Αφιερωμένο στην κα Ελένη Φειδά που τιμά τα Καλαματιανά μαντήλια στο Rhode Island των Η.Π.Α.
Την άνοιξη του 1950, όταν ο κάμπος της Μεσσηνίας άρχιζε να πρασινίζει και οι μουριές ντύνονταν ξανά με τα πρώτα τους τρυφερά φύλλα, στα σπίτια άρχιζε μια σιωπηλή κινητοποίηση. Δεν χρειαζόταν συνεννόηση· όλοι ήξεραν. Ήταν η εποχή του μεταξοσκώληκα. Η εποχή του «καματερού», όπως τον έλεγαν, όχι από κακία, αλλά από σεβασμό – γιατί ήθελε κόπο, φροντίδα και υπομονή, μα στο τέλος αντάμειβε.
Η Βαλύρα εκείνα τα χρόνια προσπαθούσε ακόμη να σταθεί όρθια. Ο πόλεμος και ο Εμφύλιος είχαν αφήσει πληγές βαθιές, όχι μόνο στα σπίτια, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων. Το μετάξι δεν ήταν πολυτέλεια· ήταν ελπίδα. Ένα συμπληρωματικό εισόδημα που μπορούσε να πληρώσει το αλεύρι, να γεμίσει το λαδικό, να μπει κάτι στην άκρη για την προίκα της κόρης.
Όλα ξεκινούσαν από τη μουριά.
Ο σπόρος έφτανε συνήθως λίγο μετά το Πάσχα. Μικροσκοπικός, σχεδόν αόρατος, σαν σκόνη. Κι όμως, μέσα του έκρυβε ολόκληρη οικονομία. Οι γυναίκες τον τύλιγαν σε καθαρά πανάκια και τον κρατούσαν κοντά στο σώμα τους, στον κόρφο ή στην αγκαλιά, για μέρες. Ήξεραν πως η θερμότητα του σώματος ήταν πιο αξιόπιστη από κάθε άλλο μέσο. Έτσι γινόταν πάντα. Έτσι είχαν μάθει από τις μάνες και τις γιαγιάδες τους.
Όταν οι πρώτες μαύρες κουκκίδες άρχιζαν να κινούνται, ξεκινούσε ο μαραθώνιος. Οι μεταξοσκώληκες μεταφέρονταν στις καλαμωτές, τα λεγόμενα «κρεβάτια», και από εκείνη τη στιγμή το σπίτι άλλαζε ρυθμό. Τα φύλλα της μουριάς κόβονταν, απλώνονταν να στεγνώσουν από την υγρασία και μετά ψιλοκόβονταν με μαχαίρια που είχαν λιώσει από τη χρήση. Το τάισμα γινόταν με ευλάβεια, σχεδόν τελετουργικά.
Οι μέρες περνούσαν μετρούμενες όχι με το ρολόι, αλλά με τις ανάγκες των σκωλήκων. Τέσσερις ύπνοι, πέντε ηλικίες. Όταν «κοιμόντουσαν», κανείς δεν τους ενοχλούσε. Όταν ξυπνούσαν, έτρωγαν ασταμάτητα. Ο ήχος από χιλιάδες μικρά σαγόνια που μασούσαν φύλλα γέμιζε το σπίτι. Ήταν ένας ήχος παράξενος, σαν ψιλή βροχή πάνω σε τσίγκο. Για τους ανθρώπους της Μεσσήνης, αυτός ο ήχος ήταν μουσική· σήμαινε πως όλα πήγαιναν καλά.
Η δουλειά δεν σταματούσε ποτέ. Μέρα και νύχτα. Τα παιδιά βοηθούσαν, κουβαλώντας φύλλα, οι ηλικιωμένοι καθάριζαν τις καλαμωτές, οι γυναίκες είχαν τον πρώτο λόγο σε όλα. Ήξεραν να ξεχωρίζουν με μια ματιά τον υγιή σκώληκα από τον άρρωστο, να ρυθμίζουν τον αέρα, να αποφεύγουν την υγρασία που μπορούσε να καταστρέψει τα πάντα.
Κάποια στιγμή, σχεδόν ανεπαίσθητα, οι σκώληκες σταματούσαν να τρώνε. Γίνονταν διάφανοι, ανήσυχοι. Τότε ερχόταν η ώρα του κλαδώματος. Ξερά κλαδιά από ρείκι ή θυμάρι τοποθετούνταν πάνω στις καλαμωτές, σχηματίζοντας μικρούς λαβυρίνθους. Οι σκώληκες ανέβαιναν εκεί και άρχιζαν το μεγάλο τους έργο. Μέσα σε λίγες μέρες, έκλειναν τον εαυτό τους σε ένα κουκούλι από καθαρό μετάξι. Λευκό ή κιτρινωπό, γυαλιστερό, σχεδόν ζωντανό.
Η συλλογή γινόταν με προσοχή. Τα κουκούλια καθαρίζονταν από τα περιττά νήματα και απλώνονταν για να «ψηθούν». Άλλοτε στον ήλιο, άλλοτε σε ειδικούς φούρνους. Ήταν σκληρή στιγμή – κανείς δεν μιλούσε για τη ζωή που χανόταν μέσα στο κουκούλι, αλλά όλοι ήξεραν πως έτσι έπρεπε να γίνει, για να μη σπάσει το νήμα.
Ο αναπηνισμός ήταν τέχνη δύσκολη. Στα καζάνια με το ζεστό νερό, οι γυναίκες έβρισκαν την άκρη της κλωστής με μια βούρτσα και την τύλιγαν στην ανέμη. Πολλά κουκούλια μαζί, ένα νήμα. Λεπτό, γερό, λαμπερό. Από εκεί, το μετάξι βαφόταν με υλικά της φύσης. Ριζάρι για το κόκκινο, καρυδότσουφλα για το καφέ, κρεμμυδόφυλλα για το χρυσαφί. Τα χρώματα δεν ήταν κραυγαλέα· ήταν γήινα, ζεστά, σαν τον τόπο μας.
Στον αργαλειό, την καρδιά του σπιτιού, το μετάξι έπαιρνε μορφή. Η σαΐτα πηγαινοερχόταν, το χτένι χτυπούσε ρυθμικά. Εκεί υφαίνονταν τα προικιά, τα μαντήλια, τα υφάσματα που θα συνόδευαν μια γυναίκα σε όλη της τη ζωή. Κάθε κομμάτι είχε ιστορία, κόπο, χρόνο.
Στα παζάρια της Μεσσήνης, το μετάξι ήταν νόμισμα. Πωλούνταν, ανταλλασσόταν, ταξίδευε ως την Καλαμάτα, στα εργοστάσια και στο Μοναστήρι των Καλογραιών, απ’ όπου τα καλαματιανά μαντήλια έφευγαν για μακριά. Η βιομηχανία έφερε νέες ευκαιρίες, αλλά και το τέλος μιας εποχής. Οι μηχανές ήταν γρήγορες, τα συνθετικά υλικά φθηνά.
Κι όμως, εκείνη η δεκαετία έμεινε χαραγμένη στη μνήμη. Γιατί ήταν η τελευταία φορά που ο κάμπος άκουγε τη «βροχή» των σκουληκιών, που τα σπίτια μύριζαν μουριά και ζεστό μετάξι. Σήμερα, λίγα κουκούλια σώζονται σε μπαούλα, λίγα υφαντά φυλάσσονται σαν θησαυροί. Μα το χρυσό νήμα στη Βαλύρα συνεχίζει να ενώνει τις γενιές, θυμίζοντας μια εποχή όπου ο μόχθος, η φύση και η υπομονή έπλεκαν μαζί την ίδια ιστορία.
Μέρος 2ο: Από τον Αργαλειό στη Βιομηχανία
Μετά τον αναπηνισμό και τη βαφή, το μετάξι δεν γινόταν απλώς νήμα· γινόταν ζωή στα χέρια των γυναικών. Κάθε κατώγι στη Βαλύρα είχε τον δικό του αργαλειό, τη «κρεβαταριά» όπως τον έλεγαν. Τα πρωινά το φως έπεφτε πάνω στο μετάξι και οι σκιές των κλώνων έπαιζαν σαν χορευτές στον τοίχο.
Η διαδικασία ήταν αργή, προσεκτική, σχεδόν ιερή. Το στημόνι, τα κάθετα νήματα, τεντωνόταν με ακρίβεια, ενώ το υφάδι περνούσε οριζόντια ανάμεσα στις κλωστές. Η σαΐτα, το ξύλινο καραβόσχημο εργαλείο, γλιστρούσε στο λεπτό μετάξι, βοηθώντας την υφάντρα να δημιουργήσει ακριβή μοτίβα. Το χτένι κρατούσε τις κλωστές σε ίση απόσταση και τα μιτάρια, που κρεμόντουσαν από τροχαλίες, επέτρεπαν στην υφάντρα να ανεβοκατεβάζει το στημόνι με τα πατήματα. Πριν την ύφανση, το μετάξι περνούσε από την ανέμη και το τσιγκέλι, ώστε να γίνει κουβάρι και μασούρι, έτοιμο για το επόμενο βήμα.
Κι ενώ η οικογένεια ζούσε με τον ρυθμό του αργαλειού, το εμπόριο του μεταξιού άρχιζε να παίρνει μορφή. Το μεγάλο Νησιώτικο Παζάρι της Μεσσήνης, κάθε Σεπτέμβριο, γινόταν σημείο αναφοράς για τους παραγωγούς. Εκεί, έμποροι από όλη την Ελλάδα αγόραζαν τα «ψημένα» κουκούλια και τα έτοιμα νήματα, που στη συνέχεια ταξίδευαν στα λιμάνια της Καλαμάτας και του Αλμυρού. Το μετάξι λειτουργούσε σαν χρήμα· στα τοπικά παντοπωλεία μπορούσε να ανταλλαχθεί για αλεύρι, λάδι ή άλλα αγαθά πρώτης ανάγκης.
Μια ξεχωριστή θέση είχε το Μοναστήρι των Καλογραιών στην Καλαμάτα. Εκεί οι μοναχές ύφαιναν τα φημισμένα Καλαματιανά μαντήλια, και οι επισκέπτες έρχονταν από μακριά για να προμηθευτούν την καλύτερη ποιότητα. Ταυτόχρονα, στα γύρω χωριά, οι πλανόδιοι έμποροι έφερναν τα προϊόντα τους και αντάλλασσαν το μετάξι με χρήματα ή άλλα αγαθά, δημιουργώντας ένα μικρό αλλά ζωντανό δίκτυο εμπορίου που τροφοδοτούσε όλη την περιοχή.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η βιομηχανική επανάσταση άγγιξε και την Καλαμάτα. Το εργοστάσιο της Σπυρίδωνος, όπως και άλλες μονάδες μεταξουργίας, άλλαξαν για πάντα τον χάρτη της παραγωγής. Οι μηχανές ήταν γρήγορες· οι αναπηνιστές μπορούσαν να ξετυλίξουν χιλιάδες κουκούλια την ώρα, κάτι που έκανε την παραδοσιακή εργασία στο σπίτι να μοιάζει αργή και ασύμφορη. Η ποιότητα γινόταν αυστηρό κριτήριο· ζητούνταν συγκεκριμένες ράτσες μεταξοσκώληκα, λευκό κουκούλι αντί για το παραδοσιακό κίτρινο. Οι οικογενειακοί αργαλειοί άρχισαν να φθείρονται.
Η κοινωνία άλλαζε. Πολλές νέες κοπέλες εγκατέλειπαν τον οικιακό αργαλειό για να εργαστούν στα εργοστάσια. Οι οικογένειες παρακολουθούσαν, μισοχαρούμενες, μισολυπημένες. Ο παραδοσιακός τρόπος ζωής μεταμορφωνόταν· οι γυναίκες που κάποτε ύφαιναν για την προίκα και τη φήμη του σπιτιού, τώρα υπήρξαν εργάτριες σε γραμμές παραγωγής, ακολουθώντας ταχύτατους ρυθμούς μηχανών.
Η παρακμή ήρθε με το φτηνό συνθετικό μετάξι – το νάιλον και το ρεγιόν – που μείωσαν τις τιμές και τον ζήλο για την οικιακή παραγωγή. Παράλληλα, η αστικοποίηση έσυρε πολλούς Μεσσήνιους στις πόλεις, αφήνοντας μουριές ακαλλιέργητες και αργαλειούς σιωπηλούς.
Κι όμως, η δεκαετία του '50 είχε αφήσει ανεξίτηλο σημάδι. Στα μπαούλα των σπιτιών και στις συλλογές του Λαογραφικού Μουσείου Καλαμάτας, τα μεταξωτά υφαντά, λαμπερά και ζωντανά, φέρουν την ανάσα μιας εποχής που ο μόχθος και η τέχνη συναντήθηκαν. Ο ήχος των σκουληκιών, η μυρωδιά της μουριάς, η σαΐτα που χτυπούσε στο χτένι, τα παζάρια γεμάτα φωνές και ανταλλαγές – όλα αυτά συνθέτουν ένα χρυσό νήμα που ενώνει τον άνθρωπο με τη φύση και την ιστορία του τόπου του.
Η Μεσσηνία δεν ήταν μόνο ένα χωριό ή μια πόλη· ήταν ένα εργαστήριο ζωής. Και αν κάποιος σήμερα ανοίξει ένα μπαούλο, θα δει εκείνα τα μαντήλια, θα αγγίξει το νήμα και θα καταλάβει πως η ιστορία δεν γράφεται μόνο με ημερομηνίες και εργοστάσια, αλλά με τις κινήσεις των χεριών, τον ρυθμό των καρδιών και την υπομονή μιας ολόκληρης κοινωνίας.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου