Μέρος Α΄
Η κυρία Ελένη δεν θυμόταν να είχε υπάρξει ποτέ πραγματικά νέα. Από το σπίτι του πατέρα της βρέθηκε σχεδόν παιδί ακόμη στο σπίτι του άντρα της, σαν να την είχε προσπεράσει η νιότη βιαστικά, αφήνοντάς της μόνο τη γλύκα των ονείρων που δεν πρόλαβαν να ανθίσουν.
Ήταν το σωτήριον έτος 1957 όταν παντρεύτηκε τον Χρήστο, έναν άνθρωπο τίμιο, εργατικό και σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερό της. Εκείνος ήταν μαρμαράς. Από τα χαράματα ως το μεσημέρι πάλευε με την πέτρα, σμιλεύοντας μάρμαρα για εκκλησιές, μνήματα και σπίτια. Η άσπρη σκόνη κόλλαγε στα μαλλιά, στα φρύδια και στις παλάμες του, σαν να κουβαλούσε πάντοτε επάνω του λίγη από την ασπράδα των βουνών.
Δεν ήταν άνθρωπος των πολλών λόγων. Όταν γύριζε στο σπίτι, άφηνε ήσυχα το τραγιασμένο του καπέλο στο καρφί δίπλα στην πόρτα, έπλενε προσεκτικά τα χέρια του και καθόταν στο τραπέζι.
—Κουράστηκες, Ελένη; τη ρωτούσε καμιά φορά.
Εκείνη χαμογελούσε.
—Όχι... καλά είμαι.
Το έλεγε τόσο αυθόρμητα, που στο τέλος το πίστευε και η ίδια.
Μόνο όταν έμενε μόνη αναρωτιόταν:
«Πότε ήταν, άραγε, η τελευταία φορά που είπα πως κουράστηκα;»