Φωτογραφίες: Soula Karydi στο FB
Οι κόρες της Βαλύρας, αν και κατοικούν σε έναν ευλογημένο τόπο —στις μονοκατοικίες τους με τις γραφικές κεραμοσκεπές και τις ανθισμένες αυλές— ανέκαθεν θεωρούσαν τον περίπατο στον κάμπο του χωριού μία μικρή, καθημερινή τους εκδρομή· μια σύντομη απόδραση που τους χαρίζει ευεξία και τους δίνει μεγάλη χαρά.Τιμούν ομαδικά τη φύση της μακαρίας γης της Μεσσηνίας όλες τις εποχές του χρόνου και όχι μόνο την πρωτομαγιά. Μα πάνω απ’ όλα, η ταύτιση με τον παραδεισένιο κάμπο της Βαλύρας γεννά μέσα τους ένα βαθύ αίσθημα απελευθέρωσης, λύνοντας τα δεσμά στην ψυχή και στο σώμα τους.
Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα του Γενάρη.
Για να χαρούν τον περίπατο, έπρεπε να ντυθούν απλά και σωστά: με ζεστά, άνετα, ελαφρά ρούχα και αθλητικά υποδήματα. Αφαίρεσαν ό,τι πολύτιμο φορούσαν, άφησαν λυμένα τα ωραία τους μαλλιά , τυλίχτηκαν σε μαλακά μπουφάν και, ορισμένες κρατώντας ένα ραβδί για στήριγμα, κατηφόρισαν από το Μπιζάνι, τον Άγιο Δημήτριο και την Αγία Τριάδα προς του χωριού την πλατεία, όπου ενώθηκαν με τα κορίτσια από τα κάτω σπίτια.
Δέκα χρόνια νεότερες έμοιαζαν χωρίς μακιγιάζ, ρολόγια, βραχιόλια, δαχτυλίδια και βαμμένα νύχια. Λίγο αγνό ελαιόλαδο στο πρόσωπο και στα χείλη τους, για προστασία από τους αέρηδες του κάμπου, ήταν Θεού διάκριση και σοφία.
Καθώς περπατούσαν πλάι πλάι και αγκάλιαζαν πότε πότε η μία την άλλη, μια λάμψη φώτισε τον νου τους και όλες μαζί κατέληξαν στο ίδιο λαμπρό συμπέρασμα:
— Όλα κι όλα· έχουμε τους άνδρες μας και τις κοινωνικές μας εμφανίσεις, κι εκεί ντυνόμαστε όμορφα. Μα σε αυτή την τόσο προσωπική στιγμή —τη χαρά της φιλίας και της απόδρασης από τα δεσμά του «φαίνεσθαι»— αξίζει να είμαστε ελεύθερες.
Τίποτα δεν τις βάραινε. Οι πνεύμονες άνοιξαν και ανέπνεαν ελεύθερα, τα χείλη δεν πικραίνονταν από τα κοκκινάδια, και το δέρμα τους ρουφούσε λαίμαργα του κάμπου τη δροσιά.
Άρχισαν τότε να παρατηρούν η μία την άλλη και να αντιλαμβάνονται πως μέσα τους κατοικούσε μια ανείπωτη ομορφιά, που τα συχνά φτιασίδια την σκέπαζαν αλύπητα. Ακούμπησαν τις κρύες τους παλάμες στα μάγουλα και ένιωσαν πως μπορούσαν να αγγίζουν τον εαυτό τους χωρίς να πληρώνουν διόδια. Βρήκαν ώριμα πορτοκάλια στο κτήμα μιας από την παρέα, τα καθάρισαν με τα ίδια τους τα νύχια, χωρίς να νοιαστούν αν θα κιτρίνιζαν.
Σαν οπτασία τις ακολουθούσαν οι γιαγιάδες και οι μητέρες τους, με εκείνη τη γνήσια ομορφιά στης δικής τους ζωής το ηλιοβασίλεμα. Ένιωθαν παιδούλες ξανά. Καθρέφτης τους ήταν η ίδια η νεανική τους καρδιά.
— Έτσι είναι και τα κρίνα του αγρού, χωρίς φτιασίδια, παρατήρησε μία· μόνο με το ωραίο τους, δοσμένο με θεία πρόνοια, ένδυμα.
Κι ενώ μια άλλη ρουφούσε τον χυμό του πορτοκαλιού που έτρεχε στα καθαρά της χέρια, σκέφτηκε με ανακούφιση την απουσία της αποπνικτικής οσμής από το ασετόν και το μανό στα ταλαιπωρημένα της νύχια.
Κάθισαν στο ξέφωτο οι όμορφες κόρες της της Βαλύρας και συλλογίστηκαν:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου