Φωτό: lyrasi.blogspot.com.
Επεξεργασία: Γεώργιoς Μπούρας στο FB
Ήταν από εκείνες τις ημέρες που μοιάζουν να έχουν αποφασίσει από μόνες τους να μείνουν για πάντα. Η Άνοιξη είχε μόλις απλώσει το χέρι της στη Μεσσηνιακή γη, κι ο ήλιος, γενναιόδωρος και φωτεινός, φώτιζε τις αυλές, τα σοκάκια και τις ψυχές. Το σχολικό έτος 1962–1963 κυλούσε με τη συνηθισμένη του πειθαρχία, τα κουδούνια, τις εξετάσεις, τις απαγγελίες και τις υποχρεώσεις. Μα εκείνη την ημέρα, το Γυμνάσιο Μελιγαλά ετοίμαζε μια μικρή, ημερίσια απόδραση· μια εκδρομή όχι μόνο για τέρψη, αλλά και για γνώση, για μνήμη, για επαφή με την ιστορία.
Το Στενύκλαρο της Μεσσηνίας δεν ήταν απλώς ένας προορισμός. Είναι τόπος αρχαίος, με τη σφραγίδα της Αρχαίας Ανδανίας, τόπος φορτωμένος με νερό, πέτρα και σιωπές αιώνων. Εκεί θα κατευθύνονταν οι μαθητές των τεσσάρων τάξεων του Γυμνασίου — οι τρεις πρώτες και η Τετάρτη, δηλαδή η Πρώτη Λυκείου.
Από νωρίς το πρωί, η αυλή του σχολείου γέμισε φωνές. Τα πηλίκια φορεμένα με επιμέλεια, τα σακάκια κουμπωμένα, τα πρόσωπα καθαρά και φωτεινά. Οι μαθητές, παιδιά γεννημένα στα δύσκολα χρόνια μετά τον πόλεμο του 40 και τον εμφύλιο στη Βαλύρα — από το 1946 έως το 1950 — έφεραν πάνω τους τη σοβαρότητα της εποχής, μα και μια παιδική σπίθα ενθουσιασμού που δεν κρυβόταν.
Όλοι οι καθηγητές του σχολείου, μαζί με τρεις συνοδούς, συνόδευαν την εκδρομή. Δεν ήταν απλοί επιτηρητές· ήταν οδηγοί γνώσης και ήθους. Ο καθένας με το δικό του ύφος, το δικό του περπάτημα, τη δική του φωνή. Στάθηκαν μπροστά στους μαθητές, έκαναν την καθιερωμένη καταμέτρηση, έδωσαν οδηγίες και, με ένα νεύμα, έδωσαν το σύνθημα της αναχώρησης.
Τα παιδιά ξεκίνησαν με τα πόδια από το Γυμνάσιο του Μελιγαλά για το Στενύκλαρο. Το μονοπάτι που περνούσε μέσα από ελιές, μικρούς λόφους και πέτρινα σπίτια, γέμισε από γέλια, τραγούδια και πειράγματα. Κάποιοι κουβαλούσαν τσάντες, άλλοι μικρές νταμιτζάνες με νερό. Κάθε βήμα ήταν μια εξερεύνηση, μια σύνδεση με τη φύση, με την ιστορία, με τον τόπο που περνούσαν. Οι καθηγητές και οι συνοδοί περπατούσαν ανάμεσα στα παιδιά, συζητώντας μαζί τους, δείχνοντάς τους σημεία ενδιαφέροντος, βοηθώντας τους να κρατήσουν τον ρυθμό και να μην κουραστούν.
Η σχολική φωτογραφία τραβήχτηκε λίγο αργότερα — κι ας μην το γνώριζαν τότε οι μαθητές της Βαλύρας, ότι θα γινόταν μνημείο στον λαογραφικό μας διάκοσμο. Εννέα φίλοι, μαθητές, παρατάχθηκαν με μια φυσική τάξη που μόνο η εποχή εκείνη γνώριζε. Πάνω σειρά, φορώντας τα πηλίκιά τους, από αριστερά: ο Χαράλαμπος Ραμμογιανόπουλος, ο Νικόλαος Βίγκος και ο Δημήτρης Μπόβης κρατώντας μια νταμιτζάνα με νερό, απαραίτητο για μετά το κοπιαστικό ποδόσφαιρο. Στη μεσαία σειρά, ο Ιωάννης Λύρας, ο Στέφανος Μπάκας και ο Χρήστος Ράμμος. Κάτω γονατιστοί, ο Δήμος Βίγκος με την μπάλα της θρυλικής ομάδας τους, ο Αναστάσιος Σπηλιώτης και ο Παναγιώτης Αδαμόπουλος, ο αλησμόνητος ποιητής της Βαλύρας.
Κανείς τους δεν πόζαρε με επίγνωση της ιστορίας. Κι όμως, η φωτογραφία κράτησε κάτι από την ψυχή τους. Το βλέμμα του καθενός μαρτυρούσε όνειρα: άλλος ήθελε να σπουδάσει, άλλος να δουλέψει, άλλος να δώσει νόημα στη ζωή του. Ο Παναγιώτης Αδαμόπουλος, ήδη με μια εσωτερική ευαισθησία, κοιτούσε λίγο αλλού — σαν να άκουγε έναν στίχο που ακόμα δεν είχε γράψει. Ο Γιάννης Λύρας ήταν ήδη ένας μικρός ιστοριοδίφης με πλούσιο λαογραφικό αρχείο στην παιδική μνήμη του.
Η πρώτη στάση ήταν στον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου. Οι μαθητές μπήκαν με σεβασμό. Η δροσιά του ναού, το άρωμα του λιβανιού, τα χαμηλά κεριά, έκαναν τα παιδιά να σωπάσουν. Ένας από τους καθηγητές μίλησε για την πίστη ως στοιχείο ταυτότητας του τόπου, όχι ως επιβολή, αλλά ως συνέχεια. Τα παιδιά άκουγαν — άλλα με ευλάβεια, άλλα με εφηβική αμηχανία.
Από αριστερά στη επάνω σειρά: Δημητρόπουλος Θεόδωρος, φιλόλογος, Αναστασόπουλος Ηλίας τεχνικός, Τερζάκης, μαθηματικός, Κομίνης Αλκιβιάδης, φιλόλογος, Γεωργιόπουλος Ηλίας, θεολόγος.
Στην κάτω σειρά: Δημητρόπουλος Βασίλειος, φιλόλογος, Σταυρόπουλος φυσικός, Πατριαρχέας , φιλόλογος και γυμνασιάρχης, Καλοχέρας τηλέμαχος, θεολόγος, Δορκοφίκης Ευάγγελος, φιλόλογος και Κοντός Παύλος, φυσικός.
Ύστερα, κατευθύνθηκαν στους αρχαιολογικούς χώρους. Δύο αρχαίοι ναοί, απομεινάρια ενός κόσμου που είχε ζήσει μυσταγωγικά στην Ανδανία, αγωνιστεί, πιστέψει πριν από αιώνες. Οι πέτρες ήταν φθαρμένες, μα όρθιες, αθάνατες. Οι καθηγητές εξηγούσαν, δείχνοντας με το χέρι, μιλώντας για θεότητες, τελετουργίες, πόλεις χαμένες. Οι μαθητές περπατούσαν ανάμεσα στα ερείπια, άλλος με απορίες, άλλος με δέος.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν οι παλιές πηγές του νερού. Νερό που ανάβλυζε αδιάκοπα από την αρχαιότητα, σαν να αρνιόταν να ξεχάσει, νερό που έτρεχε από την πηγή της μνημοσύνης. Νερό που αγιάζεται στις ημέρες μας με τον λόγο του Ευαγγελίου. Κάποια παιδιά έσκυψαν, έπλυναν τα χέρια και δρόμισαν τα πρόσωπά τους, άλλοι απλώς κοίταζαν τη ροή. Ήταν μια σιωπηλή στιγμή· ίσως η πιο δυνατή της ημέρας.
Το μεσημέρι, κάθισαν όλοι μαζί. Ψωμί, ελιές, λίγο τυρί, φρούτα, ό,τι είχε φέρει ο καθένας από το σπίτι του. Οι καθηγητές πιο πέρα, μα πάντα με το βλέμμα στραμμένο στα παιδιά. Γέλια, ιστορίες, πειράγματα. Για λίγο, το σχολείο δεν ήταν κανόνες και διαβάσματα, αλλά μία χαρούμενη κοινότητα.
Η επιστροφή έγινε ήσυχα, πάλι με τα πόδια. Κάποιοι κουράστηκαν, άλλοι συζητούσαν για όσα είδαν, άλλοι απλώς ατένιζαν τη φύση γύρω τους. Κανείς δεν ήξερε ότι αυτή η ημέρα θα έμενε χαραγμένη τόσο βαθιά στη μνήμη τους.
Τα χρόνια πέρασαν. Η ζωή πήρε τον καθένα σε διαφορετικό δρόμο. Πέντε από τα παιδιά της φωτογραφίας δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Μα η ασπρόμαυρη εικόνα τους έμεινε, και πρόσφατα αναστήθηκε με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης από τον κ. Γεώργιο Μπούρα — μια πράξη μνήμης και αγάπης. Παραδόθηκε στον μεγάλο Βαλυραίο κάτοχό της, τον Βιολόγο και Ιστοριοδίφη κ. Ιωάννη Λύρα, που στάθηκε φύλακας όχι μόνο της φωτογραφίας, αλλά και της ιστορίας της γενέτειράς μας.
Οι ζώντες μαθητές τιμούν με ευλάβεια τη μνήμη των συμμαθητών τους, γιατί κάποιοι άνθρωποι ποτέ δεν φεύγουν· μετακινούνται απλώς στην αιώνια σιωπή.
Και έτσι, μια σχολική εκδρομή του 1963 έγινε γέφυρα ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα.
Θερμές ευχαριστίες στον κ. Γεώργιο Μπούρα για το φωτογραφικό υλικό.
Ε.Η.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου