Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Το «ανδράκι» της ζωής μου

                           

                                                       Φωτό: Ζωή στο Χωριό



Ο μοναχογιός μου, ο Βασιλάκης, πατέρα δεν γνώρισε ποτέ.
Χάθηκε στον εμφύλιο πόλεμο· τον κατάπιε το μίσος και η μισαλλοδοξία των ανήμερων θηρίων του τόπου μας. Έτσι έμεινα μόνη στη ζωή, με ένα βρέφος στο στήθος, βυζανιάρικο ακόμα, μέσα σε καιρούς πέτρινους και άσπλαχνους.

Οι γονείς μου είχαν φύγει από νωρίς, αδέλφια δεν είχα. Έναν αδελφό είχε ο άνδρας μου, μα κι εκείνος, μετά τον πόλεμο, πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς. Αμερική. Έφτιαξε τη δική του οικογένεια και, από μακριά-μακριά, μας θυμόταν πότε-πότε· χωρίς όμως να μπορέσει —ή να θελήσει— να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια. Κι εγώ, δεκαεπτά χρονών, παιδί ακόμα, μεγάλωνα μόνη  τον Βασιλάκη μου.

Τότε ήταν που γονάτισα.Με δάκρυα πίστης στράφηκα στον Χριστό και Τον παρακάλεσα να γίνει ο Πατέρας του παιδιού μου· και την Παναγία ικέτεψα να είναι η σκέπη και η προστασία του, να το κρατά σώο και αβλαβές κάτω από το άγιο μαφόρι Της.
Ο  Πανόπτης και Παντελεήμων Θεός με άκουσε!

Στα δύσκολα εκείνα μεταπολεμικά χρόνια, για να σταθείς όρθιος, έπρεπε να ’χεις ελαιοπερίβολα, σταφίδες και αιγοπρόβατα. Και τα τρία μού τα είχε αφήσει ο μακαρίτης, ο αδικοχαμένος άνδρας μου. Μα χέρια δεν υπήρχαν να τα δουλέψουν. Έπρεπε καθημερινά να γίνομαι πενήντα κομμάτια — και να σέρνω μαζί μου  τον Βασιλάκη στα δύσκολα και ακατόρθωτα.

Έτσι ο Βασιλάκης, μόλις άρχισε να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του, έγινε τσοπανάκι στα τρία του χρόνια, γεωργός στα πέντε και, στα δέκα, έμαθε να τινάζει τις ελιές άριστα.
Τα ζωντανά τον άκουγαν και τον ακολουθούσαν περισσότερο κι από τη σκύλα μας τη Μιμίκα, που ήξερε να τα πηγαίνει στους αγρούς και να τα φέρνει σώα στο μαντρί,  το ηλιόγερμα.

Μεγάλωνε ο Βασιλάκης και ήταν χάρμα οφθαλμών. Πρώτος νοικοκύρης στο σπίτι. Σταύρωνε το ψωμί στο τραπέζι, μου έδινε πάντα το πρώτο κομμάτι και, στο τέλος, άφηνε λίγο από το δικό του για να μου χαρίσει την τελευταία του μπουκιά.
Το σχολείο το περίμενε σαν γιορτή — να μάθει γράμματα, να διαβάζει τα βιβλία του σπιτιού και την εφημερίδα στο περίπτερο. Κάθε Κυριακή διακονούσε στο ιερό, κι όλοι έλεγαν:
«Αυτός θα γίνει παπάς».

Ο Δεσπότης Χριστός κατοικούσε μέσα του και κυβερνούσε τη ζωή του. Φώτιζε το πρόσωπό του με καλοσύνη και γλυκύτητα. Τον καμάρωνα σιωπηλά και, με καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη, ευχαριστούσα τον Θεό για το μεγάλο Του δώρο — το ανεπανάληπτο   της ζωής μου θαύμα.

Στην εφηβεία του τα είχε κατακτήσει όλα· μόνο το κολύμπι δεν είχε μάθει. Θάλασσα κοντά στο χωριό μας δεν υπάρχει. Μονάχα ένα βαθύ ποτάμι σχίζει την κοιλάδα.
Αυτό το άκαρδο ποτάμι, με τα ορμητικά χειμωνιάτικα νερά , όταν ο Βασιλάκης είχε πατήσει τα δεκαοχτώ του χρόνια και λίγο πριν φύγει για τη στρατιωτική του θητεία, μου τον πήρε σκληρά και άφησε στην αγκαλιά μου  κενό βαρύ κι αβάσταχτο.

Προσπάθησε να σώσει το μικρό παιδί μιας γειτόνισσας, που διέσχιζε το ποτάμι καβάλα στο γαϊδουράκι του, μια βροχερή μέρα του Γενάρη. Το παιδί σώθηκε.
Μα τον Βασιλάκη τον άρπαξαν τα νερά και τον πήραν μακριά μου για πάντα.

Όταν βρήκαμε το άψυχο κορμί του σ’ ένα περιβόλι, κάτω από μια λεμονιά, τα μάτια μου σκοτείνιασαν. Ξαναγύρισα στη ζωή ύστερα από πολλή ώρα, μπροστά στο αναμμένο τζάκι του σπιτιού μου, ξαπλωμένη πάνω στα παχιά στρωσίδια, καθώς με φρόντιζε με ευγνωμοσύνη η γειτόνισσα.

«Τι νόημα έχει η ζωή;» αναρωτιόμουν.
Πώς να ζήσω  χωρίς τον Βασιλάκη μου, τον ήλιο της ζωής μου;

— Μη χάνεις την πίστη σου, παιδί μου, μου έλεγε ο μακαριστός παπα-Γιώργης της  ενορίας μας.

Κι ύστερα, τη νύχτα που με οδυρμό ψυχής του κάναμε τα χρονιάσματα, φως κατέβηκε στη γη εξ ουρανού και έβαλε τάξη στης καρδιάς μου τα σπαράγματα.

Ο Βασιλάκης ήρθε σαν σε όραμα και μου μίλησε γλυκά:
— Μανούλα μου, παιδί σου είναι κάθε παιδί του κόσμου, όπως και η Παναγία μας φροντίζει όλα της γης τα παιδιά. Δες πώς σε κρατώ δεμένη με χρυσά σκοινιά από τα ουράνια. Άφησέ με να μπω με αγάπη βαθιά στην πονεμένη σου καρδιά, γιατί έξω κάνει πολύ κρύο και ξεπάγιασα.

Από τον άλλο κόσμο με γιάτρεψε το «ανδράκι» μου και κούρνιασε ξανά μέσα στην άδεια μου αγκαλιά . Γύρω μου φτερούγισαν λευκά πουλιά της πίστης, της  αγάπης , της ειρήνης και της ελπίδας.

Βρήκα κουράγιο και προχώρησα.
Ευχαρίστησα τον Θεό που μου πήρε ένα ανδράκι από τη γη
και μου χάρισε έναν άγγελο  σε  ουράνια  παλάτια.

Ναι. Παιδιά μου είναι όλα του κόσμου τα παιδιά!

-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου