Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Το ταξίδι των οκτώ ωρών

       


Το καλοκαίρι του 1970 η Καλαμάτα μύριζε ακόμη γιασεμί, φρεσκοποτισμένο χώμα και ελιές που ψήνονταν κάτω από τον Μεσσηνιακό ήλιο. Οι άνθρωποι ζούσαν πιο αργά, οι γειτόνισσες κουβέντιαζαν στα πεζούλια και τα τρένα δεν έτρεχαν· συλλογίζονταν.

Ένα τέτοιο πρωινό ο Αριστείδης, νιόπαντρος μόλις έξι μήνες, ανέβηκε στο τρένο για την Αθήνα. Η γυναίκα του, η Μαρία, τον είχε ξεπροβοδίσει στον σταθμό με ένα ταπεράκι κεφτέδες και δυο συμβουλές.

—Να τρως και να προσέχεις.

Ο Αριστείδης γέλασε.

—Σαν να πηγαίνω στον πόλεμο  το είπες.

—Με οκτώ ώρες τρένο, σχεδόν πας, απάντησε εκείνη.

Το βαγόνι ήταν ξύλινο, με καθίσματα που έτριζαν σε κάθε στροφή. Απέναντι από τη θέση του καθόταν ένας ιερέας γύρω στα εξήντα, με γκρίζα γένια και ήρεμο πρόσωπο. Διάβαζε προσεκτικά ένα μικρό Ευαγγέλιο και δεν έδινε σημασία σε κανέναν.

Κοντά και απέναντι στον Αριστείδη κάθισε ένας ηλικιωμένος χωρικός. Ήταν γύρω στα ογδόντα, καλοστεκούμενος, με περιποιημένο μουστάκι, καθαρό γιλέκο και γυαλιά με χρυσό σκελετό. Είχε μια αρχοντιά που δεν ταίριαζε με τα τραχιά χέρια του.

Ύστερα από λίγη ώρα, καθώς το τρένο άφηνε πίσω  τους ελαιώνες, ο Αριστείδης αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή.

—Καλημέρα σας. Αριστείδης λέγομαι.

—Γιάννης, αποκρίθηκε ο γέροντας.

Ο ιερέας σήκωσε τα μάτια από το βιβλίο.

—Εγώ είμαι ο πατήρ Νικόλαος.

Έτσι άρχισε η κουβέντα.

Μίλησαν για χωράφια, για σοδειές, για την Αθήνα που μεγάλωνε σαν ζυμάρι στον φούρνο. Ο Αριστείδης αποκάλυψε ότι ήταν νεόνυμφος.

Ο παππούς Γιάννης χαμογέλασε πονηρά.

—Α, νιόπαντρος! Ωραία χρόνια παιδί μου.

—Εσείς είστε παντρεμένος;

Ο γέροντας χαμήλωσε λίγο το βλέμμα.

—Χήρος εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Η συχωρεμένη η Ελένη ήταν καλή γυναίκα. Ο Θεός να την αναπαύει.

Σταυροκοπήθηκε και για λίγο σώπασε. Ύστερα, σαν να θυμήθηκε κάτι ευχάριστο, ανασηκώθηκε.

—Πέντε παιδιά μου χάρισε.

—Πέντε; Μπράβο! είπε ο Αριστείδης.

—Και ξέρεις γιατί;

—Γιατί αγαπιόσασταν;

—Και αυτό. Αλλά κυρίως γιατί είχα μέθοδο!

Ο Αριστείδης ανακάθισε με ενδιαφέρον.

Ο πατήρ Νικόλαος συνέχισε να διαβάζει, μα τα αυτιά του είχαν στραφεί προς την κουβέντα.

—Άκου λοιπόν, είπε ο παππούς Γιάννης. Θα σου πω το μυστικό της συζυγικής ζωής.

—Με ενδιαφέρει, απάντησε ο νεαρός.

Ο γέροντας έσκυψε συνωμοτικά.

—Κάθε βράδυ που γυρνάς από τη δουλειά και θέλεις να συνευρεθείς με τη γυναίκα σου, θα κάνεις το εξής.

Ο Αριστείδης άνοιξε διάπλατα τα μάτια.

—Τι;

—Θα βρεις ένα ασήμαντο πράγμα. Ένα κουτάλι που δεν μπήκε στη θέση του. Μια πετσέτα που κρέμεται στραβά. Ένα ποτήρι στο τραπέζι.

—Και μετά;

—Θα κάνεις φασαρία.

—Φασαρία;

—Δήθεν! Όχι αληθινή. Θα μουρμουρίζεις, θα γκρινιάζεις, θα δείχνεις θυμωμένος.

Ο Αριστείδης άρχισε να συνοφρυώνεται.

—Και γιατί να το κάνω αυτό;

—Περίμενε να τελειώσω! Θα συνεχίζεις μέχρι η γυναίκα σου να ζοριστεί λιγάκι. Αν βάλει και κανένα κλάμα, ακόμη καλύτερα.

Ο νεαρός κόντεψε να πνιγεί.

—Παππού, τι είναι αυτά που λέτε;

—Άκου πρώτα! Μετά από μισή ώρα θα αρχίσεις να μαλακώνεις. Θα την κοιτάζεις με μετάνοια. Θα πας κοντά της. Θα της ζητήσεις συγγνώμη. Θα την αγκαλιάσεις. Θα τη χαϊδέψεις...

Ο γέροντας χαμογέλασε πλατιά.

—Και μετά ξέρεις εσύ τη συνέχεια.

Έκανε μια παύση θριαμβευτική.

—Εγώ με αυτή τη μέθοδο απέκτησα πέντε παιδιά!

Ο Αριστείδης έμεινε άφωνος.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα ελαφρύ βήξιμο.

Ο πατήρ Νικόλαος είχε κλείσει το βιβλίο του.

Έσφιξε τα χείλη, ίσιωσε τα γένια του και κοίταξε τους δύο συνομιλητές.

—Υπάρχει και η Χριστιανική οδός, παιδί μου.

Ο παππούς Γιάννης γύρισε προς το μέρος του.

—Δηλαδή;

—Να σε αγαπά τόσο πολύ η γυναίκα σου, ώστε να μη βλέπει την ώρα να γυρίσεις στο σπίτι!

Το βαγόνι σιώπησε.

Ο Αριστείδης κοίταζε μια τον έναν και μια τον άλλον σαν θεατής σε αγώνα πυγμαχίας.

Ο παππούς Γιάννης ανασήκωσε τα φρύδια.

—Καλά τα λέτε, παπά μου. Αλλά αυτά είναι δύσκολα πράγματα.

—Όχι τόσο δύσκολα όσο νομίζεις.

—Και εσείς πώς το ξέρετε;

Ο ιερέας χαμογέλασε.

—Από τον λόγο του Θεού και την ίδια τη ζωή.

—Συγγνώμη για την αδιακρισία... αλλά πόσα παιδιά έχετε;

Τα γυαλιά του παππού Γιάννη γλίστρησαν από τη μύτη του και σχεδόν έπεσαν.

Ο πατήρ Νικόλαος απάντησε ήρεμα:

—Ο Θεός με ευλόγησε με επτά.

Ο παππούς Γιάννης έμεινε ακίνητος.

Ο Αριστείδης νόμιζε πως σταμάτησε και το τρένο μαζί.

—Επτά; ψιθύρισε.

—Επτά.

Ο γέροντας έβγαλε αργά τα γυαλιά του.

—Και χωρίς φασαρίες;

—Χωρίς φασαρίες.

—Χωρίς γκρίνιες;

—Χωρίς γκρίνιες.

—Χωρίς τακτικές;

—Χωρίς τακτικές.

Ο παππούς Γιάννης σταυροκοπήθηκε.

—Μεγάλη υπόθεση...

Ο Αριστείδης, γεμάτος περιέργεια, έσκυψε μπροστά.

—Και πώς τα καταφέρατε, πάτερ;

Ο ιερέας κοίταξε έξω από το παράθυρο. Τα βουνά της Αρκαδίας περνούσαν αργά σαν ζωγραφιά.

—Ο έρωτας, παιδί μου, αρχίζει συχνά από την έλξη. Από τα μάτια, από το χαμόγελο, από τη λαχτάρα.

—Ναι, είπε ο Αριστείδης.

—Αν όμως μείνει μόνο εκεί, γρήγορα κουράζεται. Είναι σαν φωτιά σε ξερά χόρτα. Ανάβει δυνατά και σβήνει γρήγορα.

Ο παππούς Γιάννης άκουγε τώρα με προσοχή.

—Και μετά; ρώτησε.

—Μετά πρέπει να γίνει αγάπη. Να γίνει στοργή. Να γίνει αφοσίωση.

Το τρένο σφύριξε περνώντας από μια μικρή γέφυρα.

—Όταν ο άντρας χαίρεται να υπηρετεί τη γυναίκα του και η γυναίκα χαίρεται να υπηρετεί τον άντρα της, τότε γεννιέται κάτι βαθύτερο.

—Δηλαδή; ρώτησε ο Αριστείδης.

—Να σκέφτεσαι πρώτα εκείνη και μετά τον εαυτό σου. Να τη συγχωρείς πριν σου ζητήσει συγγνώμη. Να προσεύχεσαι γι' αυτήν όταν πονά. Να χαίρεσαι όταν χαίρεται.

Ο παππούς Γιάννης χαμογέλασε αμυδρά.

—Η συχωρεμένη η Ελένη έτσι ήταν...

—Τότε καταλαβαίνεις τι λέω, αποκρίθηκε ο ιερέας.

Συνέχισε με ήρεμη φωνή:

—Ο Θεός ευλογεί τα σπίτια όπου υπάρχει σεβασμός, πίστη και αγάπη προς τον πλησίον. Όταν οι άνθρωποι παλεύουν να γίνουν καλύτεροι ο ένας για τον άλλον, το Άγιο Πνεύμα γεμίζει τις καρδιές τους με χαρά.

Κανείς δεν μίλησε για λίγο.

Ακόμη και ο θόρυβος των ραγών έμοιαζε πιο απαλός.

Ύστερα ο παππούς Γιάννης ξέσπασε σε γέλια.

—Ε, λοιπόν, παπά μου, αν σας είχα γνωρίσει σαράντα χρόνια νωρίτερα, μπορεί να είχα αποκτήσει και δέκα παιδιά!

Ο πατήρ Νικόλαος γέλασε κι αυτός.

—Ή μπορεί να είχατε πέντε και να είχατε λιγότερους πονοκεφάλους.

—Αυτό δεν το εγγυώμαι!

Γέλασαν και οι τρεις.

Όταν το τρένο έφτασε τελικά στην Αθήνα, είχε ήδη βραδιάσει. Οι οκτώ ώρες είχαν περάσει σαν μια μεγάλη οικογενειακή κουβέντα.

Στον σταθμό αποχαιρετίστηκαν.

Ο παππούς Γιάννης έσφιξε το χέρι του Αριστείδη.

—Να αγαπάς τη γυναίκα σου, παιδί μου. Κι ας μην ακολουθήσεις τη δική μου μέθοδο.

—Νομίζω πως θα προτιμήσω του παπά, απάντησε γελώντας.

Ο γέροντας κούνησε το κεφάλι.

—Σωστός είσαι.

Ο πατήρ Νικόλαος τον ευλόγησε.

—Να έχεις ειρήνη στο σπίτι σου.

Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Αριστείδης διηγούνταν αυτή την ιστορία στα εγγόνια του, γελούσαν όλοι με την «περίφημη μέθοδο» του παππού Γιάννη.

Όμως πάντα τελείωνε με τα λόγια του ιερέα:

«Ο έρωτας είναι όμορφος όταν αρχίζει. Η αγάπη όμως είναι εκείνη που τον κρατά ζωντανό. Και όταν δύο άνθρωποι μαθαίνουν να αγαπούν ο ένας τον άλλον κάθε μέρα, τότε το σπίτι τους γεμίζει φως, ειρήνη και ευλογία.»

Και τότε, ακόμη και τα πιο ζωηρά εγγόνια σώπαιναν για λίγο, σαν να άκουγαν πάνω στις παλιές σιδηροτροχιές τον μακρινό ήχο εκείνου του τρένου που ταξίδευε από την Καλαμάτα προς την Αθήνα, κουβαλώντας τρεις ανθρώπους, τρεις διαφορετικές σοφίες και ένα μάθημα ζωής που δεν γερνά ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου