Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Της Μοναξιάς τ’ Αηδόνια

  

                                                              Φωτό: Pinterest


Ήταν τέλος Αυγούστου του 1985 και παραθερίζαμε με τους γονείς μου στη γενέτειρα της μητέρας μου, τη Βαλύρα Μεσσηνίας. Μόλις είχα συμπληρώσει τα τέσσερα χρόνια μου, αλλά δεν χάρηκα ιδιαίτερα στα γενέθλιά μου, στις 30 Αυγούστου, γιατί σε λίγες ημέρες οι γονείς μου θα έπρεπε να φύγουν για τη Βοστώνη. Εκείνη τη δύσκολη χρονιά για την οικογένειά μας, έπρεπε να μείνω με τον παππού και τη γιαγιά στο χωριό για έναν ολόκληρο χρόνο. Οι γονείς μου εργάζονταν στη διδακτορική τους διατριβή και δίδασκαν στο Πανεπιστήμιο της Μασσαχουσέτης στο Άμχερστ. Αδυνατούσαν να με φροντίσουν χωρίς άγχος, βιασύνη και προχειρότητα.

Επειδή αγαπούσα πολύ τον παππού Ηλία και τη γιαγιά Ευγενία, η μητέρα μου έκρινε ότι θα είχα τη μέγιστη φροντίδα στο χωριό — κι έτσι έγινε. Έζησα την πιο όμορφη χρονιά της ζωής μου κοντά στους αγαπημένους μου παππούδες και διδάχθηκα τις λεπτές αποχρώσεις της αγάπης τους, που μου άφησαν ανεξίτηλες μνήμες και ευγενικά συναισθήματα στην ψυχή μου.

Κάθε ημέρα μου ήταν ένα μοναδικό όνειρο, γεμάτο εκπλήξεις και ανεπανάληπτες εμπειρίες. Η γιαγιά με φρόντιζε με πολλή χαρά, αγκαλιές και γέλια, και ο παππούς, όταν επέστρεφε τα βράδια από την εργασία του στο σιδηρουργείο, με γαλουχούσε με τα νάματα της αγάπης του Χριστού, αλλά και με παραδοσιακά τραγούδια που έπαιζε στο μπουζούκι του. Τον συνόδευα άλλοτε στο τραγούδι κι άλλοτε κρατώντας το χέρι του, καθώς κυλούσε η πένα του επάνω στις χορδές.

Θυμάμαι που έλεγε:
«Πλύνε τα χεράκια σου, Ευτυχία μου, καλά, βγάλε τα δαχτυλίδια και τα βραχιόλια σου και έλα να παίξουμε μουσική».

Κι εγώ τον ρωτούσα με απορία:
— Εσύ, παππού, τα έπλυνες τα χέρια σου; Δεν είναι λίγο μαύρα;

Εκείνος γελούσε και με χάιδευε στο κεφάλι, λέγοντας:
— Αυτά τα μαυράδια δεν είναι βρωμιά, μάτια μου. Είναι ευλογία από τον Θεό, που έκανα καλή και σκληρή δουλειά!

Τόσο πολύ με είχε εντυπωσιάσει ο λόγος του, ώστε μία ημέρα πήγα και φύτεψα με τα χέρια μου έναν βολβό υάκινθου στο παρτέρι της γιαγιάς. Εκείνη, όταν με είδε να πιάνω τα χώματα ανέμελη, αναστατώθηκε.
— Γιατί, Ευτυχία μου, λέρωσες τα χέρια σου; με ρώτησε.
— Για να μου δώσει ο Θεός ευλογία όπως στον παππού. Γι’ αυτό το έκανα, γιαγιά μου, της απάντησα.
Κι εκείνη, από τη συγκίνησή της, δάκρυσε.

Ο παππούς διάβαζε πολλά ιστορικά βιβλία και συνέθετε στίχους. Αν και ακόμη δεν γνώριζα να γράφω, του έλεγα το δικό μου ποιηματάκι, εκείνος το έγραφε σε χαρτί και μου το έδινε. Μου είχε πλέξει η γιαγιά ένα τσαντάκι και μέσα θησαύριζα τις πρώτες μου δημιουργίες. Γι’ αυτό μην απορείτε που δεν θέλω τίποτα άλλο από την κληρονομιά του παππού μου, παρά μόνο το μπουζούκι του.

— Νομίζαμε πως, επειδή είσαι μουσικός, γι’ αυτό ενδιαφέρεσαι. Αλλά εσύ είσαι δασκάλα πιάνου…
— Δεν είναι το μπουζούκι του παππού Ηλία ένα απλό μουσικό όργανο. Είναι η ίδια του η ψυχή, όπως αναδύεται μέσα από τη μουσική του έκφραση στη μνήμη μου. Είναι η δημιουργικότητά του, είναι η ανταμοιβή του για τον καθημερινό μόχθο του, είναι η γοητευτική παρουσίαση μιας απαιτητικής ζωής που με ήθος υπηρέτησε. Αλλά δεν θέλω μόνο το μπουζούκι του παππού μου· θέλω και όλα τα ποιήματά του. Τον γραπτό του λόγο να με συντροφεύει στα δικά μου ποιητικά εγχειρήματα.

— Θα ήταν υπερήφανος ο παππούς σου αν ζούσε και έβλεπε τι φτερά έλαβε η μεταλαμπάδευση της δημιουργικής του φλόγας.
— Με δίδαξε πολλά. Και μηχανικές γνώσεις μου έδωσε. Δεν είμαι μόνο δασκάλα πιάνου και λογοτέχνης, αλλά μάστορας και υδραυλικός, όταν χρειάζεται, μπροστά στις απρόσμενες εκπλήξεις της ζωής. Μαζί φτιάξαμε ένα παιδικό ποδήλατο και ένα μεταλλικό κρεβάτι με ψηλό κεφαλάρι για να κοιμάται μια μικρή πριγκίπισσα. Ο παππούς έκτισε κι ένα ακόμη δωμάτιο στο σπίτι, με θέα τον Ταΰγετο και φωτεινό μπαλκόνι, για να παίζω εκεί και να ασχολούμαι με τις παιδικές δημιουργίες μου.

— Και πώς δεν ζητάς το παιδικό δωμάτιο, αλλά επιμένεις στο μπουζούκι και στα ποιήματα;
— Γιατί, όπου πάω κι όπου βρίσκομαι, θέλω τον παππού και τη γιαγιά κοντά μου. Να αισθάνομαι ότι τους φέρω μέσα μου.

— Έλαβες το δεύτερο βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Γιάννη Σκαρίμπα για το ποίημά σου «Της Μοναξιάς τ’ Αηδόνια». Τι σε ενέπνευσε;
— Είναι εκείνο το πολύτιμο και ανεπανάληπτο που άφησε η σφραγίδα του παππού μου στην ψυχή μου· που έφυγε, αλλά υπάρχει στο αιώνιο παρόν και είναι μέρος του είναι μου. Είναι υμνική η σύνδεση με το θείον εντός μου.

— Η ποίησή σου, λένε οι κριτικοί, είναι μεταφυσική λυρική. Δείχνει ωριμότητα λόγου, φιλοσοφική και θεολογική γνώση και αναφέρεται στο είναι και όχι στο γήινο παρόν.
— Ο παππούς μου υπάρχει. Είναι. Αλλά, για να ακούσει κανείς αυτό το αηδόνι, πρέπει να ελευθερωθεί από το πλαίσιο της εξάρτησης πεδίου, να σπάσει τα δεσμά της υλιστικής του προσκόλλησης. Ένας εσωτερικός διάλογος είναι αυτή η σύνθεση. Στη μνήμη του παππού Ηλία είναι αφιερωμένο το ποίημα.


                                             Φωτό: Γύρω από τη Μουσική


ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ Τ’ ΑΗΔΟΝΙΑ

Πες μου για τ’ όνειρο που ψάχνω αν προχωράω καλά
ή αν έχω πάρει τη στροφή της προσμονής μου, πάλι, λάθος.
Πες μου αν οι δρόμοι της καρδιάς μου οδηγούν ως τα σκαλιά
των ουρανών που χρωματίζουν της ζωής το βάθος.

Κάποιος δραπέτης-ποιητής μου είχε πει, μια φορά,
πως η ελεύθερη ψυχή σπάει τα κάγκελα της βίας
και πως το βλέμμα της τη νύχτα στρέφει πάντοτε ψηλά,
το φως — ξανά — γυρεύοντας μίας θείας Πολιτείας.

Πως σαγηνεύει τις σκιές — ποτέ της υποχθόνια —
μ’ ένα καθρέφτισμα βαθύ, που αναγεννά τα σωθικά σου
και τα φτερά της λογικής σου δίνει, τα αιώνια,
στη γη να σπέρνεις στοχασμούς, στο φως τ’ ανθίσματά σου.

Μου είχε πει την τόλμη της ότι μετράει με βροχές
και τις ανάσες με την ένταση της πιο ηχηρής πληγής της,
πως κάθε μέρα ανατέλλει μες τον Κόσμο δυο φορές —
η μια φορά ειν’ του έρωτα κι η άλλη της σιγής της.

Στο τέλος μου είπε πως το εύρος της φωνής της απηχεί
τις εμπειρίες που γεννιούνται απ’ της υπομονής το σώμα
και πως οι άνεμοι εντός της επιστρέφουν κάθε αυγή
στις θάλασσες που κελαηδούν της μοναξιάς τ’ αηδόνια.

— Λένε οι κριτικοί ότι στο ποίημα αυτό διακρίνονται:
η εσωτερική αναζήτηση του Σεφέρη, το φως και η μεταφυσική καθαρότητα του Ελύτη, το υψηλό ύφος του Σολωμού, ο ρυθμός και ο μυστικισμός της χριστιανικής υμνολογίας, η ιδέα του φωτός και της ανόδου πλατωνικά. Το ποίημα αυτό δεν είναι κάποια αντιγραφή, αλλά μια πολιτισμική συνομιλία.
— Έλεος! Ο παππούς μου τι θα έλεγε;
— Τι θα έλεγε;
— Το ποίημα αυτό είναι της Ευτυχίας!

-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου