Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Με φτερά αγγέλου υπογράφεται η καλή γειτονία στη Βαλύρα

                     

                                                               Φωτογραφίες: Pinterest

Η Βαλύρα του 1950 ξυπνούσε αργά, όπως ξυπνούν τα χωριά που έχουν μάθει να μετρούν τον χρόνο όχι με ρολόγια, αλλά με σκιές αυλών, με τον ήχο του νερού στα αυλάκια και με το πότε ανοίγουν τα πέταλα τα  άνθη τους. Τα πρωινά, πριν ακόμη ο ήλιος ανέβει πάνω από τις κεραμοσκεπές, μια δροσιά απλωνόταν στα στενά σοκάκια και καθόταν στα πέτρινα πεζούλια, σαν ευλογία. Εκεί, στη Μπιζανιώτικη γειτονιά, οι αυλές δεν ήταν απλώς κομμάτια γης· ήταν μνήμη, περηφάνια και σιωπηλή μαρτυρία  μιας ολόκληρης ζωής.

Στην πιο αρχοντική αυλή της γειτονιάς, με την ψηλή καγκελόπορτα και  τις παλιές πλάκες που είχαν φθαρεί από γενιές πατημάτων, ζούσε η αείμνηστη κα  Σοφία. Τώρα,  στολίδι του σπιτιού της,  έχει ριζώσει η νύφη της Μαρία.Eίναι εκείνη που καλλιεργεί φτερά αγγέλου στο Μπιζάνι της Βαλύρας.

Μια γυναίκα λιγομίλητη ήταν η κα Σοφία, με βλέμμα καθαρό και κινήσεις μετρημένες, σαν να φοβόταν μην ταράξει την ισορροπία των πραγμάτων γύρω της. Η αυλή της ήταν το καμάρι της. Όχι γιατί ήταν μεγάλη ή πλούσια, αλλά γιατί έσφυζε από ζωή. Βασιλικοί σε τενεκέδες, γιασεμιά που αγκάλιαζαν τον τοίχο, γαρδένιες προσεγμένες, και στο κέντρο, στηριγμένη πάνω σε καλάμια δεμένα με σπάγκο, η πλατύφυλλη βιγόνια της.


Η βιγόνια αυτή δεν ήταν ένα απλό φυτό. Ήταν σχεδόν μέλος της οικογένειας. Είχε έρθει στην αυλή της αλησμόνητης  Σοφίας πριν από πολλά χρόνια, ένα μικρό κλαδάκι που της είχε χαρίσει η πεθερά της, τότε που  ήταν ακόμη νέα νύφη και προσπαθούσε να ριζώσει, όχι μόνο στο σπίτι, αλλά και ως σύζυγος και μητέρα στην κοινωνία της Βαλύρας. Από τότε, η βιγόνια μεγάλωσε μαζί της. Άπλωσε τα φτερωτά της φύλλα, έφτασε σχεδόν τα δύο μέτρα, και κάθε άνοιξη και καλοκαίρι στόλιζε τον χώρο με ροζ τσαμπιά λουλουδιών που έμοιαζαν να αιωρούνται στον αέρα. Έτσι συμβαίνει και σήμερα. Τα εργατικά, ακούραστα και ευλογημένα χέρια της Μαρίας ανασταίνουν με θέρμη τη ζωή της παλιάς βιγόνιας.

Απέναντι σχεδόν από την αυλή της , στο πατρικό της σπίτι, ζούσε παλιά η κα Παναγιώτα με τους γονείς της. Το σπίτι   πέτρινο, λιτό, με μια αυλή που άλλοτε έσφυζε από χρώματα και μυρωδιές. Εκεί, κάποτε, η μητέρα της καλλιεργούσε βιγόνιες, ίδιες με της  Σοφίας.  Η αυλή ήταν γεμάτη γέλια, φωνές, και η φροντίδα των λουλουδιών  σχέτη τελετουργία. Όμως ο καιρός πέρασε, οι γονείς έφυγαν από τη ζωή, και μαζί τους έφυγε και η δύναμη να κρατηθούν ζωντανά όλα όσα αγαπούσαν. Η Παναγιώτα μετακόμισε στην Αθήνα,   οι βιγόνιες ξεράθηκαν, μία μία, και η αυλή άρχισε να μοιάζει  πλέον άδεια.

Πριν από δύο χρόνια, ένα απόγευμα καλοκαιριού, η πενθούσα Παναγιώτα στάθηκε λίγο παραπάνω έξω από την αυλή της Μαρίας.Είχε λάβει μία μεγάλη απόφαση, να επιστρέψει στο πατρικό της σπίτι. Δεν είπε πολλά. Κοίταξε τη βιγόνια με βλέμμα γεμάτο νοσταλγία. Τα μάτια της μαλάκωσαν, σαν να γύρισε για λίγο πίσω στον χρόνο. Η Μαρία το κατάλαβε. Δεν χρειάστηκαν λόγια. Υπάρχουν πράγματα που λέγονται με ένα βλέμμα, με μια ανάσα που βαραίνει.




— Όμορφη είναι… είπε τελικά η Παναγιώτα, σχεδόν ψιθυριστά.

— Αντέχει, αποκρίθηκε η Μαρία. Άμα τη φροντίζεις, σου το ανταποδίδει.

Η Παναγιώτα δεν ζήτησε τίποτα. Μα άφησε τη σκέψη της να αιωρηθεί στον αέρα, όπως τα άνθη της βιγόνιας. Η Μαρία το κράτησε μέσα της.

— Θα σου δώσω, της είπε ένα χρόνο αργότερα, χαμογελώντας. Θα σου κόψω ένα κλαδάκι.

Η φιλία τους άρχισε να αναπτύσσεται έτσι, αργά, διακριτικά, σαν τα φτερά της βιγόνιας που ανοίγουν χωρίς θόρυβο. Ένα «καλημέρα» πάνω από τον φράχτη, μια καλησπέρα το σούρουπο, ένα πιάτο φαγητό που περίσσεψε, λίγα σύκα  το καλοκαίρι, λίγα πορτοκάλια τον χειμώνα. Κι όμως, στο θέμα της βιγόνιας, πάντα κάτι ανέβαλλε τη στιγμή. Ίσως η Μαρία φοβόταν να κόψει από το φυτό που τόσο αγαπούσε. Ίσως πίστευε πως τέτοια δώρα δεν  προσφέρονται βιαστικά, αφήνουν πρώτα τη φιλία να ωριμάσει.

Στη Βαλύρα, άλλωστε, η βιγόνια δεν είναι απλό φυτό. Από τα παλιά χρόνια, οι γείτονες δεν χάριζαν τα κλαδιά της  στον καθένα.  Είναι το πιο αρχοντικό φυτό των αυλών, σύμβολο σεβασμού και εμπιστοσύνης. Πρώτα χτίζεται ο δεσμός. Μετά, ύστερα από καιρό, έρχεται η προσφορά. Ένα κλαδάκι βιγόνιας σημαίνει: «Σε εμπιστεύομαι. Σε θεωρώ δικό μου άνθρωπο».

Η στιγμή ήρθε απρόσμενα, σε μια πρόσφατη εκδήλωση αδελφικής αγάπης. Η Παναγιώτα με αγάπη, χωρίς πολλά λόγια, πρόσφερε στη Μαρία κάτι που ξεπερνούσε τα συνηθισμένα. Ήταν μια πράξη που δεν είχε υλική αξία, αλλά βάρος ψυχής.  Εκείνη ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Δεν μπορούσε να αφήσει αυτό το δώρο αναπάντητο.

Την ίδια κιόλας μέρα, πήγε στην αυλή της. Στάθηκε μπροστά στη βιγόνια. Άγγιξε απαλά τα φύλλα της. Σαν να της μιλούσε.

— Ήρθε η ώρα, ψιθύρισε.

Με προσοχή, σχεδόν με κατάνυξη, έκοψε δύο δροσερά κλαδάκια. Τα τύλιξε σε υγρό πανί, όπως έκαναν οι παλιές γυναίκες στη Βαλύρα, και πέρασε απέναντι.

Η Παναγιώτα άνοιξε την πόρτα και έμεινε ακίνητη. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

— Για σένα, είπε η Μαρία απλά. Να ριζώσει πάλι στην αυλή σου.

Εκείνη τη στιγμή, δεν χρειάστηκαν άλλα λόγια. Η βιγόνια είχε ήδη υπογράψει. Με φτερά αγγέλου!

 Η Βαλύρα, σιωπηλή μάρτυρας,  άρχισε να χαμογελά. Γιατί  γνωρίζει καλά: όσο υπάρχουν τέτοια δώρα πραγματικής αγάπης και φιλίας, η καλή γειτονία δεν θα χαθεί ποτέ από τον ευλογημένο τόπο μας.

-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου