Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Οι Νεράιδες του Λάστιχου και το Καλοκαίρι της Αυλής στη Βαλύρα του 1965

 



Ο ήλιος του Ιουλίου στη Βαλύρα του 1960 δεν αστειευόταν. Από τις έντεκα το πρωί, η τσιμεντένια αυλή του παππού Θανάση και της γιαγιάς Σταυρούλας άρχιζε να βγάζει αχνό, και οι πέτρες στους τοίχους του σπιτιού έκαιγαν σαν φρεσκοψημένα ψωμιά από τον ξυλόφουρνο. Η θάλασσα, εκεί κάτω, στη Μπούκα και στις ακτές της Μεσσήνης, φάνταζε στα μάτια του μικρού Γιώργου και της ξαδέρφης του, της Ελένης, σαν ένας μακρινός, απρόσιτος παράδεισος.

Βλέπεις, το 1965 η απόσταση δεν μετριόταν σε λεπτά, αλλά σε ώρες και σε κόπο. Το αυτοκίνητο ήταν πολυτέλεια για ελάχιστους στο χωριό. Αν ήθελες να πας στη θάλασσα, έπρεπε να σαμαρώσεις τον γάιδαρο, τον γερο-Μένιο, ή να επιστρατεύσεις το άλογο του θείου, να φορτώσεις καρπούζια, ψωμί και τυρί και να πάρεις τον χωματόδρομο κάτω από το λιοπύρι.

«Με τέτοια ζέστη, θα μας μείνουν τα ζώα στον δρόμο», έλεγε πάντα η γιαγιά, κόβοντας κάθε κουβέντα για εκδρομή.

Όμως η παιδική λαχτάρα για το νερό δεν δάμαζε τη ζέστη· τη θέριευε. Κάθε μεσημέρι, όταν οι τζίτζικες έστηναν τον δικό τους τρελό χορό στα κλαδιά της ελιάς και της ροδιάς, ο Γιώργος και η Ελένη γύριζαν γύρω από τη γιαγιά Σταυρούλα σαν σβούρες.

«Γιαγιά, σκάσαμε! Θέλουμε πλατσούρισμα!» φώναζαν, με τις φωνές τους να βραχνιάζουν από τη δίψα και το τρέξιμο.

Τότε έμπαινε σε εφαρμογή το μεγάλο σχέδιο.

Ο παππούς Θανάσης, άνθρωπος μερακλής, πρωτομάστορας και «υδραυλικός» της ανάγκης, δεν άντεχε να βλέπει τα εγγόνια του να μαραζώνουν.

«Σταυρούλα, φέρε τα σύνεργα!» φώναζε από το  κατώγι.

Τα σύνεργα δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, ούτε καν κανονικά μηχανήματα, αλλά στα μάτια των παιδιών έμοιαζαν με τα πιο εξελιγμένα εργαλεία του κόσμου.

Η βάση των πάντων ήταν μια μεγάλη, κυκλική πλαστική και φουσκωτή πισίνα, από τις πρώτες που είχαν φτάσει στο χωριό, δώρο από τον θείο από την Αμερική. Το χρώμα της ήταν ένα έντονο γαλάζιο, που θύμιζε το βαθύ Ιόνιο.

Αλλά το θαύμα δεν ήταν η πισίνα· ήταν η «υδραυλική εγκατάσταση» του παππού.

Ο παππούς Θανάσης έπαιρνε το μακρύ, πράσινο λάστιχο του ποτίσματος και το έδενε σφιχτά πάνω στην κλάρα της μεγάλης μουριάς που σκίαζε τη μισή αυλή. Στην άκρη του λάστιχου είχε προσαρμόσει ένα παλιό, χάλκινο εξάρτημα από ψεκαστήρα, γεμάτο μικροσκοπικές τρύπες.

Όταν άνοιγε τη βάνα της κεντρικής βρύσης, το νερό, κρύο και ζωντανό, τραβηγμένο κατευθείαν από το πηγάδι της αυλής, ανέβαινε ψηλά στο δέντρο. Κι από εκεί, με μια πίεση που έκανε το λάστιχο να σφυρίζει, σκορπιζόταν στον αέρα, σχηματίζοντας μια τέλεια, δροσερή ομπρέλα.

«Έτοιμο το σιντριβάνι!» φώναζε ο παππούς, κι αυτό ήταν το σύνθημα.

Ο Γιώργος, με το μπλε του σορτσάκι, και η Ελένη, με το ολόσωμο φλοράλ μαγιό της, ορμούσαν στην αυλή. Το πλατσούρισμα άρχιζε με κραυγές ενθουσιασμού που ξεσήκωναν το μισό χωριό. Το νερό έπεφτε από ψηλά, παγωμένο, πάνω στα ζεστά τους σώματα, κάνοντάς τα να ριγούν από ευτυχία.

Μέσα στην πλαστική πισίνα, τα πόδια τους χτυπούσαν το νερό με δύναμη, σηκώνοντας σταγόνες που έλαμπαν σαν διαμάντια κάτω από τον ήλιο.

Έτρεχαν γύρω-γύρω από τη μουριά, περνούσαν μέσα από την υδάτινη κουρτίνα, γλιστρούσαν πάνω στο βρεγμένο τσιμέντο της αυλής, χωρίς να νοιάζονται για τις γρατζουνιές στα γόνατά τους.

Η γιαγιά Σταυρούλα καθόταν στα σκαλιά, κρατώντας μια ποδιά γεμάτη καθαρά ρούχα, και τους καμάρωνε, ρίχνοντας πού και πού μια φωνή:

«Σιγά, βρε αφορισμένα, θα σπάσετε κάνα ποδάρι!»

Μα στο πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένο εκείνο το γλυκό, γεροντικό χαμόγελο της απόλυτης ικανοποίησης.

Μετά από μια ώρα ασταμάτητου χορού με το νερό, το σώμα κρύωνε και η πείνα ερχόταν ορμητική, σαν το κύμα που δεν είχαν την ευκαιρία να δουν.

Το παιχνίδι σταματούσε μόνο όταν ο παππούς έκλεινε τη βάνα. Τα παιδιά έβγαιναν από το νερό, με τα δάχτυλα των ποδιών τους ζαρωμένα από την πολλή ώρα μέσα στην πισίνα, αλλά με τα μάτια τους να σπινθηρίζουν.

Η γιαγιά τα τύλιγε σε χοντρές, υφαντές πετσέτες που μύριζαν καθαριότητα και ήλιο.

Και τότε στρωνόταν το τραπέζι κάτω από τη σκιά.

Το φαγητό του καλοκαιριού στη Βαλύρα είχε τη δική του ιεροτελεστία. Μια μεγάλη σαλάτα με ντομάτες, φρεσκοκομμένες από το μποστάνι του παππού, χοντρό αλάτι, ντόπια φέτα, ελιές Καλαμών και άφθονο, χρυσαφένιο ελαιόλαδο. Δίπλα, τηγανητές πατάτες με αυγά, κομμένες σε χοντρά κομμάτια, και ζεστό ψωμί.

Τα παιδιά έτρωγαν με μια πρωτόγνωρη όρεξη, λες και δεν είχαν φάει για μέρες. Κάθε μπουκιά ήταν μια γιορτή.

«Και τώρα, για ύπνο», πρόσταζε η γιαγιά. «Αλίμονό σας αν βγείτε έξω πριν πέσει ο ήλιος. Ο Μπαμπούλας κυκλοφορεί στα χωράφια το μεσημέρι».

Φυσικά, δεν υπήρχε κανένας Μπαμπούλας. Όμως η κούραση από το πλατσούρισμα και η ζεστασιά του φαγητού έκαναν τη δουλειά τους.

Στο σκοτεινό, δροσερό δωμάτιο, με τα κατεβασμένα ξύλινα παντζούρια, ο Γιώργος και η Ελένη ξάπλωναν στα σεντόνια που έκαιγαν ελαφρά από την αποθηκευμένη ζέστη της ημέρας. Ο μεσημεριανός ύπνος τούς έπαιρνε βαριά, γεμάτος όνειρα με θάλασσες φτιαγμένες από λάστιχα ποτίσματος και μουριές.

Όμως το καλοκαίρι του χωριού δεν τελείωνε στο κρεβάτι.

Κατά τις πέντε το απόγευμα, όταν οι σκιές άρχιζαν να μακραίνουν και το πρώτο ελαφρύ αεράκι κατέβαινε από το βουνό, το χωριό ξυπνούσε. Ήταν η ώρα του «πρωταθλητισμού».

Ο Γιώργος, φορώντας  τα πάνινα παπούτσια του, και η Ελένη με τα σανδάλια της, ξεχύνονταν στους δρόμους. Η αυλή της γιαγιάς έδινε τη θέση της στις αλάνες και στα στενά σοκάκια.

Εκεί μαζεύονταν όλα τα παιδιά της γειτονιάς.

Το πρόγραμμα είχε απ’ όλα: κρυφτό πίσω από τις θημωνιές με το άχυρο, κυνηγητό γύρω από την εκκλησία και, φυσικά, ποδόσφαιρο με μια μπάλα φτιαγμένη από κουρέλια ή, αν ήταν τυχεροί, με μια ξεφούσκωτη πλαστική μπάλα, που την κλωτσούσαν μέχρι να ματώσουν τα νύχια των ποδιών τους.

Δεν υπήρχαν κύπελλα, δεν υπήρχαν μετάλλια.

Ο πρωταθλητισμός τους ήταν η αντοχή στο τρέξιμο· το ποιος θα έφτανε πρώτος στην κορυφή του λόφου, το ποιος θα έκανε το καλύτερο άλμα πάνω από το αυλάκι με το νερό.

Τα γέλια και οι φωνές τους αντηχούσαν στους πέτρινους τοίχους των σπιτιών, ανακατεμένα με τις μυρωδιές από το νυχτολούλουδο και το φρέσκο γιαούρτι που ετοίμαζαν οι μανάδες.

Όταν το σκοτάδι έπεφτε για τα καλά και τα αστέρια άρχιζαν να τρεμοπαίζουν στον καθαρό  ουρανό, τα παιδιά επέστρεφαν στα σπίτια τους.

Τα πόδια τους ήταν μαύρα από το χώμα της αλάνας, τα γόνατά τους γεμάτα φρέσκες γρατζουνιές, αλλά οι καρδιές τους ήταν γεμάτες.

Καθισμένοι στο πεζούλι, τρώγοντας μια φέτα καρπούζι πριν από τον βραδινό ύπνο, ο Γιώργος κοιτούσε τη μουριά στην αυλή.

Το λάστιχο ήταν ακόμα εκεί, κρεμασμένο, περιμένοντας την επόμενη μέρα.

Μπορεί να μην είχαν τη θάλασσα στα πόδια τους, μπορεί να μην ήξεραν πώς είναι να κολυμπάς στα βαθιά, αλλά εκείνο το καλοκαίρι του 1965, στην αυλή της γιαγιάς και του παππού, είχαν ανακαλύψει τον δικό τους, αλησμόνητο ωκεανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου