Στα παλιά χρόνια, όταν τα παιδικά παπούτσια δεν είχαν τίποτα από τα εύκολα αυτοκόλλητα ή τα ελαστικά που απλώς τα φοράς και φεύγεις, υπήρχε μια μικρή καθημερινή δοκιμασία που έμοιαζε με τελετουργία. Τα κορδόνια. Δύο χοντρές κλωστές που έπρεπε να δεθούν σωστά, αλλιώς το παιδί κινδύνευε να σκοντάψει, να γεμίσει λάσπες ή να γυρίσει σπίτι με το βλέμμα της αποτυχίας και τα γόνατα γρατζουνισμένα.
Στην ύπαιθρο εκείνων των χρόνων, όπου το νηπιαγωγείο ήταν πολυτέλεια ή απλώς δεν υπήρχε, τα παιδιά πήγαιναν κατευθείαν στο Δημοτικό. Κι έτσι οι γονείς είχαν μια πρόσθετη αποστολή: να μάθουν στα παιδιά τους να δένουν τα κορδόνια πριν ακόμα μάθουν καλά-καλά να γράφουν το όνομά τους.
«Πώς θα τον πάρουμε γαμπρό αυτόν, που δεν μπορεί να δέσει τα κορδόνια του;» έλεγαν οι γιαγιάδες με εκείνο το μισό σοβαρό, μισό αστείο ύφος, που έκρυβε πάντα μια δόση αλήθειας. Γιατί, τότε, το δέσιμο των κορδονιών δεν ήταν απλώς πρακτική δεξιότητα. Ήταν ένδειξη αυτονομίας. Ένα μικρό πέρασμα στην “μεγάλη ζωή”.