Φωτό: Pinterest
Η Εύη καθόταν στο παλιό ξύλινο γραφείο και κρατούσε σφιχτά ένα ξεθωριασμένο πουλόβερ. Το άγγιζε με σεβασμό, σαν να έκρυβε μέσα του όλη την παιδική της ηλικία. Ήταν το ίδιο πουλόβερ που κάποτε φορούσε μαζί με τη γιαγιά της – ένα στα δικά της μικρά μέτρα, κι ένα στα μέτρα της Ευανθίας, της αείμνηστης γιαγιάς της που χάραξε την ψυχή της σαν φωτεινή πυξίδα ζωής.
Μεγάλωσε στον Μελιγαλά Μεσσηνίας. Σ’ εκείνα τα χώματα έμαθε να περπατά, να ονειρεύεται και να προσεύχεται. Οι γονείς διαρκώς απασχολημένοι∙ η καθημερινότητα απαιτητική. Έτσι, η γιαγιά Ευανθία έγινε το απάγκιο λιμάνι της. Έγινε μητέρα, δασκάλα, καθρέφτης και φάρος μαζί. Στα χρυσά της χέρια ρίζωσαν τα πρώτα βήματα της προσωπικότητάς της∙ καλλιέργησε την ψυχή της με χίλιους τρόπους – με προσευχή, με αγάπη, με ήθος.
Θυμάμαι, σκέφτεται η Εύη, πως τα απογεύματα μύριζαν κανέλα και καθαρό σαπούνι. Στον μικρό μας κήπο, εκεί όπου ο βασιλικός έγερνε σαν να προσευχόταν, καθόμασταν η μια δίπλα στην άλλη. Η γιαγιά Ευανθία έπλεκε, κι εγώ άκουγα. Κάθε της κίνηση είχε ρυθμό — σαν να υφαινόταν η ζωή μου μέσα στις χρυσές βελονιές της.
«Η ψυχή θέλει φροντίδα, όπως το λουλούδι το νερό», μου έλεγε, κι εγώ την πίστευα. Όταν ο άνεμος φυσούσε, το πουλόβερ της ανέμιζε σαν σημαία παράδοσης. Κι εγώ, με το μικρό μου αντίγραφο, ένιωθα πως γινόμουν μέρος μιας ιστορίας που ξεκίνησε πριν από μένα και θα συνέχιζε μετά. Ήταν φορές που κρατούσα το χέρι της τόσο σφιχτά, γιατί φοβόμουν μήπως χαθεί το αύριο. Κι εκείνη μου έλεγε ήρεμα:
«Το αύριο δεν φοβάται κανέναν, αρκεί να το αγαπήσουμε.»
Όταν η Εύη φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, κουβαλούσε νοερά τη γιαγιά της σε κάθε της βήμα. Κι όταν διορίστηκε στην Πάτρα, ήρθε η απώλεια. Η σιωπή του τηλεφώνου αντί για τη γνώριμη φωνή. Ένα κενό που μόνο η μνήμη μπορούσε να γεμίσει. Εκείνη τη μέρα, άνοιξε το συρτάρι και βρήκε το παιδικό της πουλόβερ – το δίδυμο εκείνο ένδυμα που κάποτε φορούσαν μαζί. Το έσφιξε επάνω της, κι ένιωσε ξανά το άγγιγμα της γιαγιάς. Ήταν σαν να άκουσε τη φωνή της:
«Τα ρούχα μπορεί να παλιώσουν. Οι αρετές ποτέ.»
Τώρα, στην Πάτρα, όταν ο νυχτερινός ουρανός χαμηλώνει πάνω απ’ τα φώτα της πόλης, κρατεί το πουλόβερ και αισθάνεται πως ξαναγυρνά στον Μελιγαλά. Νιώθει την παρουσία της γιαγιά ςτης σαν ανάσα στο σβέρκο∙ σαν προσευχή που δεν τελειώνει. Το χρώμα μπορεί να ξεθώριασε, όμως η ζεστασιά του παραμένει άφθαρτη. Είναι η αγάπη που δεν επιτρέπει στον χρόνο να νικήσει.
Επίλογος
Καθώς κλείνει τα μάτια, νιώθει το βάρος του πουλόβερ πάνω της — όχι σαν ύφασμα, μα σαν μνήμη κια ιερή παρακαταθήκη που ζεσταίνει το παρόν. Κι ίσως τελικά αυτό να είναι η κληρονομιά: να συνεχίζεις να περπατάς, ακόμη κι όταν το χέρι που σε κράτησε δεν υπάρχει πια. Γιατί αν κάτι τη δίδαξε η γιαγιά Ευανθία, είναι πως δεν χρειάζεται να είσαι εδώ για να είσαι παρών.
-Κι έτσι πορεύομαι. Με το πουλόβερ στην καρδιά, και με τα λόγια της ως φως στους δρόμους της ζωής. Γιατί κάθε φορά που το φορεί ο νους μου δεν είμαι μόνη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου