Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Το Φως της Κυριακής

          

                                                               Φωτογραφίες: Chatgpt


Η Κυριακή που δεν έφυγε

Κάποτε, η Κυριακή στη γειτονιά  της Μαρίας είχε τον δικό της ήχο – τον χτύπο της καμπάνας που δεν έπεφτε στο κενό, αλλά συναντούσε τα βήματα των ανθρώπων στα πλακόστρωτα. Ο ήχος γέμιζε την πόλη με μια αίσθηση προσμονής. Τα παιδιά φορούσαν τα καλά τους, οι ηλικιωμένοι ξεκίναγαν τις βόλτες τους, και τα γέλια από τα καφενεία της γειτονιάς έμοιαζαν με μελωδία που έδενε την κοινότητα. Σήμερα, οι δρόμοι ήταν άδειοι. Τα παράθυρα κλειστά, και η σιωπή βαριά, σαν κουρτίνα που απορροφά κάθε ήχο. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η βοή των αυτοκινήτων που περνούσαν βιαστικά, για να προλάβουν… το τίποτα.

Μα ακόμα και σε αυτή τη σιωπή, η Κυριακή είχε τη δική της φλόγα. Όχι για τον κόσμο που έφυγε, αλλά τους λίγους που έμειναν στην εκκλησία. Εκείνος  ο μικρός ναός στη γωνία, με τα σπασμένα πλακάκια στον προαύλιο χώρο, έμοιαζε εγκαταλειμμένος. Και όμως, μέσα του υπήρχε ζωή. Μια ζωή που δεν τη μετρούσε το πλήθος, αλλά η αφοσίωση των λιγοστών και ευσεβών πιστών, καθώς και του σεπτού ιερέα.



Η Μαρία, μια γλυκιά γυναίκα με πλούσια μαλλιά που δεν είχαν γκριζάρει παρά τα 60 χρόνια της  όπως η ψυχή της από τις δυσκολίες της ζωής , περπατούσε αργά προς τον δρόμο της μικρής εκκλησίας. Το βλέμμα της  περιεργαζόταν τον άδειο χώρο γύρω της, αλλά δεν ένιωθε μοναξιά. Ίσα-ίσα, ένιωθε μια ανεξήγητη δύναμη που γεννιόταν μέσα της. Κάθε βήμα ήταν σαν να ξαναέδινε ζωή στη σιωπή, σαν να υπενθύμιζε στον κόσμο ότι η Κυριακή δεν είναι ημερομηνία, αλλά στιγμή  φλόγας θείας.

Μπήκε στην εκκλησία και στάθηκε μπροστά από τα παλιά ξύλινα στασίδια. Ο ήχος των βημάτων της, που αντήχησε στον κενό ναό, γέμισε τον χώρο σαν ένα ανεπαίσθητο τραγούδι. Η Μαρία δεν ήρθε για να λειτουργηθεί με τα λόγια που ξέρει ο κόσμος, αλλά για να αισθανθεί την Κυριακή του Χριστού μέσα της. Το φως του ηλίου που έμπαινε από τα παράθυρα έπαιζε πάνω στο πρόσωπό της, δημιουργώντας μικρές εκρήξεις χρωμάτων που αντανακλούσαν πάνω στο μάρμαρο.Μόνος του ο σεπτός παπα-Ηλίας με έναν νεαρό ψάλτη εκτελούσαν τα ιερατικά τους καθήκοντα.

Στον απέναντι πάγκο,  ένας κύριος καθόταν σιωπηλός, σαν να περίμενε κάποιον να του δώσει ζωή.Η Μαρία προσκύνησε,  άναψε κερί και καθισε σε ένα στασίδι με ευλάβεια. Μετά την απόλυση, μαζί με το αντίδωρο, άκουσε   σαν προσευχή τον λόγο του πατρός Ηλία: «Κάποτε, εδώ υπήρχε πλήθος,» είπε  απολογητικά σαν ψίθυρο. «Τώρα, υπάρχουν λίγοι… αλλά οι λίγοι κρατούν τη  φλόγα ζωντανή σε τούτο τον ευλογημένο του Θεού οίκο.»

Η Μαρία κούνησε καταφατικά το κεφάλι της , χαμογέλσε ευγενικά, ύστερα γύρισε και κοίταξε τα άδεια στασίδια. Σκεφτόταν τους ανθρώπους που είχαν πάψει να περιμένουν. Τους νέους που προτίμησαν τις οθόνες των κινητών από τις κουβέντες με τους γείτονες. Τους γονείς που αντάλλαξαν το κοινό τραπέζι  της Κυριακής με το γρήγορο delivery. Και συνειδητοποίησε ότι η Κυριακή δεν είχε χάσει τη μαγεία της· οι άνθρωποι είχαν απλώς ξεχάσει να  περιμένουν την Θεία Ευχαριστία.

«Κι όμως,» συνέχισε ο παπα-Ηλίας, «κάθε φορά που  εκκλησιάζεται ένας πιστός, τον φωτίζει μέσα του το φως της Κυριακής Προσευχής.   Αρκεί η καρδιά του να είναι ανοιχτή κια δεκτική προς τον Κύριο.»

Η Μαρία χαμογέλασε. Ήξερε πως αυτό που έλειπε από τον κόσμο δεν ήταν η πίστη, αλλά η προσμονή. Το να περιμένεις κάτι με χαρά, να νιώθεις ότι υπάρχει μια στιγμή στο χρόνο που αξίζει να τη ζήσεις χωρίς βιασύνη, χωρίς πίεση. Και η Κυριακή ήταν ακριβώς αυτό: μια στιγμή που καθαρίζει τον άνθρωπο ψυχοσωματικά από την κούραση, που δίνει χώρο στο θείο φως να εισέλθει στην καρδιά, που υπενθυμίζει ότι η ζωή δεν είναι μόνο οι μέρες της καθημερινότητας που περνούν χωρίς νόημα σωτηρίας, αλλά   οι στιγμές που γεμίζουν με θείο φως την ψυχή.

 Έκλεισε τα μάτια της  και άκουσε τον ήχο της σιωπής. Δεν ήταν πια άδειος· είχε ρυθμό, σαν τον χτύπο της καρδιάς ενός κόσμου που δεν έχει εγκαταλειφθεί εντελώς. Κι εκείνη η σιωπή έγινε προσευχή. Μια προσευχή που δεν ζητούσε, αλλά έδινε.Ήταν το κίνητρο για να αναλάβει δράση και να φέρει  τους γείτονές της στην εκκλησία.

Όταν βγήκε από  τον ιερό ναό, ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει ψηλά. Οι δρόμοι παρέμεναν άδειοι, αλλά η Μαρία δεν ένιωσε πια μόνη. Η Κυριακή υπήρχε μέσα της, και μαζί με αυτήν, η δύναμη να ξαναδώσει νόημα στις στιγμές που  φαίνονταν να χάνονται. Κάθε της βήμα ήταν ένα μικρό θαύμα, ένα μικρό σημάδι ζωής μέσα στο κενό. Κι έτσι, με έναν ήσυχο, αθόρυβο τρόπο, η Κυριακή  ενώθηκε με την κοινωνική της δράση.



Η Κυριακή που ξαναγεννιέται

Την επόμενη Κυριακή, η Μαρία σηκώθηκε νωρίς. Υπήρχε κάτι στο φως της αυγής που την καλούσε να ξαναβρεθεί στον ίδιο δρόμο. Αυτή τη φορά, όμως, δεν ήταν μόνη. Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα παλιά πλακάκια, και για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων περπατούσε μαζί της προς την εκκλησία, φορούσαν τα καλά τους και χαμογελούσαν ελεύθερα.

Μέσα στον ιερό ναό, οι πρώτες καμπάνες αντήχησαν, όχι σαν κενός ήχος, αλλά σαν χαιρετισμός στους πιστούς που επέλεγαν να ξαναζήσουν τη στιγμή. Σιγά-σιγά, πρόσωπα εμφανίζονταν από τα στενά δρομάκια της γειτονιάς, ντυμένα με φροντίδα και χαρά, σαν να αναγνώριζαν την Κυριακή ως στιγμή δική τους, προσωπική και κοινή ταυτόχρονα.

Η Μαρία κάθισε στο ίδιο ξύλινο στασίδι, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο η φλόγα μέσα της που άναβε·  το θείο φως λάμπρυνε όλους γύρω της. Κάθε βλέμμα που συναντούσε, κάθε χαμόγελο που ανταπέδιδε, έκανε τον χώρο ζωντανό. Η Εκκλησία ήταν πρόσωπα. Κάθε άνθρωπος που προσερχόταν, κάθε χέρι που έπιανε το άλλο, κάθε ψίθυρος προσευχής, γέμιζε τον χώρο με την αίσθηση της αληθινής κοινότητας.

Μικρά παιδιά έτρεχαν ανάμεσα στα στασίδια, ενώ οι γονείς τους, ντυμένοι με φροντίδα και αγάπη, παρακολουθούσαν, γεμάτοι υπερηφάνεια. Οι ηλικιωμένοι κάθονταν σταθερά, τα μάτια τους ήταν φωτισμένα από τη χαρά της συνάντησης. Ο παπα-Ηλίας στάθηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα, αλλά δεν ήταν πια ο μόνος που προσευχόταν· κάθε ψυχή γύρω του ήταν μέρος της ίδιας προσευχής. Η Εκκλησία είχε γίνει ένα σώμα — όχι απλά ως δόγμα, αλλά ως αληθινή εμπειρία: το σώμα του Χριστού μέσα στις καρδιές των ανθρώπων που ξαναγνώριζαν ο ένας τον άλλο, καθώς τους τύλιγε η σταυρική αγάπη του Χριστού.

Η Μαρία κοίταξε τη γυναίκα που καθόταν απέναντί της και ένιωσε τη ζεστασιά του βλέμματός της να φωτίζει το δικό της πρόσωπο. Ήταν αυτός ο μικρός, σχεδόν ανεπαίσθητος χορός φωτός που έκανε την Κυριακή τόσο μοναδική. Ένιωθε πως δεν προσευχόταν μόνη· η προσευχή γινόταν διάλογος, αγκαλιά, κοινή χαρά. Κάθε «Καλημέρα» και κάθε χαμόγελο ήταν μέρος ενός σώματος που αναγεννιόταν από μέσα προς τα έξω σε όλο το σώμα της εκκλησίας.

Μετά την απόλυση, ο κόσμος δεν έφυγε βιαστικά.  Έμειναν στον αυλόγυρο, συζητούσαν, γελούσαν, μοιράζονταν μικρές ιστορίες της εβδομάδας μαζί με γλυκίσματα. Τα παιδιά έπαιζαν γύρω από τα πόδια των μεγάλων, και οι φωνές τους ήταν μουσική που έκανε τις καμπάνες να μοιάζουν ως πρόλογος σε κάτι μεγαλύτερο που θα ερχόταν. Η Μαρία ένιωσε πως η Κυριακή είχε πια σχήμα· δεν ήταν απλώς ημέρα της εβδομάδας σε μία απρόσωπη πόλη, αλλά κοινή στιγμή ζωής, πίστης και ελπίδας για την ενορία της. 

Καθώς  περπατούσε στον ήλιο κοίταζε τα δρομάκια. Δεν ήταν πια άδεια. Κάθε πρόσωπο που έφευγε από την εκκλησία κουβαλούσε μαζί του ένα κομμάτι φωτός, μια υπόσχεση ότι η Κυριακή δεν θα σβήσει ποτέ ξανά. Και μέσα σε αυτή  τη μαγεία, η πίστη, η αγάπη και η ελπίδα αποκτούσαν σάρκα και όνομα. Οι άνθρωποι έγιναν πρόσωπα· και τα πρόσωπα έδωσαν πνοή στην εκκλησία σαν να ήταν πάντα εκεί, απλώς χρειαζόταν κάποιος να  τους θυμήσει το Φως της Κυριακής.

Η Κυριακή που φωτίζει πρόσωπα

Μερικές Κυριακές αργότερα, η μικρή εκκλησία δεν έμοιαζε πλέον με σκηνικό παρελθοντικών εποχών. Οι δρόμοι γύρω της γέμισαν ήχους και φωνές, και η πόλη έμοιαζε να ξαναγεννιέται. Οι καμπάνες χτυπούσαν δυνατά, και για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ο ήχος τους δεν φαινόταν μοναχικός· συνάντησε τα βήματα των ανθρώπων που έρχονταν ντυμένοι στα καλά τους, με   προσμονή και χαμόγελα.

Η Μαρία περπατούσε ανάμεσα στα στασίδια, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνη. Οι γείτονες, φίλοι και ξένοι που είχαν επιστρέψει, κάθονταν δίπλα της, ανταλλάσσοντας βλέμματα γεμάτα ζεστασιά. Κάθε πρόσωπο ήταν φωτεινό· κάθε ματιά που συναντούσε τη δικά της, φώτιζε την καρδιά της σαν   Αναστάσεως λαμπάδα. Η Εκκλησία είχε γίνει κάτι περισσότερο από χώρος: είχε γίνει σώμα, ζωντανό, με τις καρδιές να χτυπούν μαζί στον ίδιο ρυθμό της αγάπης του Χριστού.

Τα παιδιά γελούσαν τριγύρω, τρέχοντας ανάμεσα στα στασίδια, και οι γονείς τους παρακολουθούσαν με μάτια που έλαμπαν. Δεν υπήρχε βιασύνη· δεν υπήρχε κούραση. Υπήρχε μόνο η στιγμή, η Κυριακή, η κοινότητα, η πίστη που αποκτούσε σάρκα μέσα από κάθε βλέμμα, κάθε χαμόγελο, κάθε απλή χειραψία. Οι άνθρωποι δεν ήταν πια  άτομα ή αριθμοί· ήταν πρόσωπα, ζωντανά και φωτεινά, που έκαναν την Εκκλησία να ανασαίνει μαζί τους.

Ο παπα-Ηλίας στάθηκε στην Αγία Τράπεζα, και αυτή τη φορά δεν ήταν μόνος· κάθε ψυχή μέσα στον ναό ήταν μαζί του. Όταν άνοιξε τα χέρια του, ήταν σαν να άγγιζε κάθε καρδιά ξεχωριστά, ενώ τα βλέμματα των πιστών αντάλλασσαν τη χαρά και την πίστη, μετατρέποντας τον χώρο σε μια ζωντανή μετοχή της αγάπης του Χριστού. Η λειτουργία δεν ήταν πια απλώς τελετή· ήταν συλλογική ανάσα, κοινή προσευχή, κοινή ζωή.

Η Μαρία κοίταξε  την ηλικιωμένη κυρία που καθόταν δίπλα της και γέλασε μαζί της. Το χαμόγελό της, καθρέφτης του δικού της, ήταν από μόνο του μια προσευχή.   Τα παιδιά, οι νέοι — όλοι μαζί δημιουργούσαν μια αρμονία που έκανε τη σιωπή των προηγούμενων χρόνων να μοιάζει σαν όνειρο που πέρασε. Τώρα η Κυριακή είχε ξαναβρεί το νόημά της: το να περιμένεις με χαρά, να συναντάς το βλέμμα του άλλου, να γίνεσαι μέρος ενός συνόλου που δίνει ζωή και θείο φως.

Η Μαρία ένιωσε μέσα της την πλήρη χαρά της Κυριακής: όχι την κούραση, όχι την απουσία, αλλά την πληρότητα που φέρνει η αληθινή κοινότητα. Κάθε πρόσωπο γύρω της ήταν φως, κάθε καρδιά χτυπούσε στον ίδιο ρυθμό, και η πίστη είχε γίνει κοινή εμπειρία.

Καθώς ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, στάθηκε στην είσοδο της εκκλησίας και κοίταξε τους δρόμους. Δεν ήταν πια άδειοι· κάθε βήμα που απομακρυνόταν από τον ναό άφηνε πίσω του φως, χαρά και ελπίδα. Η Κυριακή δεν ήταν απλώς ημέρα· ήταν ζωντανό σώμα, φλόγα που κανείς δεν μπορούσε να σβήσει. Και σε αυτή τη φλόγα, οι άνθρωποι έγιναν πρόσωπα, και τα πρόσωπα έγιναν καρδιά κοινότητας, έτοιμη να φωτίζει κάθε Κυριακή που θα ακολουθούσε.

 Η Κυριακή είχε ξαναγεννηθεί, και αυτή τη φορά δεν υπήρχε δρόμος άδειος, ούτε καρδιά μοναχική. Κάθε βλέμμα, κάθε χειρονομία, κάθε χαμόγελο ήταν μια υπόσχεση: η πίστη, η αγάπη και η ελπίδα δεν ήταν ποτέ χαμένες· περίμεναν μόνο κάποιον να τις ξαναθυμηθεί. Και η Μαρία ήξερε πως ήταν εκείνη και οι άλλοι πιστοί που το είχαν κάνει. Κάθε Κυριακή πια ήταν γιορτή, και η γιορτή ζούσε στα πρόσωπα των  πιστών, φωτίζοντας τον κόσμο γύρω τους.



Επίλογος: Το φως που μένει

Όταν η Μαρία γύρισε σπίτι της εκείνο το μεσημέρι, δεν ένιωθε την κούραση των προηγούμενων Κυριακών. Στον δρόμο, τα πρόσωπα των γειτόνων και των φίλων φωτίζονταν ακόμα από  την ευλογία της θείας λειτουργίας. Κάθε βλέμμα που συναντούσε αντανακλούσε κάτι μεγαλύτερο: την πίστη, την αγάπη, την ελπίδα, την κοινότητα.

Στο μπαλκόνι της, στάθηκε για λίγο και κοίταξε τον ήλιο που έπεφτε πάνω στην πόλη. Οι δρόμοι δεν ήταν πια άδειοι· τα σπίτια, οι αυλές, οι πλατείες έμοιαζαν να χορεύουν με τις στιγμές που μόλις είχαν μοιραστεί οι άνθρωποι. Η Κυριακή δεν ήταν απλώς μέρα· ήταν φλόγα που ζούσε στα βλέμματα, στις αγκαλιές, στην καρδιά της κοινότητας.

Η Μαρία χαμογέλασε, γνωρίζοντας πως κάθε Κυριακή, όσο μικρή ή μεγάλη, μπορούσε να ξαναγεννά τη ζωή μέσα στον κόσμο γύρω της. Αρκούσε να υπάρχει κάποιος που θα περίμενε, που θα άνοιγε την καρδιά του και θα συναντούσε τα πρόσωπα των άλλων. Κι έτσι, η Κυριακή συνέχιζε να ζει, όχι μόνο στις καμπάνες και στους ναούς, αλλά στα βλέμματα και στα χαμόγελα των ανθρώπων.

 Εκεί, στο  ιλαρό φως του απογεύματος, η Μαρία ένιωσε  δυνατά την ελπίδα του Θεού που πάντα υπήρχε μέσα της — και την αγάπη του Χριστού μέσα σε κάθε Κυριακή που θα ερχόταν.

-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου