Στη μικρή κωμόπολη, που ήταν σκαρφαλωμένη στην πλαγιά του βουνού και τα σπίτια μύριζαν βασιλικό, ψωμί ζυμωτό και ξύλο από τα παλιά τζάκια, οι άνθρωποι της απελευθερωμένης Ελλάδας γνώριζαν ο ένας τη ζωή του άλλου χωρίς να χρειάζονται πολλές κουβέντες.
Μια ματιά από το παράθυρο, έναν αναστεναγμό στην αυλή, ένα σταμάτημα στο πηγάδι, αρκούσαν για να γεννηθούν ιστορίες. Οι παλιοί έλεγαν πως ο άνθρωπος μιλάει όχι μόνο με το στόμα, αλλά και με τα χέρια, τα μάτια και τη σιωπή .
Κι ανάμεσα σε όλα αυτά τα σιωπηλά σημάδια υπήρχε μια παλιά βεντάλια, μίας νεαρής κυράς καλοαναθρεμμένης, θεοσεβούς , κόρης μεγάλης αρχόντισσας.
Δεν ήταν από εκείνες τις γνωστές βεντάλιες των αρχοντικών σαλονιών, που οι κυρίες του 19ου αιώνα τις κουνούσαν στα χοροστάσια και έστελναν μηνύματα κρυφά στους αγαπημένους τους. Δεν ήταν μια βεντάλια που κάποιος θα μπορούσε εύκολα να αποκωδικοποιήσει.