Στη Βαλύρα, λίγο μετά την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, εκεί όπου ο δρόμος ανοίγεται προς το Μπιζάνι και ο αέρας κουβαλά ακόμη μυρωδιές από χώμα, ελιές και θυμάρι, στεκόταν κάποτε ένα πέτρινο σπίτι.
Δεν ήταν ένα σπίτι σαν όλα τα άλλα.
Είχε τη σιωπή των παλιών σπιτιών και την περηφάνια εκείνων που γνώρισαν γενιές ανθρώπων να περνούν από τις πόρτες τους. Ήταν το σπίτι του Αριστείδη Μπουρίκα, του Τζάμαλη, όπως τον έλεγαν οι χωριανοί. Κτηνοτρόφος και γεωργός, άνθρωπος νοικοκύρης και προκομμένος, μα συνάμα ανυπότακτος και επαναστατικός στη φύση του. Το παρανόμι του το είχε πάρει από τον Τζαμαλή, τον ήρωα της Μεσσηνιακής επανάστασης.
Και αν ο Αριστείδης είχε τη λεβεντιά του ανυπότακτου, οι τρεις κόρες του είχαν τη χάρη της μάνας τους, της Γεωργίας, που είχε έρθει πλούσια νύφη στη Βαλύρα από το Αριστοδήμειο.
Η Κωνσταντίνα, η πρώτη, είχε πρόσωπο φεγγαριού και ήρεμη αρχοντιά. Παντρεύτηκε τον Γεώργιο Γρίβα και έφυγε για το δικό της σπιτικό, κοντά στον δημόσιο δρόμο της Βαλύρας προς τη Μεσσήνη. Έφερε στον κόσμο τέσσερα παιδιά: τον Δημήτρη, την Ευγενία, την Καλλιόπη και την Παναγιώτα.
Η δεύτερη κόρη, η Καλλιόπη, ήταν αρχόντισσα στο φέρσιμο και στην ψυχή. Παντρεύτηκε τον Κυριαζόπουλο, τον Κοτσαλή, όπως τον γνώριζαν στο χωριό, και απέκτησαν τη Βασιλική, τη μικρή Βάσω.
Στο πατρικό σπίτι έμειναν όλοι μαζί.
Το μεγάλο διώροφο πέτρινο αρχοντικό είχε την είσοδό του προς τον νότο. Μια πέτρινη σκάλα οδηγούσε στο ψηλό χαγιάτι, όπου τα καλοκαίρια μοσχοβολούσαν τα βασιλικά και οι γλάστρες ήταν γεμάτες χρώματα. Εκεί, σε ένα δωμάτιο δεξιά, ζούσε η μικρότερη κόρη του Αριστείδη, η Σταυρούλα.
Η γιαγιά Σταυρούλα.
Ήταν μια αέρινη ψυχή, αφιερωμένη στον Χριστό. Στο δωμάτιό της φύλαγε τις εικόνες της, τα θυμιάματα και τον αγιασμό. Μα ο μεγαλύτερος θησαυρός της δεν βρισκόταν σε κανένα ντουλάπι. Ήταν ο λόγος της.
Μιλούσε στους ανθρώπους με αγάπη.
Και με αυτή την αγάπη τούς αγίαζε.
Στο ίδιο σπίτι η Καλλιόπη έφτιαχνε γλυκά και τα έφερνε στον δίσκο, όπως έκαναν οι γυναίκες μιας άλλης εποχής. Τα παλιά, χειροποίητα έπιπλα στέκονταν βαριά και επιβλητικά, σαν να γνώριζαν ότι πάνω τους είχαν ακουμπήσει χέρια πολλών γενεών.
Και η μικρή Βάσω μεγάλωνε.
Έκανε παρέα με την πρώτη της ξαδέλφη, την Ευγενία, τη μοναδική από τα αδέλφια που είχε μείνει στη Βαλύρα. Ο Δημήτρης είχε φύγει για την Αθήνα, ενώ η Καλλιόπη και η Παναγιώτα εργάζονταν μακριά, στη Ζυρίχη.
Όμως η απόσταση δεν μπορούσε να σβήσει τη συγγένεια, αντάμωναν όλοι μαζί τα καλοκαίρια.
Κάθε φορά που η Βάσω συναντούσε τα τρία κορίτσια της Ευγενίας, την Ευθυμία, την Κωνσταντίνα και την Παναγιώτα, το σπίτι γέμιζε ξανά ζωή.
Υπήρχε και ένας τόπος που αγαπούσαν περισσότερο από όλους.
Ένα αγροτόσπιτο του παππού Αριστείδη στο Γιοργόρεμα.
Εκεί, η γη ήταν γενναιόδωρη. Καρποφόρα δέντρα, δάφνες και μυρτιές, κρίνοι πολύχρωμοι και λουλούδια εποχιακά έφτιαχναν έναν κήπο που έμοιαζε με μυστικό παράδεισο.
Η Βάσω, τότε ανύπαντρη, περπατούσε μαζί με τα κορίτσια ανάμεσα στα δέντρα. Μα περισσότερο από όλες αγαπούσε την Ευθυμία.
Οι δυο τους φύτευαν λουλούδια, έπλεκαν, κεντούσαν και έκαναν όνειρα.
Έβαζαν τα ευλογημένα τους χέρια στο χώμα και έσκαβαν προσεκτικά. Έριχναν μέσα τους σπόρους και τους σκέπαζαν.
«Να τα προσέχεις», έλεγε η Βάσω.
«Θα τα προσέχω», απαντούσε η Ευθυμία.
Κανένα από τα δύο κορίτσια δεν γνώριζε τότε ότι τα λουλούδια δεν ήταν το μόνο πράγμα που φύτευαν.
Φύτευαν μνήμη.
Ύστερα ήρθε ο χρόνος.
Η Βάσω παντρεύτηκε. Δημιούργησε τη δική της οικογένεια και απέκτησε μια όμορφη κόρη. Η ζωή την οδήγησε έξω από την Αθήνα, μετά την Ελευσίνα, κοντά στη θάλασσα.
Η Ευθυμία έφυγε για σπουδές στο εξωτερικό.
Οι δρόμοι τους χώρισαν.
Τα χρόνια πέρασαν.
Και κάποτε, η Βάσω έφυγε κι εκείνη από τη ζωή.
Τότε άρχισε να αλλάζει και το σπίτι.
Στην αρχή ήταν μόνο μια μικρή ρωγμή.
Ύστερα μια πέτρα έπεσε.
Μετά μια πόρτα έμεινε ανοιχτή.
Η σιωπή εγκαταστάθηκε στα δωμάτια.
Το παλιό αρχοντικό, που είχε στεγάσει προσευχές, γέλια, παιδικά βήματα και οικογενειακά τραπέζια, άρχισε να γκρεμίζεται.
Κανείς δεν αντέδρασε.
Η παλιά είσοδος περιορίστηκε. Ένας κάδος απορριμμάτων βρήκε τη θέση του εκεί όπου κάποτε ζούσαν και ανάσαιναν άνθρωποι. Τα γειτονικά σπίτια άρχισαν να χρησιμοποιούν τον χώρο δεξιά σαν πάρκινγκ.
Σιγά σιγά, το σπίτι έγινε σκιά του εαυτού του.
Και όμως...
Η γη θυμόταν.
Θυμόταν τον Αριστείδη και τη λεβεντιά του.
Θυμόταν τη μεγάλη υφάντρια Γεωργία.
Θυμόταν τις τρεις Τζαμαλίνες.
Θυμόταν την Καλλιόπη με τον δίσκο και τα γλυκά.
Θυμόταν τη Σταυρούλα να ανεβαίνει τα πέτρινα σκαλοπάτια με το θυμίαμα.
Θυμόταν τη Βάσω να κρατά από το χέρι την Ευθυμία.
Θυμόταν τα κορίτσια να φυτεύουν λουλούδια.
Και η γη, όταν θυμάται, δεν ξεχνά.
Πέρασαν πολλά χρόνια.
Μια μέρα, η Ευθυμία επέστρεψε.
Δεν ήταν πια το μικρό κορίτσι που έτρεχε στον κήπο. Είχε ταξιδέψει, είχε σπουδάσει, είχε γνωρίσει άλλους τόπους και άλλους ανθρώπους. Όμως όταν στάθηκε μπροστά στο παλιό σπίτι, ένιωσε κάτι να την τραβά προς τα πίσω.
Προς τα πέτρινα σκαλοπάτια.
Προς το χαγιάτι.
Προς εκείνο το δωμάτιο όπου η γιαγιά Σταυρούλα είχε φυλάξει τις εικόνες της.
Κοίταξε γύρω της.
Είδε τον κάδο.
Είδε τα αυτοκίνητα.
Είδε τις πέτρες που είχαν πέσει.
Και τότε, μέσα από τα χαλάσματα, της φάνηκε πως άκουσε μια γνώριμη φωνή.
«Να τα προσέχεις».
Η Βάσω.
Η Ευθυμία έκλεισε τα μάτια.
Και θυμήθηκε τα λουλούδια.
Κατάλαβε τότε πως ο χρόνος δεν είχε νικήσει το σπίτι. Απλώς το είχε παραδώσει σε εκείνους που θα μπορούσαν κάποτε να το ξαναθυμηθούν.
Η γη δεν είναι άψυχη.
Κρατά μέσα της τα βήματα όσων πέρασαν.
Κρατά τις φωνές.
Κρατά τις προσευχές.
Κρατά ακόμη και τα λουλούδια που φυτεύτηκαν πριν από δεκαετίες.
Ίσως γι’ αυτό, κάποιες φορές, όταν όλα μοιάζουν χαμένα, κάτι παράξενο συμβαίνει. Ένα χέρι επιστρέφει. Μια μνήμη ξυπνά. Ένας άνθρωπος αποφασίζει να ψάξει. Και τότε, όσα θεωρούσαμε τελειωμένα αρχίζουν πάλι να ανασαίνουν.
Η Ευθυμία κοίταξε το παλιό σπίτι για τελευταία φορά εκείνο το απόγευμα.
Δεν ήξερε ακόμη πώς θα σωθεί.
Δεν ήξερε ποιος θα ανοίξει τον δρόμο.
Δεν ήξερε αν οι πέτρες θα ξαναμπαίνονταν στη θέση τους, αν το χαγιάτι θα ξαναγέμιζε βασιλικά ή αν οι τριανταφυλλιές θα άνθιζαν πάλι.
Ήξερε όμως κάτι άλλο.
Ότι τα σπίτια, όπως και οι άνθρωποι, έχουν ψυχή.
Και όταν η ψυχή τους έχει αγαπηθεί, δεν πεθαίνουν εύκολα.
«Του χρόνου το πλήρωμα», ψιθύρισε.
Και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Πίσω της, ανάμεσα στις πέτρες, ένα μικρό αγριολούλουδο είχε ανθίσει.
Κανείς δεν το είχε φυτέψει.
Ή μήπως κάποιος το είχε φυτέψει πριν από πολλά, πολλά χρόνια;
Ίσως η Ευθυμία.
Ίσως η Βάσω.
Ίσως η ίδια η γη.
Και καθώς έπεφτε το φως πάνω στη Βαλύρα, το λουλούδι έμοιαζε να λέει πως τίποτε δεν χάνεται πραγματικά.
Γιατί ο χρόνος έχει το δικό του πλήρωμα.
Και κάποτε, όταν έρθει η ώρα, η δικαιοσύνη του Θεού μπορεί να είναι ένα λουλούδι που ανθίζει πάνω στα ερείπια.
Είθε, λοιπόν, να έρθει εκείνη η ώρα.
Και το παλιό Τζαμαλαίικο να ξαναβρεί τη ζωή του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου