Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Στα κράσπεδα της Βουλκανιώτισσας και στα πύρινα αλώνια της Ιθώμης

 Παραμονή Δεκαπενταύγουστου, ένα επίμονο αεράκι φύσηξε στη Βαλύρα και άνοιξε αδιάκριτα τα παραθυρόφυλλα της καρδιάς. Πέρασε από τα στενά του χωριού, χάιδεψε τις αυλές, ανακάτεψε τα φύλλα των δέντρων και, σαν παλιός γνώριμος, ξύπνησε μέσα στις ψυχές εκείνες τις παιδικές, αλησμόνητες προσκυνηματικές μνήμες που ο χρόνος δεν κατάφερε να σβήσει.

Η Παναγία η Βουλκανιώτισσα καλούσε και πάλι.

Στην κορυφή της Ιθώμης, εκεί όπου η παλιά Μονή στέκει ανεμοδαρμένη, αλλά αθάνατη και φωτεινή στο πέρασμα των αιώνων, θα τελούνταν η ιερά αγρυπνία. Κι ενώ κάποιοι, εκ του ασφαλούς, με τα προηγμένα οχήματά τους θα διέσχιζαν το διάσελο της Εύας και της Ιθώμης για να φθάσουν γρήγορα στον προσκυνηματικό τους προορισμό, τρεις γυναίκες, περασμένες για τα καλά τα εξήντα, χωρίς να είναι αθλήτριες και χωρίς να υπολογίσουν την κούραση, είχαν πάρει την απόφασή τους:

Θα φθάσουμε περπατώντας από το ύψος της Νέας Μονής.

Από τη Βαλύρα μέχρι την κάτω Μονή είναι πέντε χιλιόμετρα. Μα ο δικός τους δρόμος δεν θα τελείωνε εκεί... Από τη Νέα Μονή θα έπαιρναν την ανηφορική διαδρομή προς την Παλαιά Μονή, στην κορυφή του όρους Ιθώμη. Ήξεραν πως θα ήταν ώρες περπατήματος. Ήξεραν πως ο ήλιος του Αυγούστου δεν χαρίζεται. Ήξεραν όμως και κάτι άλλο: πως ορισμένοι δρόμοι δεν μετριούνται με χιλιόμετρα, αλλά με την απόσταση που διανύει η ψυχή για να συναντήσει αυτό που αγαπά. 

Όταν το εκδρομικό λεωφορείο του κ. Σταύρου Τσουκαλά έφθασε στον προαύλιο χώρο της Νέας Μονής Βουλκάνου, οι γυναίκες κατέβηκαν μαζί με τους υπόλοιπους προσκυνητές. Μια γρήγορη γουλιά δροσερό νερό, τα σακίδια στους ώμους και η πορεία άρχισε.

Άφησαν έκπληκτους ακόμη και τους αστυνομικούς που βρίσκονταν εκεί. Τρεις κυρίες, χωρίς την προετοιμασία αθλητριών, έπαιρναν τον δρόμο για την κορυφή.

                         



Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος ανηφόριζε προς το διάσελο και από εκεί άρχιζε ο χωματόδρομος για την παλιά Ιερά Μονή Βουλκάνου. Η φύση, σε κάθε μέτρο και κάθε στροφή, αποκάλυπτε το δικό της μυστικό.



Οι μυρτιές διαδέχονταν τα σφενδάμια, τις ιτιές, τα πλατάνια και τις ελιές. Τα πουρνάρια, φορτωμένα με τον νέο καρπό της χρονιάς, έμοιαζαν να γνωρίζουν πως κάποτε από εδώ είχαν περάσει κι άλλοι προσκυνητές, με άλλα παπούτσια, άλλα ρούχα, άλλες αντοχές, αλλά με τον ίδιο πόθο. Ο παλιός κισσός στεφάνωνε ό,τι άγγιζε στο διάβα του.

Κι όσο το σώμα ανηφόριζε, τόσο η ψυχή ορθοπετούσε.



Ο κάμπος της Μεσσηνίας άνοιγε μπροστά στα μάτια τους. Κάτω απλωνόταν η γη που είχαν γνωρίσει από παιδιά, τα χωριά, οι ελιές, οι δρόμοι, οι μικρές ανθρώπινες πολιτείες. Από ψηλά όλα έμοιαζαν μικρότερα. Μόνο ο ουρανός μεγάλωνε.

Ο δεινός νους, εκείνος που θέλει όλα να τα απαθανατίζει και να τα αρχειοθετεί στη μνήμη, πανάκεια ενάντια στη λήθη του χρόνου, δεν άφηνε τα χέρια να ανασάνουν. Η φωτογραφική μηχανή και τα κινητά κατέγραφαν πέτρες, δέντρα, στροφές, ουρανό και πρόσωπα.

Ώσπου, εκεί όπου τελείωνε η ασφαλτοστρωμένη διαδρομή, ένα εικονοστάσι, άσβεστο στον χρόνο, ευλόγησε τη σιωπή.



Άναψαν το καντήλι.

Έκαναν τον σταυρό τους.

Και προχώρησαν.

Μια μικρή αχλαδιά, φορτωμένη με ζουμερούς καρπούς, τις χαιρέτησε με τα κλαδιά της σαν να τους έλεγε:

«Πάρτε κι ένα φρούτο στο σακίδιό σας. Εκεί ψηλά, ύστερα από τόσες ώρες και μετά τη νηστεία, θα πεινάσετε».

Γέλασαν.

Πήραν τόσα αχλάδια όσα χωρούσε η δεξιά τους χούφτα και συνέχισαν.

Μια γουλιά νερό για το τόλμημα της ανόδου και, σαν από θαύμα, φτερά φύτρωσαν στα πόδια τους.

Δεν ήταν μια απλή πεζοπορία. Ήταν προσκύνημα.



Οι ώρες περνούσαν. Ήξεραν πως στις επτά το απόγευμα θα τελούνταν ο Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός στην Παλαιά Μονή και πως στις έντεκα τη νύχτα θα άρχιζε η πανηγυρική αγρυπνία.  Τη σκέπη της Κεχαριτωμένης ήθελαν να την αντικρίσουν στην κορυφή, μέσα στη σιωπή της Ιθώμης, εκεί όπου η παράδοση λέγει ότι  βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, κάτω από ένα πουρνάρι με αναμμένη καντήλα στον χρόνο.

Το Ιλαρόν Φως έπεφτε σιγά-σιγά πάνω στο βουνό.



Οι πέτρες που φέρουν μνήμες δισεκατομυρίων ετών, με χέρι θείου χαράκτη λυγίζουν και καμπυλώνουν δραματικά στο διάβα.

Η διαδρομή, σαν θεία ταινία, έχει τυλίξει την ιερά Ιθώμη. Στις στροφές του δρόμου ο χώρος ανοίγει σαν αλώνι και κάτω από τον καυτό ήλιο ωριμάζει ο τίμιος ιδρώτας των προσκυνητών. Κάθε βήμα χαράζει μια μικρή ανεξίτηλη διαδρομή  σε αέναο  πεδίο.



Ο ήλιος άρχισε να ξαποσταίνει στον ορίζοντα.

Οι σκιές μάκραιναν.

Τα βήματα βάραιναν.

Μα το χτυποκάρδι δεν άφηνε περιθώριο για μεγάλα ξαποστάματα.

«Έναν γύρω και φθάνουμε!»

«Φθάνουμε!»

Το έλεγαν η μία στην άλλη σαν σύνθημα, σαν προσευχή, σαν υπόσχεση.



Περπατούσαν από τις επτά το απόγευμα και πλησίαζε δέκα η ώρα. Ώσπου μπροστά τους εμφανίστηκε η πέτρινη είσοδος του παλιού ιερού του Ιθωμάτα Δία, επιβλητική και σιωπηλή. Η ιστορία, πριν ακόμη μιλήσει η καμπάνα της Μονής, είχε ανοίξει  ενώπιόν τους ένα θείο πέρασμα.

Στα πέτρινα πεζούλια, κάτω από ένα ευλογημένο δέντρο, κάθονταν πιστοί και δρόσιζαν την αναμονή τους.

Και τότε ακούστηκε η παλιά καμπάνα.

Οι ψαλμωδίες άρχισαν να ταξιδεύουν στα πέρατα και να ανεβαίνουν ως τον έναστρο ουρανό.

Χαμήλωσε η Πούλια για να ακούσει.

Τα δέντρα ανατρίχιασαν.

Και η Ιθώμη, σαν να θυμήθηκε όλες τις γενιές που είχαν περάσει από τα χώματά της, σώπασε ακόμη περισσότερο.

Η Παναγία Βουλκανιώτισσα, περιστόλιστη και κλεισμένη στο προσκυνητάρι της, ανέδυε μύρο.


                   

 

Η μικρών διαστάσεων εικόνα, ο πνευματικός θησαυρός της Μονής, η «Οδηγήτρια η επονομαζομένη τω όρει Βουλκάνω», στεκόταν μπροστά στους πιστούς. Πάνω στο περίτεχνο αργυροεπένδυτο υποκάμισό της έμενε χαραγμένη η επιγραφή που μαρτυρούσε την ταυτότητά της. Και το ίδιο αυτό κάλυμμα κουβαλούσε μια ιστορία από τα μικρασιατικά παράλια, αφού είχε σφυρηλατηθεί το 1857 στο ιερό Μετόχι της Μονής Βουλκάνου στη Σμύρνη.

Η Μονή είχε κάποτε απλώσει την πνευματική και οικονομική της ακμή πολύ πέρα από την Ιθώμη.

Τώρα, όμως, όλα επέστρεφαν στην κορυφή.

Δίπλα στην Ωραία Πύλη, αριστερά, η βυζαντινή εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας και δεξιά του Χριστού και του Προδρόμου έλκυαν με δέος τα βλέμματα των πιστών.

Στο δεξιό ψαλτήρι είχαν συγκεντρωθεί ευλαβείς φωνές από όλη τη Μεσσηνία. Δίπλα στο προσκυνητάρι κυρίες συνόδευαν ψαλτικά τους ύμνους με ιδιαίτερη επιμέλεια.

Και όταν έσβησαν τα κεριά στον πολυέλαιο και ακούστηκαν τα εγκώμια προς τη Θεοτόκο, η ατμόσφαιρα άλλαξε.

Η υπερκόσμια φωνή του εν ζωή Αγίου μοναχού και ιερέως Καλλιστράτου, που συλλειτουργούσε μαζί με ακόμη έναν άξιο ιερέα της περιοχής, χάιδεψε τα ώτα της ψυχής.

Οι τρεις γυναίκες κοιτάχτηκαν.

Κάποιος από τους προσκυνητές ψιθύρισε σχεδόν μέσα του:

Ποιος δρόμος του Θεού γέννησε αυτή τη φωνή;

Και η ψυχή ένιωσε ένα δεύτερο Πάσχα μέσα στο κατακαλόκαιρο.

Ανέστη κάτω από το φως των κεριών.

Το θυμίαμα ανέβαινε και μαζί του καταλάγιαζε η κούραση, η αγωνία, ο ιδρώτας, όλα όσα κουβαλούσαν από τη Βαλύρα και από τον δρόμο της Ιθώμης.

Ήρθε και η ευλογημένη ώρα της Θείας Μεταλήψεως.

Το χριστεπώνυμο σώμα του Χριστού κοινώνησε σιωπηλά στη σειρά. Οι άνθρωποι που φρόντιζαν ευγενικά ο ένας τον άλλο, έλαβαν αντίδωρο και βγήκαν στον πέτρινο αυλόγυρο.

Εκεί, με μέτρο, γεύτηκαν λίγα καλούδια ύστερα από την εντατική νηστεία.

Ήταν τέσσερις το πρωί.

Σε δύο ώρες θα άρχιζε ο Όρθρος και η κάθοδος της Ιεράς Εικόνας προς τη Νέα Μονή.

Έκλεισαν οι βαριές παλιές πόρτες του Καθολικού, θωρακίζοντας τις ιδρωμένες πλάτες των πιστών από τον δριμύ αέρα της νύχτας.

Όλοι ξάπλωσαν ταπεινά πάνω στο πλακόστρωτο δάπεδο, πιάνοντας όσο λιγότερο χώρο μπορούσαν. Μόνο για να ισιώσουν λίγο τις πλάτες. Μόνο για να πάρουν λίγες δυνάμεις.

Κάποια στιγμή ένα παιδάκι ψιθύρισε ντροπαλά:

«Έχει κάπου τουαλέτα;»

Ένα χαμόγελο πέρασε από τα κουρασμένα πρόσωπα.

Οι άνθρωποι σε τούτο τον άγιο χώρο είχαν ξεχάσει ακόμη και τις ανθρώπινες ανάγκες τους. Έτρωγαν λίγο, προσεύχονταν πολύ και άντεχαν. Κι όταν η ανάγκη γινόταν έσχατη, απομακρύνονταν διακριτικά από τη Μονή.

Λίγο πριν ξημερώσει, όλοι σηκώθηκαν.

Δυο σταγόνες νερό για να ανοίξουν τα μάτια.

Λίγο νερό στα διψασμένα χείλη.

Και τότε, μέσα σε ιερό σάκο, στην αγκαλιά του ιερέως, μεταφέρθηκε η εικόνα.

Η πομπή ξεκίνησε με λαμπάδες και θυμίαμα.

Οι πιστοί ακολουθούσαν με γοργό βήμα, ψάλλοντας απολυτίκια, κοντάκια, μεγαλυνάρια και εγκώμια, σαν έναν απόηχο της ολονύκτιας αγρυπνίας.



Τα πόδια ξέχασαν τον πόνο τους και  θέριεψαν.

Ο χρόνος που είχε φανεί ατέλειωτος στην άνοδο τώρα μειωνόταν σημαντικά. Σαν μια αόρατη δύναμη να έσπρωχνε τους ευσεβείς πεζοπόρους προς τη Νέα Μονή.

Η λιτανεία της αυγής γινόταν πανηγυρική.

Και η Νέα Μονή περίμενε.

Εκεί, ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας, κ. Χρυσόστομος, μαζί με τον Μητροπολίτη Καρθαγένης κ. Μελέτιο, ιερείς, διακόνους, μοναχούς και τον πανοσιολογιώτατο ηγούμενο της Ιεράς Μονής κ. Προκόπιο, περίμεναν την άφιξη της θαυματουργής εικόνας.

Η Παλαιά Μονή, χτισμένη στην κορυφή του όρους Ιθώμη, στα ερείπια του αρχαίου ιερού του Ιθωμάτα Δία, είχε για άλλη μια φορά παραδώσει την Παναγία στη Νέα Μονή.

Εκεί όπου οι μοναχοί είχαν κατέβει το 1625, επειδή το ψύχος και οι άνεμοι της κορυφής έκαναν τη διαμονή δύσκολη, εκεί όπου το νέο Καθολικό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ολοκληρώθηκε το 1701, η εικόνα θα έμενε και πάλι στη μόνιμη κατοικία της.

Κι όμως, κάθε χρόνο, την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στις 6 Αυγούστου, η Παναγία επιστρέφει στην κορυφή.

Σαν να θυμάται τον πρώτο της τόπο.

Σαν να ενώνει με το ίδιο βλέμμα την Παλαιά και τη Νέα Μονή, την Ιθώμη και τη Μεσσηνία, το χθες και το σήμερα.

Κάποτε η Μονή στάθηκε καταφύγιο και ορμητήριο κλεφτών και αρματωλών. Προσέφερε υλική βοήθεια στον Αγώνα και γι’ αυτό πυρπολήθηκε από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ Πασά το 1825. Κι όμως άντεξε.

Όπως άντεξε και η εικόνα.

Όπως άντεξε η πίστη.

Όπως άντεξαν οι δρόμοι.

Ανήμερα η Βαλύρα είχε ανέβει στην κάτω Μονή μαζί με τα μικρά βλαστάρια της και υποδέχθηκε τη θαυματουργή εικόνα. Με εντολή του Μητροπολίτη Μεσσηνίας η παλιά εμποροπανήγυρη έχει σταματήσει και το προσκύνημα επικεντρώνεται πλέον στη λατρεία.

Άλλοι είχαν φθάσει πεζοπορώντας από τη Βαλύρα ανήμερα.

Άλλοι είχαν περπατήσει με την ομάδα του δραστήριου Tsouka Trail την παραμονή.Συνδύασαν θαυμάσια την πεζοπορία με το ιερό προσκύνημα.

Άλλοι προτίμησαν το εκδρομικό λεωφορείο του κ. Σταύρου Τσουκαλά το απόγευμα της παραμονής.

Άλλοι ανέβηκαν με τα οχήματά τους στην Παλαιά Μονή, παρέστησαν στην αγρυπνία και την αυγή κατέβηκαν για να υποδεχθούν την εφέστειο εικόνα στη Νέα Μονή.

Και άλλοι ανέβηκαν ανήμερα με τα παιδιά τους και τα οικογενειακά αυτοκίνητα για την πανηγυρική Θεία Λειτουργία στην κάτω Μονή.

Όσοι έμειναν στη Βαλύρα, γιόρτασαν με αρτοκλασία τη Μητέρα απάσης της Μεσσηνίας στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου, του πολιούχου του χωριού.



Κι έτσι, από τη Βαλύρα ως την Ιθώμη και από την κάτω Μονή ως την κορυφή, ο δρόμος έγινε κοινός.

Δεν ήταν τα χιλιόμετρα.

Δεν ήταν οι ώρες της ανηφόρας.

Δεν ήταν ο ιδρώτας στα μέτωπα ούτε η κούραση στα πέλματα.

Ήταν ο δρόμος της μνήμης.

Ο δρόμος της πίστης.

Ο δρόμος που περπατά ο άνθρωπος όταν θέλει να αφήσει πίσω του για λίγο τη βιασύνη της καθημερινότητας και να σταθεί κάτω από το βλέμμα της Παναγίας.

Οι τρεις τολμηρές πεζοπόροι ύψωσαν το βλέμμα στον ουρανό.

Ευχαρίστησαν τον Θεό που τις αξίωσε να διανύσουν τόση ανηφορική απόσταση για να λάβουν την ευλογία της Παναγίας Βουλκανιώτισσας.

Το σώμα τους μετρούσε την κούραση.

Η ψυχή τους, όμως, έκτιζε πύργο απροσπέλαστο της υπομονής και της πίστης με αγαλλίαση.

Και τότε κατάλαβαν πως υπάρχουν περπατήματα που δεν τελειώνουν όταν φθάνεις στον προορισμό σου.

Συνεχίζονται μέσα σου.

Μένουν στη μνήμη, όπως μένει το άρωμα του θυμιάματος στα ρούχα, όπως μένει ο ήχος της καμπάνας στα αυτιά, όπως μένει μια ψαλμωδία στην καρδιά.

Και μέσα στην πρωινή λάμψη της Μεσσηνίας, οι τρεις γυναίκες χαμογέλασαν.

«Και του χρόνου να είμαστε καλά».

Αυτό ήταν όλο...

Μια ευχή βαθιάς πίστης, που έκρυβε μέσα της έναν ολόκληρο δρόμο.

Κι εμείς, που περπατήσαμε νοερά μαζί τους από τη Βαλύρα στα κράσπεδα της Βουλκανιώτισσας και στα πύρινα αλώνια της Ιθώμης, ας κρατήσουμε μέσα μας την ευλογία αυτής της διαδρομής.

Ας έχουμε υγεία και δύναμη να βαδίζουμε στους δρόμους της ζωής με πίστη, υπομονή και αγάπη.

Ας μη φοβόμαστε τις ανηφόρες, γιατί κάπου ψηλά μας περιμένει πάντοτε ένα φως.

Ας μπορούμε να κρατούμε ζωντανές τις παιδικές μας μνήμες, να τιμούμε τον τόπο μας και να παραδίδουμε στα παιδιά μας την πίστη, την παράδοση και την αγάπη για τη γη που μας γέννησε.

Και όταν οι δρόμοι της ζωής βαραίνουν τα πόδια μας, ας θυμόμαστε την Ιθώμη.

Ας θυμόμαστε την καμπάνα του παλιού Καθολικού μέσα στη νύχτα.

Ας θυμόμαστε την Παναγία Βουλκανιώτισσα.

Και ας λέμε ο ένας στον άλλον:

«Έναν γύρω ακόμη και φθάνουμε».

Γιατί ο δρόμος προς την Παναγία δεν είναι ποτέ μάταιος.

Κι ας αξιωθούμε όλοι, του χρόνου, να ξαναβρεθούμε στα κράσπεδα της Βουλκανιώτισσας, με τα πόδια έναν χρόνο μεγαλύτερα, αλλά με την ψυχή γεμάτη φως.

 Και του χρόνου, με υγεία!

Θερμές ευχαριστίες στην κα Β.Φ.Η. για το φωτογραφικό υλικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου