Στα ήσυχα περίχωρα της Άρτας, λίγο έξω από την ιστορική κωμόπολη της Πέττας, στέκεται σαν προσευχή μέσα στον χρόνο μια μικρή μονή. Το «Θεοτοκιό». Κάποτε υπήρξε μεγάλο μοναστήρι του 14ου αιώνα· τώρα πιο λιτό, σαν να έχει μικρύνει επίτηδες για να χωρέσει καλύτερα το μυστήριο της θείας χάριτος.
Εκεί ζούσε μόνη της η Γερόντισσα Μαριάμ.
Μικρόσωμη στο σώμα, σχεδόν παιδική στο ανάστημα, μα μεγαλόπρεπη στην πίστη. Όσοι την έβλεπαν πρώτη φορά δυσκολεύονταν να πιστέψουν πως αυτή η ασκητική μορφή, με το χαμόγελο της απλότητας, βαστούσε μέσα της τέτοιο πλούτο πνευματικό. Το κελλάκι της λιτό, η προσευχή της αδιάλειπτη, και η καρδιά της ολόκληρη δοσμένη στην Παναγία.
Όταν ήταν νεότερη, άναβε το καντήλι στο τέμπλο ανεβαίνοντας σε μια μικρή ξύλινη σκάλα. Μα τα χρόνια πέρασαν, τα γόνατα βάρυναν, και ο φόβος της ζάλης τής ψιθύριζε προσοχή. Τότε, με την απλότητα παιδιού και την παρρησία αγίας, στάθηκε μπροστά στην εικόνα και είπε χαμηλόφωνα:
— Παναγία μου, κατέβασε το καντηλάκι σου να το ανάψω.
Και η Μητέρα άκουσε.
Το καντήλι κατέβαινε μόνο του. Η φλόγα άναβε από τα τρεμάμενα, μα γεμάτα πίστη χέρια της Γερόντισσας, κι έπειτα το καντήλι ανέβαινε πάλι στη θέση του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε παράξενο. Για τη Μαριάμ, όμως, δεν ήταν θαύμα· ήταν σχέση. Ήταν αγάπη.
Τον χειμώνα, για να προστατευτεί από το κρύο, είχε μια μικρή σόμπα πετρελαίου. Έξω από το κελλάκι, ένα βαρέλι με κάνουλα φύλαγε το πετρέλαιο. Τις νύχτες, όταν η προσευχή της γινόταν πιο θερμή, άρχιζαν να ακούγονται χτυπήματα στο βαρέλι. Δεν ήταν άνθρωποι. Η ψυχή της το ήξερε.
Τα πονηρά πνεύματα προσπαθούσαν να τη φοβίσουν, να τη διακόψουν, να τη βγάλουν από την προσευχή.
Εκείνη χαμογέλασε.
— Χτυπάτε όσο θέλετε! είπε δυνατά. Κι αν σας αρέσει, πιείτε και το πετρέλαιο!
Η περιφρόνηση της ταπείνωσης τα έκαιγε περισσότερο από φωτιά. Τα χτυπήματα σταματούσαν. Η σιωπή επέστρεφε. Και η προσευχή συνεχιζόταν.
Στη Μητρόπολη Άρτας υπηρετούσε τότε ένας ευλαβής ιερομόναχος, ο πατήρ Αθανάσιος Φακίνος. Χαρούμενος, πράος και ταπεινός, αγαπούσε ιδιαίτερα τη Γερόντισσα Μαριάμ και συχνά πήγαινε στο Θεοτοκιό για να λειτουργήσει, μένοντας τη νύχτα σε ένα μικρό κελλάκι.
Ένα βράδυ έφτασε αργά. Με παιδική διάθεση, θέλησε να τη δοκιμάσει. Πλησίασε αθόρυβα το παραθυράκι της και άρχισε να χτυπά το παντζούρι, ψιθυρίζοντας με αλλοιωμένη φωνή:
— Ουουου…
Η Γερόντισσα δεν ταράχτηκε. Χωρίς δισταγμό, του φώναξε:
— Άσε τα αυτά, πατέρα Αθανάσιε! Πέρασε μέσα. Σε περιμένω!
Ο ιερομόναχος πάγωσε και ύστερα χαμογέλασε με δέος. Είχε μπροστά του μια γυναίκα μικρή στο ανάστημα, μα με πνευματική «όραση» καθαρή, φωτισμένη. Έναν κεκρυμμένο θησαυρό.
Η Γερόντισσα Μαριάμ έζησε αφανής, όπως έζησαν πολλοί άγιοι. Δεν άφησε πίσω της λόγους γραμμένους, μόνο παραδείγματα. Μικρή όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Κολοβός, μα μεγάλη στην ταπείνωση και στην εμπιστοσύνη στον Θεό. Αληθινή δούλη της Παναγίας.
Και ίσως ακόμη, στα ήσυχα βράδια της Πέττας, ένα καντήλι να τρεμοπαίζει όχι από χέρι ανθρώπινο, αλλά από αγάπη ουράνια.
Ας εύχεται για όλους μας.
Πηγή: Το διήγημα είναι βασισμένο στο βιβλίο: «Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν περίοδο ποὺ ἤμουν ἀγροτικὸς γιατρὸς στὴν περιοχὴ τῆς Ἄρτας»-Μπαλδιμτσὴς Νικόλαος, Ἰατρός.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου