Περίληψη
Το παρόν άρθρο εξετάζει τον ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως φορέα κοινωνικής προσφοράς, πνευματικής καθοδήγησης και υπαρξιακής θεραπείας του ανθρώπου. Με αφετηρία έναν σύγχρονο διάλογο μεταξύ θεολογικά προσανατολισμένης ψυχολόγου και φιλολόγου με κριτική στάση απέναντι στους εκκλησιαστικούς θεσμούς, αναδεικνύεται η διαχρονική ένταση ανάμεσα στην εκκλησιαστική αντίληψη περί φιλανθρωπίας και στη νεωτερική απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη και κρατική μέριμνα. Υποστηρίζεται ότι η πατερική παράδοση δεν αντιλαμβάνεται τη φιλανθρωπία ως απλή ανακούφιση της φτώχειας, αλλά ως έκφραση της κοινωνίας αγάπης που θεμελιώνεται στο πρόσωπο του Χριστού. Παράλληλα, εξετάζεται η έννοια της πνευματικής αφυπνίσεως και της αυτογνωσίας υπό το πρίσμα της Ορθόδοξης ανθρωπολογίας και της σύγχρονης ψυχολογίας.
Λέξεις-κλειδιά: φιλανθρωπία, Ορθόδοξη Εκκλησία, κοινωνική δικαιοσύνη, αυτογνωσία, πνευματικότητα, Ιωάννης Χρυσόστομος, Μέγας Βασίλειος.
Εισαγωγή
Η συζήτηση γύρω από τον κοινωνικό ρόλο της Εκκλησίας παραμένει ιδιαίτερα επίκαιρη. Από τη μία πλευρά, η Εκκλησία προβάλλεται ως θεσμός που αναπτύσσει εκτεταμένο φιλανθρωπικό έργο μέσω συσσιτίων, γηροκομείων, υποτροφιών και δομών κοινωνικής πρόνοιας. Από την άλλη, διατυπώνεται η ένσταση ότι η φιλανθρωπία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη θεσμική κοινωνική δικαιοσύνη ούτε να θεραπεύσει τις δομικές αιτίες της φτώχειας.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι νέα. Απαντά ήδη στα πατερικά κείμενα του 4ου αιώνα, όταν οι μεγάλοι Καππαδόκες Πατέρες και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν ακραίες κοινωνικές ανισότητες. Η απάντησή τους δεν περιορίστηκε στην ηθική προτροπή προς ελεημοσύνη αλλά επεκτάθηκε σε μια συνολική θεώρηση του ανθρώπου, της ιδιοκτησίας και της κοινωνικής ευθύνης.
Η Φιλανθρωπία ως Θεολογική Κατηγορία
Στην Ορθόδοξη παράδοση η φιλανθρωπία δεν αποτελεί προαιρετική ηθική πράξη αλλά τρόπο υπάρξεως. Ο Θεός χαρακτηρίζεται διαρκώς στη λειτουργική και πατερική γραμματεία ως «φιλάνθρωπος». Κατά συνέπεια, η φιλανθρωπία του πιστού δεν είναι παρά συμμετοχή στη θεία ενέργεια.
Ο Μέγας Βασίλειος αντιμετώπισε με ιδιαίτερη αυστηρότητα τη συσσώρευση πλούτου. Στις ομιλίες του περί πλεονεξίας υποστηρίζει ότι τα αγαθά της δημιουργίας ανήκουν σε όλους και ότι ο πλούσιος λειτουργεί ως διαχειριστής και όχι ως απόλυτος κύριος των αγαθών (PG 31, 263–288). Η περίφημη Βασιλειάδα, το συγκρότημα κοινωνικής πρόνοιας που ίδρυσε στην Καισάρεια, αποτελεί ιστορική έκφραση αυτής της θεολογικής αρχής.
Παρόμοια είναι και η σκέψη του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Για τον Ιερό Χρυσόστομο, ο πλούτος αποκτά νόημα μόνο όταν υπηρετεί το κοινό καλό. Ο πλούσιος είναι οικονόμος των αγαθών του Θεού και όχι απόλυτος ιδιοκτήτης τους. Η ελεημοσύνη δεν συνιστά απλή αγαθοεργία αλλά αποκατάσταση της δικαιοσύνης απέναντι στον συνάνθρωπο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ερμηνευθεί και το σύγχρονο φιλανθρωπικό έργο των Μητροπόλεων. Τα συσσίτια, οι τράπεζες τροφίμων, τα ιδρύματα πρόνοιας και οι υποτροφίες δεν αποτελούν απλώς διοικητικές δραστηριότητες αλλά συνέχιση μιας μακραίωνης παράδοσης κοινωνικής διακονίας.
Η Κριτική στη Φιλανθρωπία και το Αίτημα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης
Η αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι η φιλανθρωπία ενδέχεται να αναπαράγει σχέσεις εξάρτησης. Σύμφωνα με αυτή τη θέση, σε ένα πραγματικά δίκαιο κράτος δεν θα έπρεπε να υπάρχουν άνθρωποι που εξαρτώνται από συσσίτια ή ελεημοσύνες.
Το επιχείρημα αυτό αγγίζει έναν ουσιαστικό προβληματισμό της σύγχρονης κοινωνικής θεωρίας. Ωστόσο, η πατερική παράδοση δεν παρουσιάζει τη φιλανθρωπία ως υποκατάστατο της δικαιοσύνης αλλά ως συμπλήρωμά της. Ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιερός Χρυσόστομος ασκούν έντονη κριτική στις κοινωνικές δομές που παράγουν φτώχεια, ενώ ταυτόχρονα απαιτούν προσωπική ευθύνη και έμπρακτη αγάπη προς τον πάσχοντα άνθρωπο.
Η Εκκλησία δεν ισχυρίζεται ότι η φιλανθρωπία καταργεί την ανάγκη κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Υποστηρίζει, όμως, ότι ακόμη και στο δικαιότερο κοινωνικό σύστημα ο άνθρωπος θα εξακολουθεί να χρειάζεται αγάπη, συμπόνια και προσωπική μέριμνα.
Η Πνευματική Αφύπνιση ως Υπαρξιακό Γεγονός
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δεύτερη διάσταση του διαλόγου, η οποία αφορά την εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου.
Η Ορθόδοξη παράδοση θεωρεί ότι ο άνθρωπος ζει συνήθως σε κατάσταση πνευματικού ύπνου. Ο νους διασκορπίζεται στα πάθη, στις επιθυμίες και στις μέριμνες της καθημερινότητας. Η πνευματική ζωή περιγράφεται ως πορεία αφυπνίσεως, κατά την οποία ο άνθρωπος αποκτά επίγνωση της πραγματικής του καταστάσεως με τη βοήθεια του Θεού.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής συνδέει την αληθινή γνώση με την κάθαρση της καρδιάς και τη θεραπεία των παθών (PG 90, 964–1084). Αντίστοιχα, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει την πνευματική ζωή ως αδιάκοπη κίνηση προς τον Θεό, κατά την οποία ο άνθρωπος ανακαλύπτει διαρκώς βαθύτερες διαστάσεις του εαυτού του (PG 44, 297–430).
Από ψυχολογική άποψη, η εμπειρία αυτή μπορεί να συσχετισθεί με διαδικασίες αυτογνωσίας, αναθεώρησης προσωπικών πεποιθήσεων και μετασχηματισμού της ταυτότητας. Η συνάντηση με βαθύτερες πτυχές του εαυτού συχνά συνοδεύεται από συναισθήματα ενοχής, πένθους ή υπαρξιακής αναστάτωσης. Η πατερική παράδοση ονομάζει αυτή την εμπειρία μετάνοια.
Η Ταπείνωση ως Θεμέλιο της Γνώσης
Κεντρικό σημείο του διαλόγου αποτελεί η ιδέα ότι η μεγαλύτερη πλάνη του ανθρώπου είναι η αυτάρκεια. Η θέση αυτή έχει βαθιές πατερικές ρίζες.
Κατά τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, η αληθινή γνώση αρχίζει όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει την άγνοιά του. Η ταπείνωση δεν αποτελεί ψυχολογική μειονεξία αλλά υπαρξιακή αλήθεια. Ο άνθρωπος παύει να θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του κόσμου και ανοίγεται στη σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Η σύγχρονη ψυχολογία, ιδίως μέσα από τις υπαρξιακές και ανθρωπιστικές προσεγγίσεις, αναγνωρίζει επίσης ότι η ψυχική ωρίμανση συνδέεται με την αποδοχή των ορίων και της τρωτότητας. Η υπερβολική αίσθηση αυτάρκειας συχνά λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στην ανασφάλεια και στον φόβο.
Η Ιερωσύνη ως Σταυρική Διακονία
Η άποψη ότι οι κληρικοί «έχουν ανοίξει» και φέρουν ιδιαίτερο πνευματικό βάρος εκφράζει μια παραδοσιακή εκκλησιολογική αντίληψη. Σύμφωνα με αυτήν, η χειροτονία δεν αποτελεί απλώς διοικητικό αξίωμα αλλά κλήση σε σταυρική διακονία.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στο έργο του «Περί Ιερωσύνης» περιγράφει την ιερατική διακονία ως έργο που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη δύναμη και απαιτεί διαρκή αυτοθυσία (PG 48, 623–692). Ο ιερέας καλείται να φέρει τα βάρη του λαού και να προσεύχεται υπέρ ολοκλήρου της κοινότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κληρικοί είναι αναμάρτητοι ή απαλλαγμένοι από ανθρώπινες αδυναμίες. Σημαίνει όμως ότι η παράδοση της Εκκλησίας αντιλαμβάνεται την ιερωσύνη ως λειτούργημα ευθύνης και προσφοράς και όχι ως προνόμιο.
Συμπεράσματα
Ο διάλογος που εξετάσθηκε αποτυπώνει δύο διαφορετικές αλλά ουσιαστικές προσεγγίσεις της ανθρώπινης πραγματικότητας. Η πρώτη τονίζει την ανάγκη κοινωνικής δικαιοσύνης, κριτικής σκέψης και χειραφέτησης από θεσμικές εξαρτήσεις. Η δεύτερη αναδεικνύει την πνευματική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, την αναγκαιότητα της ταπεινώσεως και τη σημασία της εκκλησιαστικής διακονίας.
Η πατερική παράδοση δεν απορρίπτει το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, το εντάσσει σε ένα ευρύτερο ανθρωπολογικό πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο η θεραπεία της κοινωνίας προϋποθέτει τη θεραπεία της ανθρώπινης καρδιάς. Η φιλανθρωπία, η μετάνοια, η αυτογνωσία και η αγάπη δεν αποτελούν ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές διαστάσεις μιας ολοκληρωμένης θεώρησης του ανθρώπου.
Βιβλιογραφία
Basil the Great. (1857–1866). Homiliae et Sermones. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca (Vols. 29–32). Paris: Imprimerie Catholique.
Chrysostom, J. (1857–1866). De Sacerdotio. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca (Vol. 48). Paris: Imprimerie Catholique.
Chrysostom, J. (1857–1866). Homiliae in Matthaeum. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca (Vols. 57–58). Paris: Imprimerie Catholique.
Gregory of Nyssa. (1857–1866). Opera Omnia. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca (Vols. 44–46). Paris: Imprimerie Catholique.
Kourtoubelides, K. X. (1995). The use and misuse of wealth according to St. John Chrysostom (Master’s thesis, Durham University).
Leyerle, B. (2011). John Chrysostom on almsgiving and the use of money. Harvard Theological Review, 87(1), 29–47.
Maximus Confessor. (1857–1866). Opera Omnia. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca (Vol. 90). Paris: Imprimerie Catholique.
Kwon, J. H. (2015). John Chrysostom’s teachings on wealth and almsgiving. Bible and Theology, 76, 275–298.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου