Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Ὁ Ζακχαῖος μᾶς δείχνει τὸν δρόμο!

                

                                           
                                                                     Φωτό: Pinterest


Μιὰ θαυμάσια περικοπὴ ἀναγιγνώσκεται στὴν Ἐκκλησία μας τὴν Κυριακὴ ΙΕ’ Λουκᾶ, ἡ περικοπὴ τοῦ Ζακχαίου. Εἶναι θαυμάσια γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν μᾶς παρουσιάζει τὸ μέγεθος τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ, ποὺ δὲν χάνει εὐκαιρία νὰ προσφέρῃ τὴν σωτηρία στὸ πλάσμα του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μᾶς δείχνει τὸ μέγεθος τῆς θελήσεως τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου νὰ μετανοήσῃ καὶ νὰ ὁμοιάσῃ στὸν πλάστη Του. 

Καὶ ἄλλοτε ἔχομε ἐπισημάνει ὅτι ὁ Κύριος οὐδέποτε βαδίζει τυχαίως ἀλλὰ ἐπὶ σκοποῦ, γιὰ νὰ συναντήση αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀναζητοῦν μὲ πόθο γιὰ τὴν σωτηρία τους. Ἔτσι καὶ ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος, ἀφοῦ πρῶτα ἔγινε πλούσιος, ἐπιβαρύνοντας μὲ πρόσθετους φόρους τοὺς συντοπῖτες του Ἰουδαίους, τώρα δὲν ἐπιθυμεῖ ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ δῇ τὸν Ἰησοῦν «τίς ἐστιν», θέλει νὰ γνωρίση ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖον ἔχει ἀκούσει ὅτι θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς ἁμαρτωλούς. Ποῦ τὸ ἔχει ἀκούσει; Λίγο πρὶν ὁ Κύριος, πλησιάζοντας στὰ περίχωρα τῆς Ἱεριχοῦς, ἐθεράπευσε τὸν τυφλό, τὸν Βαρτιμαῖο (Μάρκ., ι’ 46), ποὺ τοῦ τὸ ζήτησε, ἐπίσης μὲ πόθο: «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω» (ὅ. π., 41). Κύριε, θέλω νὰ κοιτάξω πάνω, νὰ δῶ το φῶς τὸ ἀληθινό. Καὶ ὁ Κύριος δὲν τοῦ χάλασε χατήρι. Τὸν ἐπιβράβευσε γιὰ τὴν πίστη του, χαρίζοντάς του το φῶς. «Ἀνάβλεψον. Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (ὅ. π., 42). Καὶ τότε ὁ τυφλὸς τὸν ἐδόξασε γιὰ τὸ διπλὸ θαῦμα, καὶ νὰ βρῇ το φῶς του καὶ νὰ δῇ τὸ φῶς τὸ ἀληθινό. «καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ θεῷ.» (ὅ. π., 43)

Γιὰ νὰ δοῦμε! Θὰ θεραπεύση ὁ Κύριος καὶ τὸν ἁμαρτωλό, τὸν πλεονέκτη Ζακχαῖο, ποὺ ζητᾶ νὰ τὸν δῇ, νὰ τὸν γνωρίσῃ; Θὰ τὸν βοηθήσῃ νὰ ἀναβλέψῃ καὶ ἐκεῖνος; Ὁ Κύριος εἶναι βέβαιο ὅτι θέλει, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή Του. Ἦλθε γιὰ νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ σώσῃ τὸ ἀπολωλός (Λουκ., ιθ’ 10). Ἀπ’ ὅ τι περιγράφει ὁ Λουκᾶς, ἰατρὸς ὁ ἴδιος καὶ γνώστης τῆς ψυχολογίας τοῦ ἀσθενοῦς, ὁ Ζακχαῖος ἔχει τὶς προϋποθέσεις: καὶ ζητάει, ἀναζητάει τὴν ἴαση στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου, ποὺ πρὸ ὀλίγου θεράπευσε ἕναν τυφλὸ στὴν πόλη του, καὶ κάνει καὶ ὁ ἴδιος τὴν προσπάθειά του: ἂν καὶ εἶναι «τῇ ἡλικίᾳ μικρός» -μικρόσωμος- καὶ δὲν μπορεῖ νὰ προσεγγίσῃ τὸν Κύριο, λόγῳ τοῦ κόσμου, ἐν τούτοις δὲν ἀπογοητεύεται ἀλλὰ τρέχει μπροστὰ καὶ ἀνεβαίνει σὲ μιὰ συκομορέα, γιὰ νὰ τὸν δῇ τὴν ὥρα ποὺ θὰ περνοῦσε ἀπ’ ἐκεῖ ὁ Κύριος. Ἰδοὺ ἡ θέληση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὅσο ἁμαρτωλὴ καὶ νά ‘ναι, ἀπ’ ὅποια δυσκολία καὶ ἐὰν ἐμποδίζεται, νὰ πλησιάση τὸν ἰατρό της, νὰ τοῦ ζητήση τὸ ἔλεός Του. 

Ὁ Κύριος, πάλι, ἀπὸ πολλοὺς ἐγγίζεται, μέσα στὸ πλῆθος, ἀλλὰ ἀπὸ λίγους προσεγγίζεται. Ἔτσι καὶ μὲ τὴν αἱμορροοῦσα. Πολλοὶ τὸν ἔσπρωχναν, ἡ αἱμορροοῦσα ὅμως κατάφερε νὰ ἀγγίξη τὸ κράσπεδο τοῦ ἱματίου Του. Αὐτὸ σημαίνει πόθος ψυχῆς ποὺ ἀναζητᾶ νὰ ξεδιψάσῃ στὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, «ὃν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων». 

Ἡ αἱμορροοῦσα, ὁ τυφλὸς καὶ τόσοι ἄλλοι βρῆκαν τὴν σωτηρία τους. Γιὰ νὰ δοῦμε, τελικά. Ὁ Ζακχαῖος θὰ καταφέρῃ νὰ ξεδιψάσῃ τὸν πόθο του, θὰ καταφέρῃ νὰ τραβήξῃ πάνω του τὸ θεϊκὸ βλέμμα; Ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος «ἐτάζει νεφροὺς καὶ καρδίας», ἀναγνωρίζει καὶ τὸ μέγεθος τῆς ἐπιθυμίας του καὶ τὴν γνησιότητα τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ Ζακχαίου. Σὲ κεῖνον, λοιπόν, πού «τόλμησε» νὰ κάνῃ τὸ πρῶτο βῆμα, νὰ ἀνέβῃ, γιὰ νὰ τὸν δῇ, ὁ Κύριος, προσέχοντάς τον, αὐτόν, ἀνάμεσα σὲ τόσους ἄλλους, τοῦ ἀπευθύνεται μὲ τὸ ὄνομά του, -ἐξ ἄλλου ὁ Κύριος ἀναγνωρίζει τὸ κάθε Του πλάσμα- ἁπλᾶ ἀλλὰ ἐπιτακτικά: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι» (ὅ. π., 5). «Κατέβα γρήγορα.» Στὴν ἀργκὸ θὰ λέγαμε: «Τσακίσου. Μὴν χάνῃς ἄλλο χρόνο. Πήγαινε γρήγορα νὰ ἑτοιμάσῃς τὸν οἶκο σου, διότι «ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Ἐκεῖ πρέπει νὰ μείνω, ἐκεῖ εἶναι ἡ θέση μου. Στὸ ἑξῆς, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσε ἡ ἁμαρτία, στὸν ἔσω καὶ ἔξω οἶκο σου, στὸ ἑξῆς, ἐκεῖ θὰ κατοικῶ ἐγώ. Τώρα ποὺ μὲ ἀναζήτησες καὶ σὲ συνάντησα δὲν ὑπάρχει πλέον θέση γιὰ ἄλλον στὴν ψυχή σου, στὴν ζωή σου, ἐκτὸς ἀπὸ ἐμένα, τὸν Θεὸ τῆς σωτηρίας. 

Τί, λέτε, ἔκανε ὁ Ζακχαῖος; Τὸ σκέφτηκε πολύ; Κάθε ἄλλο. Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ παλιά -εἶχε κάνει πράγματι τὴν προετοιμασία του, Τὸν εἶχε ἀναζητήσει ἀπὸ πρίν-, «σπεύσας κατέβη» καὶ τὸν ὑποδέχθηκε «χαίρων». Ποιοί δὲν χάρηκαν διόλου; Αὐτοὶ ποὺ λόγῳ τῆς μικροψυχίας καὶ τῆς ἐλλείψεως ἀγάπης ἀναρωτιοῦνται πῶς ὁ καθαρὸς Κύριος εἰσέρχεται «καταλῦσαι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρί». Δὲν ἀναφέρεται τὸ ὄνομά τους, αὐτῶν ποὺ δὲν χαίρονται μὲ τὴν σωτηρία τοῦ ἀπολωλότος, διότι αὐτοὶ δὲν εἶναι ἕνας καὶ δύο: «πάντες διεγόγγυζον», ὅλοι οἱ φαινομενικὰ καθαροὶ γκρίνιαζαν καὶ δυσανασχετοῦσαν, ἀδυνατοῦσαν νὰ συλλάβουν τὸ μέγεθος τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος, ὅμως, δὲν ἦλθε γιὰ νὰ σώσῃ τοὺς «δικαίους» ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. 

Σὲ ὅλους αὐτούς, πάντως, ποὺ ἀντὶ νὰ χαίρονται μὲ τὴν σωτηρία ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ, γογγύζουν, δὲν ἀπαντᾶ ὁ Κύριος ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Ζακχαῖος, ὁ ὁποῖος δηλώνει ἐμπράκτως τὴν μεταμέλεια ἢ μᾶλλον τὴν ὁλοκληρωτική του μετάνοια. Στέκεται μὲ θάρρος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ λέγει σὲ Ἐκεῖνον, γιὰ νὰ τὰ ἀκούσουμε ἐμεῖς οἱ ἀναμάρτητοι, ποὺ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ καταδικάσουμε τὸν ἁμαρτωλὸ ἀδελφό μας: «ἰδού, δίνω τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας μου στοὺς πτωχοὺς καὶ σὲ ὅσους συκοφάντησα, ἀδίκησα, τοὺς τὸ ἀποδίδω εἰς τετραπλοῦν!»

Ἂς ξανασκεφτοῦμε, τώρα, καὶ ἐμεῖς μήπως πράγματι ἀδικήσαμε τὸν Ζακχαῖο μὲ τήν «δικαία» κρίση μας: Ποιος, ἀλήθεια, ἀπὸ μᾶς, ποὺ κοπτόμαστε γιὰ τὴν χριστιανική μας διάθεση προσφορᾶς καὶ ἀγάπης, εἶναι διατεθειμένος νὰ δώσῃ τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας του στοὺς πτωχούς -κάτι πενταροδεκάρες τοὺς δίνουμε, γιὰ νὰ μὴν ζημιωθοῦμε, ἐκτὸς κι ἐὰν θέλουμε νὰ ἐπιδειχθοῦμε. Ποιός ἀπὸ μᾶς, ἐπίσης, εἶναι διατεθειμένος νὰ ξεπληρώσῃ γιὰ τὶς ἀδικίες του, προσφέροντας καὶ παραπάνω ἀπὸ τὸ ποσὸ τῆς ἀδικίας; Ὁ Ζακχαῖος, ὅμως, τὸ ἔκανε, γι’ αὐτὸ καὶ ξεχρέωσε, μὲ τὸ παραπάνω μάλιστα, γιὰ τὰ πανωτόκια ποὺ ἔβαζε πρὶν στοὺς ἀδικημένους ἀδελφούς του. 

Γιὰ νὰ μὴν μείνῃ, μάλιστα, οὔτε σὲ μᾶς καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ Κύριος τὸν συγχώρεσε γιὰ τὴν εἰλικρινῆ του μετάνοια, ὁ Ἴδιος ἐπαναλαμβάνει: «σήμερον σωτηρία ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο.» (ὅ. π., 9).  Τό «ἐγένετο» δηλώνει συντελεσμένο γεγονός. Καὶ μάλιστα ὁ Κύριος δίνει καὶ τὴν ἐξήγησή του, σὲ ὅλους ἐμᾶς τοὺς γογγύζοντες, γιατί προσέφερε τὴν σωτηρία σ’ αὐτὸν τὸν ἁμαρτωλό: «καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν», λέει, «καὶ αὐτὸ παιδὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἁμαρτωλὸ καὶ πεπλανημένο, ἀλλὰ παιδί μου -ἑπομένως καὶ ἀδελφός σας! Ἄρα ἔχει καὶ αὐτὸ δικαίωμα στὴν σωτηρία, ὅπως καὶ ἐσεῖς. Ἀλλὰ καὶ ἐσεῖς, ἀφοῦ εἶναι ἀδελφός σας, ἐφ’ ὅσον ἐγώ, ὁ πατέρας, τὸν συγχώρεσα, ἔχετε χρέος νὰ τὸν συγχωρήσετε! Ἐξ ἄλλου, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Κύριός σας καὶ Θεός σας, ἦλθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ ἀναζητήση καὶ νὰ σώση τὸ ἀπολωλός, πόσο μᾶλλον ὅταν καὶ ἐκεῖνο, τὸ ἀπολωλός, τὸ ζητάει ἐπίσης, καὶ μάλιστα μὲ σταθερότητα καὶ πραγματικὴ διάθεση μετανοίας -μοιάζει νὰ μᾶς λέῃ ὁ Κύριος. 

Ὅσο γιὰ μᾶς, ἂς ἀναλογιστοῦμε, εἰλικρινά, ἐὰν ἀκοῦμε τί μᾶς λέει ἢ ἐὰν συνεχίζουμε νὰ γογγύζουμε, ἐπικρίνοντάς Τον γιὰ τὴν διάθεσή Του νὰ σώζῃ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀδελφούς μας! Ἐξ ἄλλου, καὶ ἡ Ἐκκλησία μας κατατάσσει τὸν Ζακχαῖο, τὸν πρώην τελώνη, στὴν χορεία τῶν Ἁγίων της (†20 Ἀπριλίου), γεγονὸς ποὺ ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς σταθερότητάς του νὰ πορευτῇ, στὴν συνέχεια τῆς ζωῆς του, λόγῳ τε καὶ ἔργῳ ἐν Κυρίῳ. 

Ἅγιε τοῦ θεοῦ, Ζακχαῖε, ἐνίσχυσε καὶ ἐμᾶς νὰ ἀναζητήσουμε μὲ τὸν δικό σου πόθο τὴν σωτηρία μας στὸ πρόσωπο τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Σωτῆρος, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν! Γένοιτο!  

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος

Ορθόδοξος Πολιτιστικός Σύλλογος "Επάλξεις"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου