Ανήμερα της εορτής της μνήμης της Γενέσεως του Τιμίου Προδρόμου, 24 Ιουνίου 2026, το παλιό πέτρινο ξωκκλήσι του Αγίου Ιωάννου Ριγανά, στους πρόποδες της Ιθώμης, στεκόταν αγέρωχο μέσα στο καλοκαιρινό φως. Από την ανατολική του πλευρά ατενίζει τον απέραντο Μεσσηνιακό κάμπο και τον γαλάζιο όγκο του Ταϋγέτου, ενώ προς τα δυτικά αγκαλιάζει με το βλέμμα την Ιερά Μονή της Παναγίας Βουλκανιωτίσσης, στο διάσελο της Εύας και της Ιθώμης. Γύρω του θυμάρια, ρίγανες και αγριολούλουδα μοσχοβολούν κάτω από τον ήλιο του Ιουνίου.
Από την πλατεία της Βαλύρας, πριν ο ήλιος καθίσει στο μεσημεριανό τραπέζι, είχε ξεκινήσει μια ηλικιωμένη προσκυνήτρια. Στηριζόταν στη μαγκούρα της και κουβαλούσε λίγα εφόδια, μα κυρίως κουβαλούσε ένα τάμα σαράντα ολόκληρων χρόνων.
Όταν ήταν νέα ακόμη, είχε παρακαλέσει τον Θεό:
«Αξίωσέ με, όταν πάρω τη σύνταξή μου, να ανέβω ανήμερα στο ξωκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Ριγανά, στη γενέτειρά μου Βαλύρα, και να προσκυνήσω.»