Φωτό: Ε.Η.Κ.
Στη Βαλύρα της Μεσσηνίας, τότε που τα χρόνια κυλούσαν αργά και οι εποχές μετρούνταν με τις σοδειές και τις γιορτές, το Δημοτικό Σχολείο στεκόταν περήφανο στην άκρη του χωριού. Ένα πετρόχτιστο κτίριο με αυλή στρωμένη χώμα και χαλίκια, δυο μεγάλες ακακίες, τρεις πασχαλιές για σκιά και το μπρούτζινο κουδούνι που σήμαινε την αρχή και το τέλος της σχολικής μέρας.
Ήταν δεκαετία του 1960. Τα παιδιά πήγαιναν σχολείο με τα πόδια, κρατώντας τη σάκα στο ένα χέρι και το κολατσιό τυλιγμένο σε πετσέτα στο άλλο. Τα κορίτσια φορούσαν ποδιές μπλε με άσπρο γιακά και τα μαλλιά τους ήταν πιασμένα σε πλεξούδες ή κοτσίδες, πάντα περιποιημένα κάτω από την μπλε ή λευκή κορδέλα τους, γιατί «το κορίτσι πρέπει να είναι νοικοκυρεμένο», όπως έλεγαν οι αείμνηστες μητέρες μας.
Στο ημερήσιο πρόγραμμα υπήρχε και η ώρα της χειροτεχνίας. Ήταν η ώρα που οι μικρές μαθήτριες περίμεναν περισσότερο. Από την Τρίτη Δημοτικού ως και την Έκτη, σχεδόν όλες διάλεγαν το κέντημα. Τα αγόρια συνήθως έφτιαχναν ξύλινες κατασκευές ή ζωγράφιζαν, μα τα κορίτσια έπαιρναν στα χέρια τους τελάρα, βελόνες και πολύχρωμες κλωστές.
Έτσι, κάθε βελονιά είχε βάρος. Τα περισσότερα κορίτσια κεντούσαν ένα κάδρο, ένα καρέ ή ένα σεμέν. Άλλα με λουλούδια, άλλα με πουλιά, άλλα με γεωμετρικά σχέδια. Στο τέλος της χρονιάς, το έργο διπλωνόταν προσεκτικά, τυλιγόταν σε καθαρό πανί και φυλασσόταν στο μπαούλο με την προίκα τους.
Το 1969, στην Πέμπτη Δημοτικού, κάτι άλλαξε. Ίσως γιατί μεγάλωναν. Ίσως γιατί άρχιζαν να σκέφτονται πιο βαθιά. Αρκετά κορίτσια αποφάσισαν να κεντήσουν όχι μόνο σχέδια, αλλά λόγια. Φράσεις και ρητά, τυλιγμένα με άνθη, που να λένε κάτι στην καρδιά.
Ένα ανοιξιάτικο πρωινό, η αυλή του σχολείου ήταν λουσμένη στον ήλιο. Τα κορίτσια είχαν μαζευτεί σε μια γωνιά, στο διάλειμμα, κρατώντας τα τελάρα τους και δείχνοντας η μία στην άλλη τι είχε διαλέξει.
Τα κορίτσια συμφώνησαν. Η καλημέρα είναι ευχή, σκέφτηκαν.
Κάποιες αναστέναξαν. Ήταν βαριά λόγια, μα αληθινά.
Μία μία είπαν κι οι άλλες τι διάλεξαν. «Το σπίτι μου, το σπιτικό μου», «Η αγάπη όλα τα νικά», «Ο Θεός να φυλάει το σπίτι τούτο».
Στο τέλος, όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς την Ευαγγελία.
Η Ευαγγελία ήταν ήσυχο παιδί. Δεν μιλούσε πολύ, μα όταν μιλούσε, οι άλλοι άκουγαν. Κρατούσε το τελάρο της σφιχτά και τα μάγουλά της άρχισαν να κοκκινίζουν.
— Εσύ, Ευαγγελία; Τι θα κεντήσεις; τη ρώτησαν.
Έπεσε σιωπή.
— Και τι θα πει αυτό; ρώτησε κάποια.
Τα κορίτσια έμειναν άφωνα. Κάποιες θαύμασαν, άλλες σκέφτηκαν. Η ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό τους. Η ίδια η Ευαγγελία κοκκίνισε περισσότερο, σχεδόν ντράπηκε για τα λόγια της.
Όλο εκείνο το σχολικό έτος, η Ευαγγελία κεντούσε με προσοχή. Κάθε γράμμα ήταν μετρημένο, κάθε σταυροβελονιά προσευχή. Γύρω από τη φράση έβαλε μικρά άνθη, διακριτικά, σαν να μην ήθελε να κλέψουν τη σημασία των λέξεων.
Το κάδρο τελείωσε. Διπλώθηκε. Μπήκε στο μπαούλο.
Τα χρόνια πέρασαν.
Η Ευαγγελία μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια στην Καλαμάτα. Το κάδρο κρεμάστηκε πάνω από την κεντρική είσοδο του σπιτιού της. Δεν ήταν διακοσμητικό μόνο· ήταν πίστη.
Και ήρθε το 1986.
Ο μεγάλος σεισμός που σχεδόν ισοπέδωσε την Καλαμάτα. Σπίτια ράγισαν, τοίχοι έπεσαν, άνθρωποι τρόμαξαν, προσευχήθηκαν, έκλαψαν.
Το σπίτι της Ευαγγελίας κουνήθηκε. Τα ποτήρια χτύπησαν, τα ντουλάπια έτριξαν. Μα έμεινε όρθιο. Σταθερό. Σαν να το κρατούσε κάτι αόρατο.
Όταν όλα τελείωσαν, η Ευαγγελία στάθηκε στην πόρτα. Το κάδρο ήταν ακόμα εκεί.
«Χριστός μεθ’ ημών στήτω».
Και τότε θυμήθηκε την αυλή του σχολείου, τον ήλιο, τα κορίτσια, και τη φωνή της παιδικής της πίστης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου