Η Ματίνα και η φίλη της η Άννα είχαν μόλις κλείσει τα 21 και η ζωή τους στην πόλη κυλούσε ανάμεσα σε βιβλία, διαλέξεις και ατελείωτες εργασίες. Ο ήχος από τα ξυπνητήρια, τα δυνατά φώτα των αιθουσών διδασκαλίας και η μυρωδιά του καφέ που έσταζε στα γραφεία είχαν γίνει η καθημερινότητά τους. Οι μέρες τους έμοιαζαν να κυλούν σαν μονότονη ταινία χωρίς τέλος.
Μόλις σκέφτηκαν ότι θα επισκέπτονταν τη γιαγιά της Ματίνας στο χωριό, κάτι μέσα τους ξύπνησε· μια γλυκιά προσμονή, σαν φως που διαπερνά ένα κλειστό δωμάτιο.
«Αχ, τι χαρά! Θα έρθουν τα κορίτσια μου!» μονολόγησε η γιαγιά, στριφογυρίζοντας γύρω από τον πάγκο. Κάθε γωνιά του σπιτιού είχε τη δική της προσοχή: από τα φρεσκοπλυμένα παράθυρα που αντανακλούσαν τον ήλιο μέχρι τα πιάτα στο τραπέζι που περίμεναν στρωμένα, όλα έλαμπαν από αγάπη.
Οι δύο φοιτήτριες έφτασαν το απόγευμα, κουρασμένες από το ταξίδι και τις ατελείωτες ώρες μελέτης στην πόλη. Καθώς έκαναν τα πρώτα βήματα στο χωμάτινο μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι, η κούραση φάνηκε να βαραίνει τα σώματά τους. Ακούμπησαν τις βαλίτσες, αντάλλαξαν ευχαριστίες με τη γιαγιά και τσιμπώντας κάτι ελαφρύ από το τραπέζι, βούτηξαν στα κρεβάτια. Ο ύπνος τους ήταν βαθύς, σιωπηλός· η σωματική τους εξάντληση είχε νικήσει την καλή τους διάθεση.
Η γιαγιά, βλέποντας τις κοπελούδες να ξεκουράζονται, σταύρωσε τα χέρια της σιωπηλά και έσφιξε τα χείλη της· μια σιωπηλή προσευχή, μια ευχή για ανάπαυση και ανανέωση γαλήνεψε την ψυχή της.
Το επόμενο πρωί, αντί να τις ξυπνήσει βίαια, άφησε τα κοκόρια να κάνουν τη δουλειά τους. Η φασαρία στο κοτέτσι και ο ήχος από τα βήματα της γιαγιάς στο πάτωμα τις έφεραν σιγά-σιγά στη ζωή. Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού και των γλυκών γέμισε την κουζίνα και, πριν προλάβουν να το συνειδητοποιήσουν, στέκονταν όρθιες, χαμογελαστές και περίεργες.
Καθώς καθόντουσαν στο τραπέζι της κουζίνας, η γιαγιά άρχισε να μιλά για πράγματα που οι επιμελείς φοιτήτριες είχαν ξεχάσει στην πόλη: τον καθαρό αέρα, την άσκηση, τη μυρωδιά της γης και τη χαρά της απλής ζωής, με ανάπαυση την Κυριακή και ευχαριστία στον Θεό. «Ξέρετε, στην πόλη ξεχνάμε να αναπνέουμε», είπε χαμογελώντας η Άννα, «και όταν δεν αναπνέουμε σωστά, η ψυχή μας πονάει, συμπλήρωσε η Ματίνα».
Οι κοπέλες άκουγαν τη γιαγιά προσεκτικά, με δέος ψυχής και αγάπη, νιώθοντας να ανοίγεται μέσα τους κάτι που δεν είχαν φανταστεί· μια συνειδητοποίηση ότι η πίεση, το διάβασμα και οι ατελείωτες ώρες καθιστικής ζωής στα γραφεία τους, είχαν κλείσει την καρδιά τους σαν σφιχτό κουτί.
Η εβδομάδα ξεκίνησε με μικρές δουλειές: φροντίδα των κοτόπουλων, μάζεμα αυγών, σκαλίσματα στον κήπο και, κυρίως, συλλογή των πορτοκαλιών στους πορτοκαλεώνες. Κάθε πρωινό ξεκινούσε με το φως που έπεφτε στα δέντρα, τον αέρα γεμάτο αρώματα φρέσκου χώματος και λουλουδιών, και τον ήχο των πουλιών που κελαηδούσαν και υμνούσαν τον Δημιουργό τους.Το Σάββατο εξομολογήθηκαν και την Κυριακή κοινώνησαν.
Την Κυριακή, η γιαγιά τις δίδασκε μια άλλη χαρά: την ημέρα της ευχαριστίας και της πνευματικής τροφοδοσίας, χαρίζοντάς τους από την προίκα της μία εικόνα κι ένα καντηλάκι στην καθεμία. Με προσευχή κάθε πρωί, συλλογή καρπών και συζήτηση για τη σημασία της ευγνωμοσύνης, οι κοπέλες ένιωθαν τις καρδιές τους να γεμίζουν φως και ανακούφιση. Έμαθαν να βλέπουν τη ζωή ως δώρο, να ευχαριστούν για ό,τι έχουν και να βρίσκουν χαρά στα μικρά , απλά και ταπεινά.
Τα βράδια, γύρω από το τζάκι, ήταν γεμάτα γέλια, ιστορίες και αναμνήσεις από το χωριό και την παιδική τους ηλικία. Οι κοπέλες ένιωθαν ότι οι ψυχές τους ανοίγουν, σαν να ξεκλείδωναν κρυμμένες χαρές και μνήμες που η πόλη και τα φοιτητικά τους καθήκοντα είχαν υποσυνείδητα απωθήσει.
Μέρα με τη μέρα, η σωματική τους κόπωση μετατρεπόταν σε χαρά· το σώμα τους σφριγηλό, η ψυχή τους γεμάτη φως και γαλήνη. Η Ματίνα και η Άννα συνειδητοποίησαν ότι η ευτυχία δεν βρίσκεται στα πολυτελή γραφεία των πολιτικών μηχανικών-καθηγητών τους ή στις ατελείωτες ώρες διάβασματος· βρίσκεται στη φύση, στις μικρές χαρές, στον ήλιο που ζεσταίνει δικαίους και αδίκους, στα πουλιά που κελαηδούν, στη ζωή, και στη φροντίδα που δίνεις αβίαστα, με ζέση ψυχής.
Όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, τα σώματά τους είχαν δυναμώσει, οι καρδιές τους είχαν γεμίσει φως και οι ψυχές τους είχαν δεχθεί γεροντική σοφία. Η γιαγιά τις αγκάλιασε, και με ένα χαμόγελο γεμάτο καλοσύνη είπε: «Να θυμάστε, παιδιά μου, ο παράδεισος είναι γύρω σας, στα απλά πράγματα της ζωής. Αρκεί να έχετε ανοιχτή καρδιά να τον ζητήσετε».
Οι δύο φίλες αποχαιρέτησαν το χωριό γεμάτες ευγνωμοσύνη. Η ανάμνηση της εβδομάδας αυτής θα τις συντρόφευε για πάντα. Η επίσκεψη στη γιαγιά είχε μετατραπεί σε ευκαιρία αναγέννησης και καρδιάς, που τους δίδαξε ότι η ζωή, προς δόξαν Θεού, βρίσκει ισορροπία και χαρά στα απλά και καθημερινά, στη ζεστασιά της ανθρώπινης σχέσης και της φύσης.
Κάθε φορά που η Ματίνα και η Άννα θυμούνταν εκείνες τις μέρες, ένιωθαν τη γαλήνη να γεμίζει τα στήθη τους· και ξέραν ότι, όσο κι αν η πόλη τις καλούσε ξανά, ο παράδεισος ήταν εκεί, πάντα έτοιμος να τις περιμένει.Αρκεί, με πίστη στον Θεό, να τον αναζητήσουν πρώτα μέσα τους.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου