Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Σήμα βατράχου

 



«Ο παππούς μου», λέγει ο κύριος Μάρκος, ψυχοθεραπευτής γνωσιακής κατεύθυνσης, «υπηρέτησε τη γη της υπαίθρου περισσότερο από εξήντα χρόνια και ήταν γεννημένος με μια εντυπωσιακή ψυχολογική προδιάθεση. Θεωρώ μεγάλη τιμή που φέρω το όνομα ενός αγρότη ο οποίος είχε συλλάβει, με τη σοφία της ζωής, τεχνικές που αργότερα θα περιέγραφε η γνωσιακή ψυχολογία. Πολύ πριν η επιστήμη μετακινηθεί από τον συμπεριφορισμό στη γνωσιακή θεώρηση, εκείνος ήξερε πως ο άνθρωπος αλλάζει όχι μόνο με τις εντολές αλλά και με τις εικόνες, τα σύμβολα, το χιούμορ και τα συναισθήματα.»

Κάθε χωριό έχει τους δικούς του σοφούς. Άλλοι φορούν ράσα, άλλοι κοστούμια, άλλοι κρατούν βιβλία. Στο δικό μας χωριό ο σοφός φορούσε πάνινο καπέλο, κρατούσε τσάπα και μιλούσε με τις φωνές των ζώων.

Ο παππούς δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή του. Δεν έλεγε: «Μην κάνεις αυτό» ή «Κάνε εκείνο». Ήξερε πως ο ανθρώπινος νους αντιστέκεται στις προσταγές, αλλά παραδίνεται πρόθυμα στο παιχνίδι. Έτσι, αντί για συμβουλές, επινοούσε μικρά λαογραφικά σήματα. Ήχους, μιμήσεις, παραστάσεις. Ένα ολόκληρο μυστικό λεξικό που μόνο τα εγγόνια του καταλάβαιναν.

Τα καλοκαίρια, όταν η αυλή μύριζε βασιλικό, ασβέστη και βρεγμένο χώμα, εμείς είχαμε μία μεγάλη αδυναμία. Αφήναμε τη βρύση να τρέχει ασταμάτητα. Παίζαμε με το νερό σαν να μην τελείωνε ποτέ. Άλλοτε γεμίζαμε λεκάνες, άλλοτε κυνηγιόμασταν με τα λάστιχα και άλλοτε στεκόμασταν από κάτω μέχρι να μουσκέψουμε από την κορυφή ως τα νύχια.

Ο παππούς δεν ερχόταν ποτέ να κλείσει τη βρύση.

Καθόταν λίγο πιο πέρα, κάτω από τη μουριά, και ξαφνικά ακουγόταν:

— Βρε κε... κεξ... κουάξ... κουάξ...

Στην αρχή γελούσαμε. Έπειτα καταλαβαίναμε.

«Τα βατράχια», έλεγε αργότερα, «στήσανε χορό γύρω σας. Τόσο νερό χύσατε που νόμισαν πως ήρθε λίμνη.»

Δεν χρειαζόταν δεύτερη κουβέντα. Τρέχαμε γελώντας να κλείσουμε τη βρύση.

Δεν μας μάλωνε. Δεν μας έκανε να νιώσουμε ένοχοι. Μας έκανε να φανταστούμε. Και η φαντασία αποδεικνυόταν ισχυρότερη από κάθε επίπληξη.

Το ίδιο έκανε και με το διάβασμα.

Τα απογεύματα, όταν η κάψα δεν άφηνε άνθρωπο να εργαστεί στο χωράφι, μας έβαζε να διαβάζουμε δυνατά κάποιο βιβλίο. Όχι για να αποστηθίσουμε, αλλά για να μάθουμε να συνομιλούμε με τις λέξεις.

Συχνά όμως περνούσαμε τις προτάσεις βιαστικά, χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτε.

Τότε ακουγόταν από την πολυθρόνα του ένας βαθύς ήχος:

— Τουτ... τουτ... τουτ...

«Η παλιά μαούνα έφτασε στον σταθμό», έλεγε.

Ήταν το δικό του σήμα.

Σημασία  είχε πως, όπως περιμένεις να περάσει ένα τρένο πριν διασχίσεις τις γραμμές, έτσι κι εμείς έπρεπε να σταματήσουμε, να κοιτάξουμε ήσυχα τη φράση, να την ξαναδιαβάσουμε και μόνο τότε να συνεχίσουμε.

Η κατανόηση προηγείται της ταχύτητας.

Το ήξερε χωρίς να έχει διαβάσει ποτέ ψυχολογικά συγγράμματα.

Ακόμη και όταν κάποιο παιδί τραύλιζε από άγχος ή φόβο, δεν έλεγε «ηρέμησε».

Έκανε πως περνούσε ποδήλατο.

— Μπικ... μπικ... μπικ...

Αυτό σήμαινε:

«Σταμάτα. Πάρε ανάσα. Άφησε τις λέξεις να σε προλάβουν.»

Κανένα παιδί δεν ένιωθε ότι διορθώνεται.

Όλα ένιωθαν ότι συμμετέχουν σε ένα παιχνίδι.

Σήμερα, ως ψυχοθεραπευτής, καταλαβαίνω πως εκείνος δεν άλλαζε απλώς συμπεριφορές. Άλλαζε τον τρόπο που σκεφτόμασταν. Μετέτρεπε τη διόρθωση σε χαμόγελο και την αυτοπαρατήρηση σε παιχνίδι. Δεν μας φόρτωνε ενοχές· μας ξυπνούσε συνειδήσεις.

Αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο μάθημα της παιδαγωγικής.

Κι όμως, υπάρχει ένα μάθημα του παππού που δεν κατάφερα ποτέ να εφαρμόσω πλήρως.

Από παιδί ήμουν ερωτευμένος με το νερό.

Το καλοκαίρι, αν με αναζητούσαν, ήμουν κάτω από τη βρύση της αυλής.

Μεγάλωσα.

Σπούδασα.

Έγινα επιστήμονας.

Έμαθα θεωρίες, τεχνικές, ερευνητικά δεδομένα.

Όμως την οικονομία στο νερό δεν την ξεπέρασα ποτέ.

Ίσως γιατί το νερό για μένα ήταν πάντοτε κάτι περισσότερο από ανάγκη.

Ήταν επιστροφή στην παιδική ηλικία.

Ήταν μνήμη.

Ήταν αγκαλιά.

Πέρυσι το καλοκαίρι, ύστερα από χρόνια, ένιωσα έντονη νοσταλγία.

Πήγα στο παλιό πατρικό του χωριού και έμεινα μία εβδομάδα.

Το σπίτι στεκόταν όπως το θυμόμουν.

Η μουριά είχε μεγαλώσει.

Η πέτρινη αυλή είχε λειανθεί από τα χρόνια.

Η παλιά βρύση εξακολουθούσε να κελαρύζει με την ίδια καθαρή φωνή.

Την πρώτη μέρα στάθηκα από κάτω σαν μικρό παιδί.

Το νερό έπεφτε από το κεφάλι ως τα πόδια μου.

Έκλεισα τα μάτια.

Για μια στιγμή πίστεψα πως θα ακούσω τη γιαγιά να φωνάζει από την κουζίνα ή τον παππού να σκαλίζει τις ντοματιές.

Τη δεύτερη μέρα έκανα το ίδιο.

Την τρίτη...

την τρίτη συνέβη κάτι που ακόμη και σήμερα δυσκολεύομαι να διηγηθώ χωρίς να ανατριχιάσω.

Ήμουν σχεδόν γυμνός κάτω από τη βρύση.

Ο κουβάς του ποτίσματος ήταν γεμάτος νερό.

Ξαφνικά ακούστηκε ένα θρόισμα στον φράχτη.

Πριν προλάβω να γυρίσω το κεφάλι, ένα μεγαλόσωμο, καλοθρεμμένο βατράχι πήδηξε με μια εντυπωσιακή καμπύλη και προσγειώθηκε μέσα στον κουβά.

Στην αρχή έμεινε ακίνητο.

Ύστερα φούσκωσε τον λαιμό του.

Με κοίταξε κατάματα.

Και άρχισε να τραγουδά:

— Βρε κε... κεξ... κουάξ... κουάξ...

Πάγωσα.

Δεν ξέρω αν κράτησε ένα δευτερόλεπτο ή ένα λεπτό.

Μου φάνηκε πως σταμάτησε ο χρόνος.

Ένιωσα ξαφνικά σαν παιδί που το έπιασαν να κάνει σκανταλιά.

Έκλεισα αμέσως τη βρύση.

Και τότε με κυρίευσε μια παράξενη συγκίνηση.

Δεν φοβήθηκα το βατράχι.

Ντράπηκα.

Όχι επειδή ήμουν σχεδόν γυμνός.

Αλλά γιατί ένιωσα πως κάπου, πίσω από τη μουριά, στεκόταν ο παππούλης μου και χαμογελούσε.

Όχι επικριτικά.

Με εκείνο το μειδίαμα που έλεγε:

«Σου το είπα με τον τρόπο μου...»

Το βατράχι έμεινε για λίγο μέσα στον κουβά.

Μετά πήδηξε έξω και χάθηκε στα χόρτα.

Έμεινα μόνος.

Μα δεν αισθανόμουν μόνος.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που δεν είχα καταλάβει ούτε ως παιδί ούτε ως επιστήμονας.

Οι άνθρωποι που μας διαπαιδαγωγούν σωστά δεν πεθαίνουν όταν φύγουν από τη ζωή.

Μετακομίζουν στη συνείδησή μας.

Κάθε φορά που πάμε να κάνουμε ένα λάθος, δεν εμφανίζονται ως φωνές αυστηρές.

Επιστρέφουν σαν ένα γνώριμο σύμβολο.

Για άλλους είναι το άρωμα ενός λουλουδιού.

Για άλλους ένας σκοπός στο κλαρίνο.

Για μένα έγινε ένα βατράχι.

Από τότε, κάθε φορά που ανοίγω μια βρύση, σχεδόν ακούω από μέσα μου εκείνο το γνώριμο:

— Βρε κε... κεξ... κουάξ... κουάξ...

Και χωρίς δεύτερη σκέψη την κλείνω.

Δεν υπακούω από φόβο.

Υπακούω από αγάπη.

Ο παππούς είχε πετύχει, χωρίς να το γνωρίζει, κάτι που σήμερα η ψυχολογία θεωρεί πολύτιμο: είχε μετατρέψει μια εξωτερική υπόδειξη σε εσωτερική φωνή συνείδησης. Όχι μια φωνή που κατηγορεί, αλλά μια φωνή που υπενθυμίζει με τρυφερότητα, χιούμορ και αξιοπρέπεια.

Γι' αυτό, όταν με ρωτούν πού έμαθα τις πρώτες αρχές της γνωσιακής σκέψης, δεν αναφέρω πανεπιστήμια ούτε βιβλιοθήκες.

Θυμάμαι μια ασβεστωμένη αυλή, μια παλιά βρύση, έναν σοφό αγρότη με χέρια σκαμμένα από το χώμα και μια παιδική παρέα που γελούσε.

Και πάνω απ' όλα θυμάμαι το πιο παράξενο παιδαγωγικό σήμα που γνώρισα ποτέ.

Το σήμα του βατράχου.

Ένα απλό «βρε κε κεξ κουάξ κουάξ», που έγινε οικογενειακή παράδοση, λαϊκή σοφία και ένα αθόρυβο μάθημα ζωής: πως η πραγματική αγωγή δεν επιβάλλεται με φωνές, αλλά φωλιάζει στην καρδιά με εικόνες, γέλιο και αγάπη, ώστε να μας συνοδεύει ακόμη κι όταν εκείνοι που μας τη χάρισαν έχουν περάσει πια στην αιωνιότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου