Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Στης Βαλύρας τα ευλογημένα κατώγια

                               

                                                                 Φωτό: Ζωή στο Χωριό


Στης Βαλύρας τα κατώγια, εκεί όπου το χώμα μύριζε υγρασία, παλιό σιτάρι, κι ο καπνός από το τζάκι σκαρφάλωνε αργά στις μαυρισμένες δοκούς, οι μέρες κυλούσαν με το ρυθμό του αργαλειού και το τρίξιμο των ξύλων. Ο χειμώνας είχε σφίξει για τα καλά, κι οι γυναίκες πάλευαν με τη φωτιά, το νήμα και τον χρόνο.

—Έλα, Σταχτομάρω μου, που όλο με τα ξύλα παλεύεις στο τζάκι και στην αυλή. Σε περιμένω από το πρωί. Δεν είπαμε σήμερα να βάλουμε στη διάστρα το στημόνι, να μετρήσουμε πόσο μακρύ θα είναι το κιλίμι;

Η Βγενικούλα στεκόταν δίπλα στον αργαλειό, με τα μανίκια σηκωμένα και τα χέρια της έτοιμα για δουλειά, σαν να κρατούσαν ήδη το βάρος της ύφανσης.

—Ετοίμασε εσύ το στημόνι για τη φλοκάτη σου, Βγενικούλα, και άσε με εμένα… όταν τελειώσεις.

—Τη φλοκάτη μου την υφαίνουμε στης μάνας μου τον αργαλειό· εδώ δεν είπαμε να βάλουμε μπροστά για το κιλίμι που θέλει η εγγονή σου;


Φωτό: Pinterest


Η Σταχτομάρω χαμήλωσε το βλέμμα. Η φωνή της βάρυνε.

—Η εγγονή μου ήρθε δεκαπέντε ημέρες από τη Νέα Υόρκη και, εκεί που άρχισα να χαίρομαι που είχα το παιδί κοντά μου, τηλεφώνησε από τα ξένα και ξύπνησα μέσα στα δάκρυα.

—Τι σου είπε, δεν θέλει το κιλίμι;

—Να κάνω ό,τι με ευχαριστεί, είπε. Σιγά μην έχει τον νου της στο κιλίμι, που στο Πανεπιστήμιο  μαθαίνουν τόσα γράμματα…

—Και τι μαθαίνουν, Σταχτομάρω μου;

—Να φοράνε οι γυναίκες μηχανικοί παντελόνια και γαλότσες και να τρέχουν στα φράγματα!

—Και τι στρώνει στο σπίτι της για να ζεσταθεί;

—Καρπέτα… έτσι τα λένε. Της μηχανής είναι και σκουπίζονται με την ηλεκτρική σκούπα εύκολα, δεν χρειάζονται τίναγμα.

—Αλίμονο σε εμάς που κάθε πρωί πλαταρωνόμαστε και μας φεύγουν τα χέρια να τινάζουμε και να κτυπάμε τα στρωσίδια με τον κόπανο.


                                                          Φωτό: Pinterest


Η φωνή ενός μεσήλικα άνδρα, καθαρή και ήρεμη, ήρθε από την πόρτα.

—Το θέλω εγώ το κιλίμι, μητέρα.

Ήταν ο γιος της, ο δάσκαλος, που είχε ακούσει όλη τη συζήτηση.

—Τι να το κάνεις εσύ το κιλίμι, παιδάκι μου; Δεν έχουμε τόσα στον γιούκο από την προίκα μου; Ούτε σε τρεις ζωές δεν θα λιώσουν.

—Θέλω ένα διαφορετικό, με δικά μου χρώματα και σχέδια. Θα σου δείξω.

—Και πού θα το στρώνεις;

—Θα το κρατήσω για την προίκα μου!



Η Σταχτομάρω χαμογέλασε αμήχανα, σαν να άκουγε λόγια παλιά να ντύνονται με καινούργιο νόημα.

—Θα μου δείξει τι θέλει το παιδί και θα περάσω αύριο το πρωί από εκεί, Βγενικούλα, είπε η θεία Μάρω στο παλιό τηλέφωνο.

—Εντάξει! Καλό είναι που σκέπτεται να παντρευτεί… μην το πεις ούτε του παπά! Κάνε τον σταυρό σου, τη συμβούλεψε η Βγενικούλα.

Το κιλίμι του Χρήστου γεννήθηκε σιγά-σιγά, ανάμεσα σε αγκομαχητά και προσευχές. Σχέδια  αρχαία γεωμετρικά ξεπρόβαλλαν μέσα από το στημόνι, ώχρες ζεστές, κεραμιδί αποχρώσεις και μολυβί περιγράμματα έδεναν τον χρόνο με την παράδοση. Η μητέρα του έσκυβε με προσοχή, μετρώντας κάθε πόντο, φοβούμενη μήπως ένα λάθος την καταδικάσει στο ξήλωμα. Κι όμως, όσο κι αν σε μερικές καμπύλες δεν το γλίτωσε, το περίτεχνο δίμετρο κιλίμι ολοκληρώθηκε σε λιγότερο από έξι μήνες.


                                                            Φωτό: Pinterest



Όταν τελείωσε, με τις ευλογίες του Θεού, ο γιος της άνοιξε ένα παλιό αμερικάνικο μπαούλο, φυλαγμένο σε μια γωνιά του κατωγιού. Έβγαλε προσεκτικά όλα τα «προικιά» του και, με τη βοήθεια της μητέρας του, τοποθέτησε στον πάτο το κιλίμι, διπλωμένο μέσα σε άσπρο χασέ. Τότε το βλέμμα της θείας Μάρως έπεσε σε μια διαφανή σακούλα γεμάτη κεντήματα.  

     

                                              Νυφική μπόλια.  Φωτό: Pinterest


—Της μηχανής είναι αυτά, παιδάκι μου, ή κεντημένα στο χέρι;

—Κεντημένα στο χέρι είναι, μητέρα. Το βλέπω, πες το! Θέλεις να μάθεις πού τα βρήκα;

—Αν θέλεις, μου λες.

—Τα έχει κεντήσει παλιά η γιαγιά ενός συμφοιτητή μου. Εκείνος δεν τα ήθελε, είχε ανάγκη χρημάτων και μου τα πούλησε.

Η Σταχτομάρω χάιδεψε με τα μάτια τη λεπτοδουλειά πάνω στο εταμίν. Τα δάκρυα ήρθαν αθόρυβα, μα όταν αντίκρισε μία μεταξωτή νυφική μπόλια, υφασμένη στον αργαλειό, η καρδιά της σφίχτηκε. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε: η γιαγιά εκείνη είχε αφήσει στον εγγονό της το πιο πολύτιμο κειμήλιο —την ίδια της την ψυχή— κι εκείνος το είχε ξεπουλήσει.

—Γιέ μου, είπε στον δάσκαλο, ετούτο το έργο δεν θα έπρεπε να δεχθείς να το αγοράσεις.

—Δίκιο έχεις, μητέρα, αλλά ο συμφοιτητής μου δεν έχει τέτοιες ευαισθησίες. Δυστυχώς, τα περισσότερα έργα της γιαγιάς και της μητέρας του τα είχε κάνει να μη βλέπονται, σαν σφουγκαρόπανα.

Η Σταχτομάρω αναστέναξε βαθιά και σταύρωσε τα χέρια της.

—Τότε καλά έκανες, παιδί μου. Την ευλογία της γιαγιούλας που ύφανε αυτή τη μπόλια να έχεις.

Κι έτσι, μέσα στο μισοσκόταδο του κατωγιού, ανάμεσα σε νήματα, μνήμες και σιωπηλές ευχές, οι ψυχές των γυναικών συνέχιζαν να υφαίνονται στον χρόνο.


-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου