Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Η αφροξυλιά και η παιδική αθωότητα στη Βαλύρα του '60

                              


Φωτό: Pinterest


 

Στη Βαλύρα, κάποτε, υπήρχε ένα μαγικό δένδρο — η αφροξυλιά — που μάγευε τις μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου. Τα μικρά κορίτσια δεν γνώριζαν πολλά για το σαμπούκο, ούτε για τις θεραπευτικές του ιδιότητες, όμως τα υπόλευκα άνθη του και το λεπτό τους άρωμα άγγιζαν την ψυχή τους. Ήταν το δένδρο των αισθήσεων, της περιέργειας και της αθωότητας.

Τρεις από αυτές τις κοπέλες, που αργότερα έφυγαν από την Ελλάδα για ανώτερες σπουδές και επαγγελματικές πορείες στο εξωτερικό, επέστρεψαν στη Βαλύρα μετά από σαράντα χρόνια. Μία ημέρα αποφάσισαν να περπατήσουν ξανά στον στενό δρόμο που οδηγεί από την Αγία Τριάδα προς τον κυπαρισσώνα, κατά μήκος του ποταμού της Μαυροζούμενας, με βορειοδυτική κατεύθυνση. Εκεί, έκπληκτες είδαν μία ολάνθιστη αφροξυλιά να στέκεται σιωπηλή, τυλιγμένη στο κατάλευκο νυφικό της.

Τα μάτια τους φωτίστηκαν∙ ένιωσαν πως ξαναβρήκαν ένα κομμάτι της ψυχής τους.

Θυμήθηκαν τα παιδικά τους χρόνια  και αισθάνθηκαν πως έγιναν κι εκείνες, στη διάρκεια της ζωής τους, νυφούλες όπως η αφροξυλιά — ως σύζυγοι, μητέρες, κόρες, επαγγελματίες. Ταυτίστηκαν με τη σιωπηλή παρουσία του δένδρου, που χαρίζει τον ανθό του χωρίς να ζητά τίποτα. Πλησίασαν να κόψουν λίγα άνθη ως φυλακτό∙ όμως μία άρρητη δύναμη τις σταμάτησε.
— Όχι, είπαν. «Αυτό το νυφικό είναι πολύ όμορφο, μοναδικό στη ρεματιά, χαρά της φύσης, τέρψη οφθαλμών∙ δεν θα το χαλάσουμε για την επιθυμία της στιγμής». Και τότε κατάλαβαν πως το αληθινό φυλακτό δεν είναι τα κλαδιά, αλλά η μνήμη – η μυστική γέφυρα που τις ενώνει με τη μητέρα φύση και την παιδική τους αθωότητα.

Η μυστική επιθυμία του εαυτού: να διατηρηθεί άφθαρτη η παιδική αθωότητα

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που δεν μετρώνται με τον χρόνο, αλλά με τον παλμό της μνήμης. Κι όταν η μνήμη επιλέγει να εμφανιστεί, δεν το κάνει τυχαία· αναδύεται μέσα από εικόνες, αρώματα και σιωπές που περιμένουν επίμονα μέσα μας για δεκαετίες. Όπως εκείνη η αφροξυλιά —σιωπηλή, λουσμένη στο λευκό της νυφικό— που έγινε καθρέφτης του εσωτερικού κόσμου. Ενός κόσμου που δεν έπαψε ποτέ να αναζητά την αθωότητα των πρώτων μας χρόνων.

Η παιδική αθωότητα δεν είναι απλώς μια ανάμνηση. Είναι μία κατάσταση ύπαρξης. Στις νύχτες της ωριμότητας, όταν η κούραση της καθημερινότητας βαραίνει τον νου, αναρωτιόμαστε: τι απέγινε εκείνο το κορίτσι ή εκείνο το αγόρι που στεκόταν γεμάτο απορία μπροστά στη φύση; Εκείνο που άκουγε τα πουλιά όχι ως θορύβους αλλά ως τραγούδι. Εκείνο που έβλεπε τα άνθη όχι ως φυτικό υλικό, αλλά ως θαύματα.

Όταν οι τρεις φίλες επέστρεψαν στη Βαλύρα μετά από σαράντα χρόνια, δεν αναζητούσαν απλώς τον τόπο τους. Αναζητούσαν τον εαυτό τους. Με κάθε βήμα στον στενό δρόμο προς τον κυπαρισσώνα, προχωρούσαν όχι στον χώρο, αλλά στον χρόνο — σε εποχές άγραφες, όπου δεν υπήρχε ανάγκη για σπουδές, επαγγελματικές επιτυχίες ή κοινωνικές αποδείξεις. Υπήρχε μόνο η αθωότητα, άπειρη και άθικτη.

Και τότε, μπροστά στην ολάνθιστη αφροξυλιά, ένιωσαν ξανά αυτή την εσωτερική ανάσα που δεν γερνά. Αυτή που θυμίζει πως όσο υπάρχει ψυχή, υπάρχει και παιδί μέσα της. Η επιθυμία να κόψουν λίγα άνθη ήταν φυσική — ο άνθρωπος θέλει πάντα να κρατήσει κάτι από την ομορφιά. Όμως το δένδρο, με τη σιωπηλή του παρουσία, τις συγκράτησε. Γιατί η αληθινή ομορφιά δεν φυλακίζεται με κλαδιά. Κατοικεί μέσα μας, όταν την τιμούμε.

Το βαθύτερο δίδαγμα εκείνης της στιγμής ήταν πως η αθωότητα δεν αγοράζεται, δεν ιδιοποιείται, δεν συσκευάζεται σε αναμνηστικά. Μονάχα βιώνεται. Όπως το φως που πέφτει πάνω στα πέταλα και δεν το κρατάς, αλλά το δέχεσαι. Η αθωότητα είναι μια εσωτερική στάση: η ικανότητα να αντικρίζουμε τον κόσμο χωρίς κυνισμό, να βλέπουμε ακόμη το Θαύμα μέσα στο ταπεινό. Είναι η ελάχιστη μορφή ελευθερίας: το δικαίωμα να συγκινούμαστε.

Μερικές φορές, χρειάζεται να φτάσουμε στο φως του λευκού άνθους για να συνειδητοποιήσουμε την αξία της σιωπής. Οι φίλες δεν έκοψαν κλαδιά από την αφροξυλιά. Έκοψαν όμως την ψευδαίσθηση ότι η αθωότητα χάνεται για πάντα. Κατάλαβαν πως μπορεί να μην είναι πια παιδιά, αλλά μέσα τους ανθίζει ακόμη ένα κορίτσι — εκείνο που κοιτά τη φύση με μάτια καθαρά. Και τότε γεννήθηκε ένα νέο είδος μνήμης: όχι νοσταλγίας, αλλά συμφιλίωσης.

Στο τέλος, η αθωότητα δεν είναι φυλαχτό που το κρατάς στο χέρι. Είναι κράτημα της ψυχής. Είναι τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Και το μαγικό δένδρο της αφροξυλιάς, εκεί στην άκρη του δρόμου, τους το υπενθύμισε:
ότι ο αληθινός εαυτός δεν γερνά — μονάχα περιμένει την ώρα να ανθίσει αιώνια.

-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου