοποιεί. Η καρδιά που δεν είναι αιχμάλωτη της πλεονεξίας μπορεί να γίνει ελεύθερη για τον Θεό και τον άλλον άνθρωπο. Και ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη έννοια της ευτυχίας: όχι στο να έχεις όλα όσα επιθυμείς, αλλά στο να έχεις μάθει να αγαπάς όσα πραγματικά αξίζουν.
Ευχές
Βιβλιογραφία
Aristotle. (1984). The complete works of Aristotle: The revised Oxford translation (J. Barnes, Ed.). Princeton University Press.
Brickman, P., & Campbell, D. T. (1971). Hedonic relativism and planning the good society. In M. H. Appley (Ed.), Adaptation-level theory: A symposium (pp. 287–302). Academic Press.
Epictetus. (2008). The handbook (Encheiridion) (N. P. White, Trans.). Hackett Publishing Company.
Epicurus. (2012). The art of happiness (G. K. Strodach, Trans.). Penguin Classics.
Fromm, E. (1976). To have or to be? Harper & Row.
Κόντογλου, Φ. (1981). Μυστικά άνθη: Ήγουν κείμενα γύρω από τις αθάνατες αξίες της ορθόδοξης ζωής. Αστήρ.
Κόντογλου, Φ. (1993). Το ασάλευτο θεμέλιο. Αρμός.
Μάξιμος ο Ομολογητής. (1865). Κεφάλαια περί αγάπης. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae cursus completus: Series Graeca (Τόμ. 90). Imprimerie Catholique.
Maslow, A. H. (1954). Motivation and personality. Harper & Brothers.
Seligman, M. E. P. (2011). Flourish: A visionary new understanding of happiness and well-being. Free Press.
Βασίλειος ο Μέγας. (1865). Ομιλίαι. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae cursus completus: Series Graeca (Τόμ. 31). Imprimerie Catholique.
Γιανναράς, Χ. (1989). Η ελευθερία του ήθους. Ίκαρος.
Ιωάννης ο Σιναΐτης. (1864). Κλίμαξ. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae cursus completus: Series Graeca (Τόμ. 88). Imprimerie Catholique.
Ιωάννης ο Χρυσόστομος. (1862). Υπόμνημα εις την Α΄ προς Τιμόθεον επιστολήν. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae cursus completus: Series Graeca (Τόμ. 62). Imprimerie Catholique.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου