Στη Βαλύρα, προς δόξαν Θεού, κάθε πέτρινο σπίτι είχε τον δικό του ξυλόφουρνο. Σαν να ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής του τόπου, κολλημένος στη γη, με τις πελεκημένες πέτρες του να φυλάνε τις μυρωδιές που ξεχύνονταν κάθε πρωί. Εκείνα τα ξημερώματα, όταν η αυγή φώτιζε τις σκεπές και τα δρομάκια, οι φούρνοι άρχιζαν να μπουμπουνίζουν. Οι μανάδες μας, με την ηρεμία και τη φροντίδα τους, άναβαν τη φωτιά με ξύλα που είχαν μαζέψει προσεκτικά, κρατώντας ζωντανό τον παλιό ρυθμό της καθημερινότητας.
Η Χρηστάκαινα στο Μπιζάνι ήταν η πρώτη που θυμάμαι. Με τα ευλογημένα χέρια της να πλάθουν τη ζύμη, λες και η ίδια ζύμωνε ιστορίες, αναμνήσεις και όνειρα μέσα στη φουρνιά του ψωμιού. Κάθε εβδομάδα, μάλιστα, έφτιαχνε το προζυμένιο ψωμί. Το προζύμι, που ζύμωνε την Πέμπτη το βράδυ και άφηνε να φουσκώσει μέχρι την επόμενη μέρα, ήταν κάτι παραπάνω από ζύμη: ήταν η καρδιά της οικογένειας, η κληρονομιά της γενιάς. Μια οκά αλεύρι, λίγα δράμια τυρί, μερικές σταγόνες λάδι, και η γειτονιά ολόκληρη μοσχομύριζε σαν να είχε ξυπνήσει η ίδια η γη.
Η Σπηλιώταινα στον Άγιο Δημήτριο είχε τον δικό της τρόπο. Η φούρκα της, πάντα ζεστή και γεμάτη καπνό, ήταν σαν ένας μικρός ναός της καθημερινής μας ανθρωπιάς. Κάθε Κυριακή το πρόσφορο πήγαινε στην εκκλησία, ευλογημένο και ζεστό, για να μοιραστεί στους πιστούς και να δώσει γεύση και φροντίδα στην πίστη τους. Εκεί τα παιδιά μαζεύονταν γύρω, μυρίζοντας τον φρεσκοψημένο ζεστό καρπό, και οι μανάδες μιλούσαν για τις δουλειές της ημέρας, για τα παιδιά που έπρεπε να πάνε στο σχολείο, για τον καιρό και τα μικρά θαύματα που συνέβαιναν στο χωριό.
Οι Λιναρδοπούλες και οι Γριβοπούλες, στα σπίτια τους κοντά στον Άγιο Γεώργιο, είχαν φούρνους που έμοιαζαν με μικρά φρούρια. Εκεί, εκτός από το καθημερινό ψωμί, έφτιαχναν καρβελάκια που μοιράζονταν κρυφά στα σπίτια των φτωχών, στους ασθενείς, ακόμα και σε εκείνους που είχαν χάσει δικούς τους. Ήταν μια πράξη σεβασμού και αγάπης για τους κεκοιμημένους, μια σιωπηλή προσευχή που μεταφερόταν μέσα από το ζεστό ψωμί. Οι καρδιές των ανθρώπων πλημμύριζαν από ευγνωμοσύνη και θαυμασμό για τη φροντίδα που κρυφά, διακριτικά, προσφερόταν χωρίς λόγια.
Όλα τα πέτρινα σπίτια της Βαλύρας είχαν έναν ξυλόφουρνο, κι αυτό δεν ήταν τυχαίο. Η ζωή μας είχε ένα ρυθμό που καθοριζόταν από το άναμμα της φωτιάς, από το μπουμπούνισμα της ξύλινης πόρτας του φούρνου, από το ψήσιμο που διαρκούσε ώρες, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με τη ζεστασιά της καθημερινότητας. Ο ξυλόφουρνος ήταν περισσότερο από ένα μέσο μαγειρέματος. Ήταν το κέντρο της γειτονιάς, το σημείο συνάντησης, ο τόπος όπου η προσφορά και η αλληλεγγύη έπαιρναν μορφή.
Κάθε πρωί, πριν ακόμα ξημερώσει, οι μανάδες μας πήγαιναν στους φούρνους. Με το κοφτερό μαχαίρι, έκοβαν τη ζύμη, ρίχνοντας μέσα τυρί, λάδι, μερικές σταγόνες γάλα ή ό,τι άλλο είχε περισσέψει από το σπίτι. Το ψωμί γινόταν δώρο, φιλοξενία, χόρτασμα της εργατιάς, και συχνά πεσκέσι για τον φτωχό ή τον άρρωστο της γειτονιάς. Οι περαστικοί δεν έφευγαν ποτέ με άδειο χέρι. Κάθε καρβελάκι που έβγαινε από τον ξυλόφουρνο ήταν κομμάτι ανθρωπιάς, μικρό θαύμα καθημερινής γενναιοδωρίας.
Η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού ακολουθούσε τον καθένα, σαν υπόσχεση ότι η Βαλύρα δεν ξεχνά. Τα σπίτια, οι φούρνοι, οι άνθρωποι ήταν ένα αξεδιάλυτο σύνολο. Και όσο οι φούρνοι μπουμπούνιζαν, οι καρδιές μας γέμιζαν. Κάθε φούρκα, κάθε φλόγα, κάθε κομμάτι ζύμης που φούσκωνε, ήταν και μια στιγμή χαράς, μια στιγμή ανθρώπινης σύνδεσης.
Και τώρα… τώρα που οι μανάδες μας έφυγαν, πήραν μαζί τους και τις μυρωδιές της ανθρωπιάς. Οι ξυλόφουρνοι σιωπούν. Τα δρομάκια μοιάζουν πιο κρύα, πιο άδεια. Τα σπίτια παραμένουν εκεί, αλλά χωρίς την καρδιά τους. Τα παιδικά γέλια έχουν γίνει αναμνήσεις, οι μυρωδιές του φρεσκοψημένου ψωμιού έχουν φύγει, και μαζί τους η ζεστασιά που γέμιζε την κοινότητα.
Κάθε φορά που περνώ από εκείνα τα σπίτια, κλείνω τα μάτια και θυμάμαι. Θυμάμαι τη Χρηστάκαινα να ζυμώνει το προζυμένιο ψωμί, τη Σπηλιώταινα να πηγαίνει το πρόσφορο στην εκκλησία, τις Λιναρδοπούλες και τις Γριβοπούλες να αφήνουν κρυφά καρβελάκια για τους φτωχούς και για τους κεκοιμημένους. Θυμάμαι την κοινή χαρά, την αλληλεγγύη, την καθημερινή μικρή τελετουργία που ένωνε τους ανθρώπους της Βαλύρας σε μια αξεδιάλυτη αλυσίδα αγάπης και προσφοράς.
Ίσως το πιο σημαντικό που μας άφησαν οι μανάδες μας, πέρα από το ψωμί και τις συνταγές, είναι το μάθημα της ανθρωπιάς. Μαθαίναμε από μικρά παιδιά ότι η ζωή έχει νόημα όταν μοιράζεσαι, όταν ανοίγεις την καρδιά σου στους άλλους, όταν μια οκά αλεύρι μπορεί να γίνει γιορτή για όλη τη γειτονιά. Ήταν ένας τρόπος να αγαπάς χωρίς λόγια, να δίνεις χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα, να ζεις μέσα σε μια κοινότητα που ένιωθες ότι ανήκεις απόλυτα.
Κάθε πέτρινο σπίτι, κάθε ξυλόφουρνος, ήταν και μια μικρή ιστορία. Και αυτές οι ιστορίες συνεχίζουν να ζουν μέσα μας, ακόμα κι αν οι φούρνοι έχουν σιωπήσει. Ο ξυλόφουρνος της Βαλύρας δεν ήταν απλώς εργαλείο. Ήταν μάρτυρας ζωής, σημείο συνάντησης, καταφύγιο και δώρο ταυτόχρονα. Και κάθε φορά που θυμόμαστε τις μανάδες μας να ανάβουν τη φωτιά, νιώθουμε ότι η μυρωδιά τους, η ανθρωπιά τους, εξακολουθεί να γεμίζει τα δρομάκια, τις αυλές και τις καρδιές μας.
Οι καιροί άλλαξαν, οι άνθρωποι έφυγαν ή μεγάλωσαν, αλλά το μάθημα παραμένει: η αγάπη, η φροντίδα, η προσφορά, είναι αυτά που κάνουν τον κόσμο μας ζωντανό. Η σφραγίδα της ανθρωπιάς συνεχίζει να ζεσταίνει τις ψυχές μας, ακόμα κι αν η φωτιά έχει σβήσει.
Και ίσως μια μέρα, αν ξαναζωντανέψουν οι φούρνοι, θα ξαναμυρίσουν τα δρομάκια μας, θα ξαναγεμίσουν τα σπίτια μας και θα θυμηθούμε ξανά ότι η ζωή γίνεται πλούσια όχι από τα πλούτη, αλλά από τα μικρά, ζεστά κομμάτια που μοιραζόμαστε με τους άλλους.
Η Βαλύρα, με τα πέτρινα σπίτια και τους ξυλόφουρνους της, θα παραμείνει πάντα ένας τόπος μνήμης, αγάπης και ανθρωπιάς. Και εμείς, όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα κρατάμε μέσα μας τη μυρωδιά του ψωμιού, τη ζεστασιά των μανάδων μας, και το δώρο της κοινότητας που μας έκανε να νιώθουμε ότι είμαστε κομμάτι ενός μεγαλύτερου κόσμου, γεμάτου φροντίδα και στοργή.
Θερμές ευχαριστίες στην κα Μαρία Φ. Ηλιοπούλου, Αγιογράφο, που θυμήθηκε το μπουμπούνισμα στις πόρτες των ξυλόφουρνων στη Βαλύρα.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου