Φωτό: Pinterest
Παλιά, στη Βαλύρα, η ποδιά δεν ήταν ένα απλό κομμάτι υφάσματος, μα κομμάτι της ζωής και της τιμής της γυναίκας. Από κορίτσια ακόμα, όταν ετοίμαζαν την προίκα τους, έραβαν και κεντούσαν τις ποδιές τους με υπομονή και αγάπη. Άλλες ποδιές ήταν για τη δουλειά, ανθεκτικές και απλές, κι άλλες πιο λεπτές και στολισμένες, για τις γιορτές και τις ξεχωριστές περιστάσεις. Τις φορούσαν ανάλογα με την ώρα και τον τόπο, όπως άλλαζαν και οι ανάγκες της κάθε ημέρας .
Μέσα στην ποδιά έκρυβαν όχι μόνο τον μόχθο τους, αλλά και τη σεμνότητά τους. Εκεί φύλαγαν την πετσέτα με το πρόσφορο, όταν πήγαιναν στην εκκλησία, σκεπασμένο διακριτικά, για να το προσφέρουν στον Θεό. Δεν το κρατούσαν φανερά, για να μην αποζητούν τον έπαινο του διαβάτη που θα συναντούσαν στον δρόμο, αλλά για να λάβουν το δώρο από τον Θεό, όπως πρόσταζε η πίστη και το ήθος τους. Έτσι, η ποδιά γινόταν σύμβολο ευλάβειας, ταπεινότητας και εσωτερικού πλούτου, πριν ακόμη γίνει εργαλείο της καθημερινής βιοπάλης.
Η Βαλυραία γυναίκα δεν θυμόταν τον εαυτό της χωρίς την ποδιά της. Την έδενε κάθε αυγή στη μέση, σφιχτά, σαν να έδενε μαζί της και το κουράγιο της για την ημέρα που άρχιζε. Με αυτήν μάζευε τα αυγά από το κοτέτσι, ένα ένα για να μη σπάσουν, και ύστερα την άπλωνε κάτω από τη συκιά, τινάζοντάς την για να πέσουν τα ώριμα σύκα. Στο χωράφι έβαζε μέσα της τα χόρτα που έκοβε, τις πατάτες από το μποστάνι, τα καρύδια και τα αμύγδαλα που μάζευε από το χώμα. Όταν ερχόταν η ώρα της σποράς, κρατούσε στην ποδιά της τους σπόρους, κι όταν θέριζε, μετέφερε στάρι και καλαμπόκι ως το αλώνι.
Η ποδιά της ήταν και πανί και σκεύος. Με αυτήν σκούπιζε τα χέρια της μετά το ζύμωμα, τύλιγε το ζεστό ψωμί για να μείνει μαλακό και την άπλωνε πάνω στο τραπέζι για να μην πιάσουν τα φαγητά οι μύγες. Τη δίπλωνε για να πιάσει το καυτό τσουκάλι, καθάριζε πάνω σε αυτήν ξηρούς καρπούς, σκέπαζε το ψωμί ή το γάλα για να κρατήσει τη ζέστη. Στον κήπο έβαζε μέσα βασιλικό και δυόσμο, ενώ στο μαγείρεμα κρατούσε κρεμμύδια και σκόρδα. Μικρά εργαλεία, ξερά χόρτα και κομμάτια ξύλου για το άναμμα της φωτιάς, όλα χωρούσαν στην παινεμένη της ποδιά .
Στα δύσκολα χρόνια, η ποδιά της Βαλυραίας έγινε αγκαλιά.Έκρυβε στις τσέπες της ποδιάς τις λιγοστές δραχμές της για τα φανταράκια και τα φτωχά μαθητούδια, για τα αγαπημένα εγγόνια και τα παιδιά που της έλεγαν τα συγχαρίκια και τα κάλαντα. Μέσα της έβαζε κουλούρια για τα μικρά της γειτονιάς, τύλιγε κομμάτια ψωμί για όποιο στόμα δεν άντεχε την πείνα, έκρυβε κολατσιό για τον δρόμο ή μήλα και πορτοκάλια για τα εγγόνια της. Με την άκρη της σκούπιζε τον ιδρώτα από το μέτωπό της, μα και τα δάκρυα των παιδιών, κι αν χρειαζόταν, τύλιγε πρόχειρα μικρά τραύματα.
Στο άρμεγμα προστάτευε με την ποδιά το μοναδικό της φόρεμα, τη στερέωνε στη μέση για να αντέχει το πολύωρο σκύψιμο και συχνά την τίναζε για να φύγουν οι σκόνες και τα άχυρα. Κι όταν ερχόταν γιορτή, τύλιγε μέσα της απλά δώρα για τη γειτονιά, χωρίς φανφάρες, μόνο με καρδιά. Το βράδυ, πριν την κρεμάσει πίσω από την πόρτα, τη χάιδευε ασυναίσθητα, σαν να την ευχαριστούσε που στάθηκε δίπλα της αντάξια.
Γιατί η ποδιά της γιαγιάς και της μάνας στο χωριό μας δεν ήταν απλώς ένα ρούχο. Ήταν εργαλείο, σκεύος, σκέπη και προσφορά. Ήταν μνήμη, μόχθος και αγάπη. Και όσοι θυμούνται εκείνα τα χρόνια, ξέρουν καλά πως μέσα σε εκείνη την ευλογημμένη ποδιά χωρούσε ολόκληρη η ζωή στη Βαλύρα.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου