Ένα κοριτσάκι έξι ετών παρακαλεί τη μητέρα του να σταματήσει να του μιλά σαν να είναι τριών ετών και να αποφεύγει τη μωρουδίστικη, χαϊδευτική ομιλία, ζητώντας να αντιμετωπίζεται «σαν μεγάλη». Μια τέτοια αντίδραση δεν αποτελεί ένδειξη απόρριψης της μητρικής τρυφερότητας, αλλά αντιθέτως συνιστά ένα ιδιαίτερα θετικό και υγιές σημάδι ψυχολογικής ανάπτυξης. Το παιδί εκφράζει την ανάγκη του να αναγνωριστεί η αυξανόμενη αυτονομία του και η αναδυόμενη προσωπική του ταυτότητα, στοιχεία που αποτελούν βασικά αναπτυξιακά χαρακτηριστικά της ηλικίας των έξι ετών (Erikson, 1963).
Η ηλικία των έξι ετών αποτελεί περίοδο μετάβασης από την πρώιμη παιδική ηλικία στη σχολική ζωή. Το παιδί εγκαταλείπει σταδιακά την απόλυτη εξάρτηση από τους γονείς και εισέρχεται σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, όπου καλείται να λειτουργήσει ως αυτόνομο μέλος μιας ομάδας. Σύμφωνα με τον Erikson (1963), το παιδί εισέρχεται στο στάδιο της φιλοπονίας έναντι της κατωτερότητας (industry versus inferiority), κατά το οποίο επιδιώκει να αποδείξει την ικανότητά του, να αναλάβει ευθύνες και να αποκτήσει αίσθημα επάρκειας. Παράλληλα, σύμφωνα με τον Piaget (1965), βρίσκεται στη μετάβαση προς το στάδιο των συγκεκριμένων νοητικών πράξεων, γεγονός που του επιτρέπει να κατανοεί καλύτερα τη λογική των κοινωνικών σχέσεων και να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ξεχωριστή προσωπικότητα.
Από την πλευρά της μητέρας, η συνέχιση της μωρουδίστικης επικοινωνίας μπορεί να αντανακλά ασυνείδητες δυσκολίες αποδέσμευσης από την περίοδο της βρεφικής και νηπιακής εξάρτησης. Η μητρική ταυτότητα διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από τη φροντίδα ενός μικρού και εξαρτημένου παιδιού. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, η μητέρα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της και να αποδεχθεί ότι η σχέση τους μετασχηματίζεται. Η διαδικασία αυτή συνοδεύεται συχνά από ένα είδος «πένθους» για το τέλος μιας αναπτυξιακής περιόδου, αλλά και από φόβους που σχετίζονται με την πάροδο του χρόνου και τη σταδιακή ανεξαρτητοποίηση του παιδιού (Winnicott, 1965).
Η δυσκολία αυτή είναι φυσιολογική. Ωστόσο, η προσαρμογή του γονεϊκού ρόλου στις αναπτυξιακές ανάγκες του παιδιού αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συναισθηματική του ωρίμανση. Αντί η μητέρα να εστιάζει σε αυτό που χάνεται –το μικρό παιδί που ήταν απόλυτα εξαρτημένο– μπορεί να εστιάσει σε αυτό που κερδίζεται: μια νέα σχέση με ένα παιδί που σκέφτεται, επιχειρηματολογεί, συζητά και συνδιαμορφώνει την οικογενειακή ζωή.
Η Ορθόδοξη θεολογία προσφέρει μια συμπληρωματική οπτική σε αυτή τη διαδικασία. Σύμφωνα με τη χριστιανική ανθρωπολογία, κάθε άνθρωπος είναι πρόσωπο πλασμένο «κατ’ εικόνα Θεού» και διαθέτει μοναδική αξία και αξιοπρέπεια ανεξάρτητα από την ηλικία του (Γιανναράς, 2006). Το παιδί δεν αποτελεί ιδιοκτησία των γονέων, αλλά ξεχωριστή προσωπικότητα που καλούνται να υπηρετήσουν και να βοηθήσουν να αναπτυχθεί ελεύθερα.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Άγιος Πορφύριος υπογράμμιζε ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται πολύ περισσότερα από όσα συχνά υποθέτουν οι ενήλικες και ότι χρειάζονται σεβασμό, ειλικρίνεια και ουσιαστική επικοινωνία. Τόνιζε ότι η υπερβολικά υποτιμητική ή μωρουδίστικη αντιμετώπιση μπορεί να τραυματίσει την αξιοπρέπεια του παιδιού και να παρεμποδίσει την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (Πορφύριος, 2003).
Η προσαρμογή της μητρικής συμπεριφοράς δεν συνεπάγεται την εγκατάλειψη της τρυφερότητας. Αντιθέτως, απαιτεί τη διάκριση μεταξύ τρυφερότητας και υποτίμησης. Η μητέρα μπορεί να συνεχίσει να αγκαλιάζει, να φιλά και να εκδηλώνει αγάπη, αποφεύγοντας όμως εκφράσεις που παραπέμπουν σε βρεφική ηλικία. Η χρήση καθαρής, φυσικής και ώριμης γλώσσας ενισχύει το αίσθημα σεβασμού του παιδιού και προάγει την αυτοεκτίμησή του.
Ιδιαίτερα χρήσιμες είναι φράσεις όπως: «Έχεις δίκιο, μεγάλωσες και θέλω να ακούω τη γνώμη σου», «Χαίρομαι που μου λες πώς νιώθεις» ή «Σε εμπιστεύομαι ότι μπορείς να το κάνεις». Παράλληλα, η ανάθεση μικρών ευθυνών, όπως η τακτοποίηση του δωματίου, η προετοιμασία της σχολικής τσάντας ή η βοήθεια στο στρώσιμο του τραπεζιού, ενισχύει το αίσθημα ικανότητας και προσωπικής αξίας (Bandura, 1997).
Παρότι το παιδί επιδιώκει την αναγνώριση της ωριμότητάς του, δεν παύει να έχει ανάγκη από ασφάλεια και συναισθηματική προστασία. Για τον λόγο αυτό, συχνά εμφανίζονται φαινόμενα παλινδρόμησης. Ένα παιδί που ζητά να αντιμετωπίζεται ως «μεγάλο» μπορεί λίγες ώρες αργότερα να ζητήσει να το ταΐσουν, να μιλήσει μωρουδίστικα ή να επιδιώξει αυξημένη σωματική επαφή με τη μητέρα. Η συμπεριφορά αυτή δεν αποτελεί αντίφαση αλλά φυσιολογική έκφραση της αναπτυξιακής αμφιθυμίας. Το παιδί επιθυμεί να μεγαλώσει, αλλά ταυτόχρονα φοβάται μήπως χάσει την ασφάλεια που συνδέεται με την προηγούμενη αναπτυξιακή φάση (Bowlby, 1988).
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η κατάλληλη γονική στάση είναι η αποδοχή χωρίς ειρωνεία ή επικριτικά σχόλια. Φράσεις όπως «Βλέπω ότι τώρα έχεις ανάγκη από περισσότερη φροντίδα και είναι εντάξει» ή «Θα σου δώσω λίγη βοήθεια και μετά θα συνεχίσεις μόνη σου» επιτρέπουν στο παιδί να λάβει τη συναισθηματική υποστήριξη που χρειάζεται χωρίς να ενισχύεται η εξάρτηση.
Η είσοδος στο σχολείο ενισχύει περαιτέρω την ανάγκη του παιδιού να αντιμετωπίζεται ως «μεγάλο». Στο σχολικό περιβάλλον καλείται να αναλαμβάνει ευθύνες, να ακολουθεί κανόνες και να λειτουργεί ισότιμα με τους συνομηλίκους του. Επομένως, όταν στο σπίτι συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως μωρό, δημιουργείται μια ασυμφωνία ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες. Το παιδί συχνά βιώνει αυτή τη δυσαρμονία ως υποτίμηση της προσπάθειας που καταβάλλει στο σχολείο.
Ταυτόχρονα, δεν είναι σπάνιο να παρατηρείται το φαινόμενο της υπερπροσαρμογής. Παιδιά που καταβάλλουν σημαντική προσπάθεια να είναι υπεύθυνα και ώριμα στο σχολείο συχνά επιστρέφουν στο σπίτι ψυχικά κουρασμένα και εκδηλώνουν γκρίνια, ξεσπάσματα ή παλινδρομικές συμπεριφορές. Το σπίτι λειτουργεί ως ασφαλής χώρος όπου μπορούν να εκτονώσουν την ένταση της ημέρας χωρίς τον φόβο απόρριψης (Ainsworth et al., 1978).
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η κοινωνική εικόνα του παιδιού. Στην ηλικία των έξι ετών οι φιλίες αποκτούν αυξημένη σημασία και το παιδί επιδιώκει να νιώθει ισότιμο με τους συνομηλίκους του. Η χρήση μωρουδίστικης γλώσσας από τους γονείς μπροστά σε φίλους, δασκάλους ή άλλους σημαντικούς ανθρώπους μπορεί να προκαλέσει αισθήματα ντροπής και κοινωνικής έκθεσης.
Μέσα σε αυτή τη μεταβατική περίοδο, ο ρόλος του πατέρα είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Από ψυχολογική άποψη, λειτουργεί ως πρόσωπο που διευκολύνει τη σταδιακή αποδέσμευση από τη μητέρα και υποστηρίζει την ανάπτυξη της αυτονομίας (Lamb, 2010). Μέσω της διαφορετικής ποιότητας αλληλεπίδρασης που συχνά χαρακτηρίζει τη σχέση πατέρα-παιδιού, ενισχύεται η αυτοπεποίθηση, η εξερεύνηση και η ανάληψη πρωτοβουλιών.
Ο πατέρας μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο ώριμης επικοινωνίας, να αφιερώνει αποκλειστικό χρόνο στην κόρη του, να αναγνωρίζει δημόσια την πρόοδό της και να ενισχύει την αίσθηση ότι μεγαλώνει. Παράλληλα, μπορεί να υποστηρίζει διακριτικά τη μητέρα στη διαδικασία προσαρμογής στον νέο αναπτυξιακό κύκλο.
Στην Ορθόδοξη παράδοση, ο πατέρας καλείται να εκφράζει θυσιαστική αγάπη, σταθερότητα και πνευματική καθοδήγηση. Η παρουσία του λειτουργεί ως παράγοντας ασφάλειας που επιτρέπει στο παιδί να εξερευνά τον κόσμο χωρίς υπερβολικό άγχος. Παράλληλα, συμβάλλει στη διατήρηση του αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ των μελών της οικογένειας και στη δημιουργία ενιαίας παιδαγωγικής στάσης.
Η συνεργασία των δύο γονέων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επιτυχή διαχείριση αυτής της αναπτυξιακής φάσης. Η κοινή γραμμή ως προς τα όρια, τις ευθύνες και τις προσδοκίες προσφέρει στο παιδί αίσθημα σταθερότητας και προβλεψιμότητας. Οι διαφωνίες καλό είναι να συζητούνται ιδιαιτέρως και όχι μπροστά στο παιδί, ενώ οι αποφάσεις που λαμβάνει ο ένας γονέας χρειάζεται να υποστηρίζονται από τον άλλο.
Όταν το παιδί επιχειρεί να αναζητήσει διαφορετική απάντηση από τον άλλο γονέα («γονικό πινγκ-πονγκ»), η κοινή στάση προστατεύει τόσο την αυτονομία του όσο και τη συνοχή της οικογένειας. Η ενίσχυση της προσπάθειας του παιδιού να ενεργεί αυτόνομα, συνοδευόμενη από συναισθηματική υποστήριξη, αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό τρόπο διαχείρισης των παλινδρομικών συμπεριφορών.
Το φαινόμενο του «γονεϊκού πινγκ-πονγκ» και οι επιπτώσεις του στην ανάπτυξη του παιδιού
Στην οικογενειακή δυναμική συναντάται συχνά το φαινόμενο που στη σύγχρονη οικογενειακή ψυχολογία περιγράφεται ως «γονεϊκό πινγκ-πονγκ» (parental splitting ή triangulation). Πρόκειται για την κατάσταση κατά την οποία το παιδί απευθύνεται εναλλάξ στους δύο γονείς αναζητώντας διαφορετικές απαντήσεις ή αποφάσεις, ενώ οι γονείς, συνειδητά ή ασυνείδητα, υιοθετούν αντιφατικές στάσεις. Για παράδειγμα, όταν η μητέρα θέτει ένα όριο και ο πατέρας το αναιρεί προκειμένου να ικανοποιήσει το παιδί ή να αποφύγει τη σύγκρουση, το παιδί λαμβάνει αντιφατικά μηνύματα σχετικά με τους κανόνες και την εξουσία μέσα στην οικογένεια (Minuchin, 1974).
Βραχυπρόθεσμα, το παιδί μπορεί να φαίνεται ότι επωφελείται από αυτή την κατάσταση, καθώς επιτυγχάνει ευκολότερα αυτό που επιθυμεί. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα οι συνέπειες είναι συχνά αρνητικές. Το παιδί δυσκολεύεται να αναπτύξει εσωτερική αίσθηση ορίων και αυτοπειθαρχίας, ενώ παράλληλα επιβαρύνεται συναισθηματικά, καθώς νιώθει ότι βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές γονεϊκές θέσεις. Επιπλέον, η ασυνέπεια των γονέων μπορεί να ενισχύσει το άγχος, την ανασφάλεια και τις χειριστικές συμπεριφορές, όχι επειδή το παιδί επιδιώκει συνειδητά να χειραγωγήσει, αλλά επειδή προσπαθεί να κατανοήσει πού βρίσκονται τα πραγματικά όρια του οικογενειακού συστήματος (Bowen, 1978).
Από την οπτική της οικογενειακής συστημικής θεωρίας, η σταθερότητα και η συνεργασία των γονέων αποτελούν βασικό παράγοντα ψυχικής ασφάλειας για το παιδί. Όταν οι γονείς διατηρούν κοινή στάση, ακόμη και αν διαφωνούν μεταξύ τους σε επιμέρους ζητήματα, το παιδί αναπτύσσει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον οικογενειακό δεσμό και μειώνει την ανάγκη να δοκιμάζει συνεχώς τα όρια (Minuchin, 1974).
Η προβληματική αυτή απαντάται και στην πατερική παράδοση. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η ομόνοια των συζύγων αποτελεί προϋπόθεση για τη σωστή ανατροφή των παιδιών και για την ειρήνη του οίκου. Ερμηνεύοντας την προς Εφεσίους Επιστολή, υπογραμμίζει ότι η οικογένεια οφείλει να λειτουργεί με ενότητα σκοπού και αγάπης, ώστε να μη δημιουργούνται διαιρέσεις και συγκρούσεις που τραυματίζουν τα μέλη της. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι όταν επικρατεί ομόνοια μεταξύ των συζύγων, τότε «καὶ τὰ τέκνα εὐρυθμότερα γίνεται» (PG 62, 143), δηλαδή και τα παιδιά αναπτύσσονται με μεγαλύτερη αρμονία και τάξη. Σε άλλο σημείο τονίζει ότι η ειρήνη των γονέων γίνεται σχολείο αρετής για τα παιδιά, ενώ η διχόνοια λειτουργεί ως πηγή σύγχυσης και ψυχικής αναστάτωσης (PG 62, 205–206).
Επομένως, η αποφυγή του γονεϊκού «πινγκ-πονγκ» δεν αποτελεί μόνο παιδαγωγική τεχνική αλλά και έκφραση της βαθύτερης οικογενειακής ενότητας. Όταν οι γονείς λειτουργούν ως συνεργάτες και όχι ως ανταγωνιστές, το παιδί αισθάνεται ασφαλές, κατανοεί καλύτερα τα όρια και αναπτύσσει υγιέστερη σχέση τόσο με την αυτονομία όσο και με την υπευθυνότητα.
Βιβλιογραφία
Ainsworth, M. D. S., Blehar, M. C., Waters, E., & Wall, S. (1978). Patterns of attachment: A psychological study of the strange situation. Lawrence Erlbaum Associates.
Bandura, A. (1997). Self-efficacy: The exercise of control. W. H. Freeman.
Berk, L. E. (2018). Development through the lifespan (7th ed.). Pearson.
Bowen, M. (1978). Family therapy in clinical practice. Jason Aronson.
Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.
Erikson, E. H. (1963). Childhood and society (2nd ed.). Norton.
John Chrysostom. (1862). In epistolam ad Ephesios homiliae (Patrologia Graeca, Vol. 62, cols. 9–176). J.-P. Migne.
John Chrysostom. (1862). In epistolam ad Colossenses homiliae (Patrologia Graeca, Vol. 62, cols. 299–392). J.-P. Migne.
Lamb, M. E. (2010). The role of the father in child development (5th ed.). Wiley.
Minuchin, S. (1974). Families and family therapy. Harvard University Press.
Piaget, J. (1965). The moral judgment of the child. Free Press.
Winnicott, D. W. (1965). The maturational processes and the facilitating environment. International Universities Press.
Γιανναράς, Χ. (2006). Το πρόσωπο και ο έρως. Δόμος.
Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. (2003). Βίος και λόγοι. Ιερά Μονή Χρυσοπηγής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου