Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Η Τσαπερδόνα

                                   

                                                             Φωτό: Ε.Η.Κ.



Στη Βαλύρα της δεκαετίας του ’60, τότε που οι αυλές μύριζαν άχυρο και βασιλικό και οι άνθρωποι ήξεραν ο ένας τις ανάγκες του άλλου πριν ακόμα τις πουν, ζούσε μια κότα αλλιώτικη απ’ τις άλλες. Ήταν κανελλί, καμαρωτή, με λυρί κόκκινο και γυαλιστερό σαν φρεσκοβαμμένο κεραμίδι. Τη λέγανε   Τσαπερδόνα.

Η κότα αυτή δεν άντεχε ούτε κοτέτσι ούτε περιορισμούς. Ούτε να βόσκει ήσυχα στον κήπο της αείμνηστης Χρηστάκαινας στο Μπιζάνι, όπως οι υπόλοιπες. Από το πρώτο φως της μέρας το μυαλό της δούλευε μόνο προς μία κατεύθυνση: πού είχε ανοίξει τρύπα ο φράχτης. Μόλις την έβρισκε, γλιστρούσε σαν αστραπή και ξεκινούσε το καθημερινό της σεργιάνι.

Πρώτη στάση, συνήθως, ο κήπος της Σφήκαινας. Αν υπήρχε ανάγκη —κι ο Θεός ήξερε πότε υπήρχε— η Τσαπερδόνα έμενε εκεί όλη την ημέρα. Αν όχι, η διαίσθησή της την οδηγούσε παρακάτω, σε άλλον μπαξέ, σε άλλη αυλή. Και πάντα, μα πάντα, άφηνε πίσω της ένα δίκορκο αυγό, στο σημείο που η ίδια διάλεγε, την ώρα ακριβώς που η οικογένεια το είχε  μεγάλη ανάγκη.

Ένα τέτοιο πρωινό Κυριακής, η Σφήκαινα γύρισε απ’ την εκκλησία με βαριά καρδιά. Δεν είχε  αυγό να βράσει για το κολατσιό του γιου της  την επόμενη ημέρα, να πάρει μαζί του σε ένα ταξίδι στην Αθήνα. Κι εκεί, κάτω από κάτι άχυρα, είδε την Τσαπερδόνα. Η κότα τρόμαξε, χώθηκε κάτω απ’ τον φράχτη και πέρασε στον κήπο της Φουντίνας. Όταν έτρεξε η Χρηστάκαινα να τη βρει, την εντόπισε ένα σπίτι πιο κάτω, στης Νίκαινας. Μα το αυγό είχε ήδη μείνει πίσω. Δίκορκο!

Το όνομά της το πήρε μια μέρα που τόλμησε να διασχίσει τον δρόμο για να επισκεφτεί το σπίτι της αείμνηστης γιαγιάς Σοφίας Μπουρίκα. Τότε που ο μπάρμπα Κώστας ο Χρηστάκης γύριζε με φορτωμένο το κάρο του και, βλέποντάς τη να τρέχει, της φώναξε:
«Πού πας, Τσαπερδόνα;»
Από τότε δεν ήταν πια απλώς μια κότα. Ήταν η κυρία Τσαπερδόνα.

Ο Γιώρης, ο γιος της γιαγιάς Σοφίας, είχε τον τρόπο του μαζί της. Μόλις την έβλεπε να μπαίνει στην αυλή, την άρπαζε από τα φτερά, της κακάριζε κάνοντας την κότα —κι εκείνη απαντούσε μ’ ένα απίστευτο ήχο : έβγαζε φωνή λες και γελούσε άνθρωπος. Δυνατά. Αληθινά. Ύστερα έτρωγε το καλαμπόκι της, κούρνιαζε στην αποθήκη πάνω στα άχυρα και την άλλη μέρα εξαφανιζόταν, αφήνοντας πίσω της για τη φιλοξενία ένα μεγάλο αυγό. Ο Γιώρης το έβραζε και το έπαιρνε μαζί του στον κάμπο, εκεί που έβοσκε την αγελάδα, τα κατσίκια και τα πρόβατα.

Μια χρονιά, αρχές Μεγάλης Εβδομάδας, η τσαπερδόνα δεν έφυγε καθόλου απ’ το κοτέτσι. Έκανε τέσσερα αυγά στη σειρά. Οι γυναίκες της γειτονιάς σταυροκοπήθηκαν. Τόσα ακριβώς χρειαζόταν η σπιτονοικοκυρά για τα πασχαλινά κουλούρια.

Την άνοιξη που έσφαξαν ένα κοκκοράκι που αγαπούσε, η Τσαπερδόνα έφυγε και δεν ξαναγύρισε στο κοτέτσι. Κάποιοι είπαν πως την είδαν στο ρέμα, κάτω απ’ τις ανθισμένες κάλες. Είχε σκάψει βαθιά, έκανε τα αυγά της, έτρωγε ό,τι έβρισκε στις όχθες και έπινε τρεχούμενο νερό. Κι όταν ήρθε το καλοκαίρι και έσφιξαν οι ζέστες, βγήκε πάλι στον δρόμο, ακολουθούμενη αυτή τη φορά από κλωσσόπουλα.

«Μέγας είσαι, Κύριε», είπε ο αείμνηστος Γιώρης όταν την είδε πρώτος.

Δεν την ξαναέβαλαν στο κοτέτσι. Της έφτιαξαν ένα πλίνθινο σπιτάκι στον κάμπο, μακριά απ’ τη σφαγή. Κι από τότε, αν έβλεπαν καμιά μικρή κοπελούδα να τρέχει στον δρόμο σε ώρες ακατάλληλες, ιδίως μεσημεριανές, έλεγαν:
«Α! Την Τσαπερδόνα!»

Κι έτσι έμεινε. Η Τσαπερδόνα του Μπιζανίου. Προς δόξαν Θεού, όλους τους φρόντιζε πλούσια. Ο Θεός, έλεγαν,  υπέγραφε με τα δίκορκα αυγά της.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου