Φωτό: Pinterest
Η Μελιτίνη είχε μάθει να ζει ανάμεσα σε λέξεις. Λέξεις επιστημονικές, ακριβείς, αυστηρές. Η ζωή της ήταν γεμάτη τίτλους, διακρίσεις, συνέδρια και μακροσκελείς αναλύσεις της ανθρώπινης ψυχής. Στο γραφείο της, τα βιβλία σχημάτιζαν τείχη γνώσης, σαν να προστάτευαν κάτι εύθραυστο στο κέντρο της. Κι όμως, όσο πιο πολύ θωρακιζόταν με τη γνώση, τόσο πιο έντονα ένιωθε μέσα της μια ανεξήγητη μελαγχολία, μια σιωπηλή απουσία.
Είχε δει πολλά. Ανθρώπους να σπάνε από πόνο, άλλους να προσπαθούν να σταθούν όρθιοι πάνω στα συντρίμμια της ζωής τους. Είχε ακούσει ιστορίες που χάραζαν βαθιά σημάδια στην ψυχή. Τις κατανοούσε, τις ερμήνευε, τις τοποθετούσε σε θεωρητικά σχήματα. Μα όταν έμενε μόνη, τις νύχτες που το φως της πόλης έσβηνε, μια παράξενη νοσταλγία ανέβαινε μέσα της σαν ψίθυρος από χρόνο μακρινό.
Ένα φθινοπωρινό απόγευμα, όταν ο ήλιος έγερνε χρυσαφένιος και τα φύλλα έτριζαν κάτω από τα βήματά της, αποφάσισε να επιστρέψει στο παλιό της σπίτι. Το χωριό την υποδέχτηκε με σιωπή και μια μυρωδιά υγρασίας και ξύλου. Οι δρόμοι ήταν στενοί, σχεδόν παιδικοί, σαν να είχαν μικρύνει για να της θυμίσουν ότι κάποτε κι εκείνη ήταν μικρή.
Το σπίτι στεκόταν ακόμη εκεί, με τα παραθυρόφυλλα κλειστά, σαν να κοιμόταν. Όταν τα άνοιξε, το φως πλημμύρισε τα δωμάτια και μαζί του ξεχύθηκαν μνήμες: το γέλιο της μητέρας της, η φωνή του πατέρα, το τρίξιμο του πατώματος τις νύχτες. Ο αέρας κουβαλούσε κάτι από το παρελθόν, κάτι που δεν είχε λέξεις.
Στο παιδικό της δωμάτιο, ο χρόνος είχε σταματήσει. Σε μια γωνιά βρήκε ένα μικρό κουτί. Το άνοιξε με προσοχή, σαν να φοβόταν μήπως διαλύσει ό,τι έκρυβε. Μέσα του υπήρχαν ζωγραφιές με ήλιους υπερβολικά μεγάλους, ένα τετράδιο με αδέξια γράμματα, ένα κοχύλι λείο, θαμπό από τα χρόνια. Το κράτησε στο χέρι της και ένιωσε τη δροσιά της θάλασσας που κάποτε το είχε αγγίξει.
Τότε θυμήθηκε. Θυμήθηκε τη Μελιτίνη παιδί, να τρέχει ξυπόλυτη, με γόνατα γρατζουνισμένα και καρδιά ελεύθερη. Να κοιτά τον κόσμο με μάτια ανοιχτά, γεμάτα εμπιστοσύνη. Να πιστεύει ότι όλα έχουν θέση και νόημα. Εκείνη η μικρή Μελιτίνη δεν γνώριζε θεωρίες ούτε διαγνώσεις. Γνώριζε, όμως, τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, την ασφάλεια της επιστροφής .
Και τότε το κατάλαβε. Όλες οι διαδρομές της, όλες οι επιστημονικές της αναζητήσεις, δεν ήταν παρά ένας κύκλος. Ένας δρόμος επιστροφής. Δεν έψαχνε απλώς την αλήθεια με τον νου, αλλά με την καρδιά. Και η καρδιά της ήξερε από καιρό πού ανήκει.
Η αληθινή της πατρίδα δεν ήταν οι αίθουσες των πανεπιστημίων ούτε τα άρθρα και οι θεωρίες. Ήταν εκείνα τα πρωινά της παιδικής ηλικίας, όπου ο χρόνος κυλούσε αργά και η ζωή δεν απαιτούσε αποδείξεις. Ήταν το πρώτο βλέμμα προς τον κόσμο, καθαρό και ανυπόκριτο, πριν ο φόβος και η αμφιβολία φωλιάσουν στην ψυχή.Ήταν μία επιστροφή στην αγαθή Πατρική αρχή, στο παιδί εντός της, που ζητάει τον αληθινό Πατέρα του για να βρει τις ρίζες του και να ανήκει.
Φεύγοντας από το σπίτι, η Μελιτίνη ένιωθε βαθιά ελαφρότητα στο είναι της. Δεν είχε απορρίψει τη γνώση· την είχε συμφιλιώσει με την παιδική της μνήμη. Είχε καταλάβει πως όση σοφία κι αν αποκτήσει κανείς, η βαθύτερη αλήθεια βρίσκεται συχνά εκεί όπου όλα ξεκίνησαν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου