Φωτογραφίες: lyrasi.blogspot.com
Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή ενός τόπου και αφήνουν πίσω τους μονάχα το όνομά τους. Κι υπάρχουν κι εκείνοι που γίνονται κομμάτι της μνήμης του, μορφές αγαπημένες, σχεδόν μυθικές, που κάθε φορά που τις θυμάσαι είναι σαν να ξανανοίγει ένα παλιό παράθυρο και να μπαίνει μέσα το φως μιας άλλης εποχής. Μια τέτοια μορφή, από τις πλέον αγαπημένες και αλησμόνητες της λαογραφίας της Βαλύρας, ήταν ο αείμνηστος Μίμης Μπουζαλάς.
Για τα παιδιά του Μπιζανίου, ο μπάρμπα Μίμης δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος του χωριού. Ήταν η έκπληξη και η χαρά, η γλυκιά δραπέτευση από τη ρουτίνα, το καλοκαίρι με όλη του τη ζεστασιά και, μαζί, μια μικρή ελπίδα πως ο κόσμος των μεγάλων μπορούσε να έχει καλοσύνη, γενναιοδωρία και χαμόγελο.
Ιδίως στις διακοπές, οι μικροί του συνοδοί δεν τον άφηναν ήσυχο. Τον ακολουθούσαν στις γειτονιές, στα πεζούλια, στα χωράφια, στους δρόμους που μύριζαν χώμα και βασιλικό. Εκείνος, όμως, ποτέ δεν ενοχλούνταν. Αντίθετα, είχε έναν μαγικό τρόπο να προσελκύει τα παιδιά και να τα κάνει να νιώθουν πως κοντά του είχαν βρει έναν δικό τους άνθρωπο.
Και τότε ερχόταν η ώρα για το καρπούζι.