Φωτό: Pinterest
Υπήρξαν εποχές που η παιδική ευτυχία χωρούσε μέσα σε μια αυλή, σε ένα δέντρο και σε μια κούνια. Η δεκαετία του 1960 ήταν μια τέτοια εποχή. Τα παιδιά τότε δεν είχαν ηλεκτρονικά παιχνίδια, οθόνες και πολύπλοκες κατασκευές. Είχαν όμως κάτι πολύ πιο πολύτιμο: τη φαντασία τους, την παρέα τους και τη χαρά της δημιουργίας. Μέσα από απλά υλικά που υπήρχαν στην αποθήκη του σπιτιού γεννιούνταν μικροί θησαυροί, παιχνίδια που γέμιζαν τις μέρες τους με γέλια, φωνές και όνειρα.
Ανάμεσα σε όλα τα αυτοσχέδια παιχνίδια, ξεχωριστή θέση κατείχε η κούνια της αυλής. Δεν ήταν αγορασμένη από κατάστημα ούτε ακολουθούσε κάποιο σχέδιο ειδικών. Ήταν έργο των χεριών του πατέρα ή του παππού. Τέσσερα χοντρά σκοινιά, μια γερή και καλά λειασμένη σανίδα και ένα ψηλό, δυνατό δέντρο ήταν αρκετά για να στηθεί το πιο αγαπημένο παιχνίδι του καλοκαιριού.
Η διαδικασία της κατασκευής αποτελούσε από μόνη της μια μικρή γιορτή. Τα παιδιά παρακολουθούσαν με ανυπομονησία τον πατέρα να δένει προσεκτικά τους κόμπους ή τον παππού να δοκιμάζει τη σταθερότητα της σανίδας. Κάθε τόσο άκουγες τη φράση:
«Κάντε λίγη υπομονή ακόμη και θα πετάξετε!»
Και πράγματι πετούσαν.
Η κούνια κρεμόταν συνήθως κάτω από το πιο ψηλό και γερό δέντρο της αυλής ή του κήπου. Μια μουριά, μια καρυδιά, μια αμυγδαλιά ή κάποια πελώρια λεύκα γινόταν το στήριγμα αμέτρητων παιδικών ονείρων. Τα φύλλα ψιθύριζαν στον άνεμο και τα πουλιά έστηναν τη δική τους συναυλία καθώς η κούνια λικνιζόταν μπρος και πίσω.
Τα απογεύματα, μόλις καταλάγιαζε η ζέστη και οι σκιές μάκραιναν πάνω στο χώμα, άρχιζαν οι περίφημες «απογειώσεις». Ένα παιδί καθόταν στη σανίδα και κάποιο άλλο έδινε την πρώτη ώθηση.
«Πιο ψηλά!»
«Ακόμη πιο ψηλά!»
Οι φωνές αντηχούσαν σε όλη τη γειτονιά.
Με κάθε κίνηση η κούνια ανέβαινε όλο και περισσότερο, σαν να προσπαθούσε να αγγίξει τα σύννεφα. Τα παιδιά ένιωθαν τον αέρα να χτυπά το πρόσωπό τους και πίστευαν πως για λίγες στιγμές μπορούσαν να ξεφύγουν από τη γη. Ήταν οι δικές τους πτήσεις, οι δικές τους απογειώσεις.
Συχνά οι πτήσεις αυτές συνοδεύονταν από τραγούδια. Κυρίως σχολικά τραγούδια που είχαν μάθει στην τάξη, πατριωτικά, παιδικά ή εποχιακά. Οι φωνές ενώνονταν με τα κελαηδήματα των σπουργιτιών και των χελιδονιών, δημιουργώντας μια αρμονία που σήμερα μοιάζει σχεδόν παραμυθένια.
Η κούνια όμως δεν ήταν μόνο παιχνίδι. Ήταν και παρηγοριά.
Πόσες φορές ένα παιδί γύριζε από το σχολείο στενοχωρημένο! Μια παρατήρηση της δασκάλας, ένας κακός βαθμός, μια παρεξήγηση με συμμαθητές μπορούσαν να βαραίνουν την παιδική ψυχή.
«Με μάλωσε η δασκάλα και έχω πίκρα μέσα μου», έλεγε κάποιο παιδί.
Κι όμως, λίγα λεπτά πάνω στην κούνια αρκούσαν για να αλλάξουν όλα. Καθώς το σώμα λικνιζόταν ρυθμικά και το βλέμμα ταξίδευε στον ουρανό, οι στενοχώριες διαλύονταν σαν σύννεφα μετά τη βροχή. Το γέλιο επέστρεφε στα χείλη και η καρδιά ξαναχτυπούσε δυνατά από χαρά και προσμονή.
Τα Σαββατοκύριακα η αυλή ετοιμαζόταν για μεγάλο πανηγύρι. Παιδιά από γειτονικά σπίτια κατέφθαναν από νωρίς. Άλλα ξυπόλυτα, άλλα με κοντά παντελονάκια και φουστανάκια, όλα όμως με την ίδια λαχτάρα.
Κάτω από την κούνια σχηματιζόταν ουρά αναμονής. Υπήρχε άγραφος νόμος δικαιοσύνης.
«Τώρα η σειρά της Μαρίας.»
«Μετά ο Γιώργος.»
«Ύστερα εγώ!»
Κανείς δεν ήθελε να κατέβει όταν ερχόταν η ώρα του, αλλά όλοι ήξεραν πως έπρεπε να περιμένουν. Έτσι μάθαιναν την υπομονή, τον σεβασμό και τη συντροφικότητα χωρίς να το καταλαβαίνουν.
Τα καλοκαίρια η αυλή μύριζε ήλιο, χώμα και ψημένο καλαμπόκι. Η μητέρα, φύλακας της οικογενειακής θαλπωρής, άναβε συχνά τη φωτιά και έψηνε φρέσκα καλαμπόκια. Το άρωμά τους απλωνόταν παντού και έφθανε μέχρι την κούνια.
Όταν τελείωνε το κούνημα και ερχόταν η ώρα να παραδώσει κάποιος τη θέση του στον επόμενο, τον περίμενε μια χρυσοκίτρινη ανταμοιβή. Ένα ζεστό καλαμπόκι στα χέρια αποτελούσε το καλύτερο δώρο και την πιο γλυκιά παρηγοριά.
Τα παιδιά κάθονταν στη σκιά, δάγκωναν τους τρυφερούς σπόρους και συζητούσαν για τα κατορθώματά τους.
Ποιος ανέβηκε πιο ψηλά.
Ποιος φοβήθηκε λιγότερο.
Ποιος τραγούδησε δυνατότερα.
Ποιος θα κέρδιζε την επόμενη «απογείωση».
Οι ώρες κυλούσαν χωρίς βιασύνη. Ο ήλιος χαμήλωνε πίσω από τα δέντρα και τα πρώτα φώτα άναβαν στα σπίτια. Οι μητέρες φώναζαν από τις αυλόπορτες.
«Ελάτε μέσα, βραδιάζει!»
Κανένα παιδί δεν ήθελε να φύγει. Η κούνια συνέχιζε να αιωρείται ελαφρά, σαν να κρατούσε ακόμη μέσα της τα γέλια και τις φωνές της ημέρας.
Σήμερα, όταν οι παλιότεροι αναπολούν εκείνα τα χρόνια, δεν θυμούνται μόνο ένα παιχνίδι. Θυμούνται έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Την απλότητα που γεννούσε ευτυχία. Την οικογένεια που δημιουργούσε με τα χέρια της όσα χρειαζόταν. Τις αυλές που ένωναν γειτονιές. Τις φιλίες που χτίζονταν κάτω από τη σκιά των δέντρων.
Η κούνια της δεκαετίας του 1960 δεν ήταν απλώς μια σανίδα δεμένη με σκοινιά. Ήταν ένα εισιτήριο για τον κόσμο της φαντασίας. Ήταν ένας θρόνος απόλαυσης, ένας χώρος εξομολόγησης, ένα καταφύγιο χαράς και ξεγνοιασιάς. Κάθε της κίνηση έκρυβε μια υπόσχεση ελευθερίας και κάθε απογείωση γινόταν ένα μικρό μάθημα αισιοδοξίας.
Και ίσως γι’ αυτό, όσες δεκαετίες κι αν περάσουν, η εικόνα της παλιάς κούνιας θα παραμένει ζωντανή στη μνήμη. Γιατί εκεί, κάτω από το πιο ψηλό δέντρο της αυλής, γεννήθηκαν μερικές από τις πιο όμορφες στιγμές της παιδικής μας ηλικίας. Στιγμές που δεν τις πήρε ο χρόνος, αλλά συνεχίζουν να αιωρούνται γλυκά, όπως η κούνια που λικνιζόταν ασταμάτητα στα καλοκαίρια μιας άλλης, πιο αθώας εποχής.
Ευχές
Είθε η μνήμη των παιδικών σας χρόνων να παραμένει πάντα φωτεινή και ζωντανή στην καρδιά μας.
Να βρίσκουμε καθημερινά μικρές αφορμές χαράς, όπως εκείνες που πρόσφερε μια απλή κούνια στην αυλή.
Να μας συντροφεύουν η υγεία, η αγάπη και η οικογενειακή θαλπωρή σε κάθε βήμα της ζωής μας.
Να κρατάμε μέσα μας το παιδί που ονειρεύεται, γελά και ελπίζει χωρίς φόβο.
Και να έχουμε πάντοτε γαλήνη, αισιοδοξία και όμορφες αναμνήσεις που ζεσταίνουν την ψυχή μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου