2. Η Ευχή επί του Παναγίου Τάφου
« Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἡ ἀρχίφωτος σοφία τοῦ ἀνάρχου Πατρός. Ὁ φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὁ εἰπὼν γεννηθήτω φῶς καὶ ἐγένετο φῶς. Κύριε, ὁ τοῦ φωτὸς χορηγός, ὁ ἐξαγαγὼν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ σκότους τῆς πλάνης καὶ εἰσαγαγὼν εἰς τὸ θαυμαστὸν φῶς τῆς σῆς ἐπιγνώσεως, ὁ τὴν γῆν μὲν πᾶσαν διὰ τῆς ἐν αὐτῇ ἐνσάρκου παρουσίας σου, τὰ καταχθόνια δὲ διὰ τῆς εἰς Ἅδην καταβάσεώς σου φωτὸς πληρώσας καὶ χαρᾶς, μετὰ δὲ ταῦτα διὰ τῶν ἁγίων σου Ἀποστόλων φῶς καταγγείλας πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν.
Εὐχαριστοῦμεν σοί, ὅτι διὰ τῆς εὐσεβοῦς πίστεως μετήγαγες ἡμᾶς ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ γεγόναμεν υἱοὶ διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος,θεασάμενοι τὴν δόξαν σου πλήρη οὖσαν χάριτος καὶ ἀληθείας. ἀλλ’ ὦ φωτοπάροχε Κύριε, ὁ τὸ μέγα φῶς ὤν, ὁ εἰπὼν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει.
Δέσποτα Κύριε, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. Τὸ μόνο φῶς τοῦ κόσμου καὶ φῶς τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, οὗ ἀπὸ τῆς δόξης ἐπληρώθη τὰ σύμπαντα, ὅτι φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθας διὰ τῆς ἐνσάρκου σου οἰκονομίας, εἰ καὶ οἱ ἄνθρωποι ἠγάπησαν μᾶλλον τὸ σκότος ἦτο φῶς.
Σὺ Κύριε φωτοδότα, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἀναξίων δούλων σου τῶν τῇ ὥρα ταύτῃ παρισταμένων τῷ παναγίῳ σου καὶ φωτοφόρῳ τούτῳ τάφῳ καὶ πρόσδεξαι ἡμᾶς τιμῶντας τὰ ἄχραντα πάθη σου, τὴν παναγίαν σου σταύρωσιν, τὸν ἑκούσιον θάνατον καὶ τὴν ἐν τῷ πανσεβάστῳ τούτω μνήματι τοῦ τεθεωμένου σου σώματος κατάθεσιν καὶ ταφὴν καὶ τριήμερον ἐξανάστασιν, ἣν χαρμονικῶς ἤδη ἀρξάμενοι ἑορτάζειν, μνείαν ποιούμεθα καὶ τῆς ἐν Ἅδου καθόδου σου, δι’ ἧς τὰς ἐκεῖσε τῶν δικαίων κατεχομένας ψυχὰς δεσποτικῶς ἠλευθέρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς σῆς θεότητος φωτὸς πληρώσας τὰ καταχθόνια.
Ὅθεν δὴ ἀγαλλομένῃ καρδίᾳ καὶ χαρᾷ πνευματικῇ κατὰ τοῦτο τὸ ὑπερευλογημένον Σάββατον τὸ ἐν γῇ καὶ ὑπὸ γῆν θεοπρεπῶς τελεσθέντα σοὶ σωτηριωδέστατα μυστήριὰ σου ἑορτάζοντες καὶ σὲ τὸ ὄντως ἱλαρὸν καὶ ἐφετὸν φῶς ἐν τοῖς καταχθονίοις θεϊκῶς ἐπιλάμψαν ἀναμιμνησκόμενοι, φωτοφάνειαν ποιούμεθα, σοὺ τὴν πρὸς ἡμᾶς συμπαθῶς γενομένην θεοφανείαν, εἰκονίζοντες.
Ἐπειδὴ γὰρ τῇ σωτηρίῳ καὶ φωταυγεῖ νυκτὶ πάντα πεπλήρωται φωτὸς οὐρανὸς τὲ καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια διὰ τὸ ὑπερφυὲς μυστήριον τῆς ἐν Ἅδου καθόδου σου καὶ τῆς ἐκ Τάφου σου τριημέρου ἀναστάσεως. Διὰ τοῦτο, ἐκ τοῦ ἐπὶ τοῦτον τὸν φωτοφόρον σου Τάφον εὐλαβῶς λαμβάνοντες, διαδίδομεν τοῖς πιστεύουσιν εἰς σὲ τὸ ἀληθινὸν φῶς καὶ παρακαλοῦμεν καὶ δεόμεθὰ σου, Πανάγιε Δέσποτα, ὅπως ἀναδείξῃς αὐτὸ ἁγιασμοῦ δῶρον καὶ πάσης θεϊκῆς σου χάριτος πεπληρωμένον, διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου καὶ φωτοφόρου Τάφου σου.
Καὶ τοὺς ἁπτομένους εὐλαβῶς αὐτοῦ εὐλογήσῃς καὶ ἁγιάσῃς, τοῦ σκότους τῶν παθῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν φωτεινοτάτων σου σκηνῶν καταξιώσῃς, ὅπου φῶς τὸ ἀνέσπερόν της σῆς θεότητος λάμπει. Χάρισαι αὐτοῖς, Κύριε, ὑγείαν καὶ εὐζωίαν καὶ τοὺς οἴκους αὐτῶν παντὸς ἀγαθοῦ πλήρωσον.
Ναί, Δέσποτα φωτοπάροχε, ἐπάκουσόν μου τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτη καὶ δὸς ἡμῖν τέ καὶ αὐτοῖς περιπατεῖν ἐν τῷ φωτί σου καὶ ἐν αὐτῷ μένειν, ἕως τὸ φῶς τῆς προσκαίρου ζωῆς ταύτης ἔχωμεν. Δὸς ἡμῖν Κύριε, ἳνα τὸ φῶς τῶν καλῶν ἔργων ἡμῶν λάμπῃ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων καὶ δοξάζωσι σὲ σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ Παναγίῳ Πνεύματι.
Εἰς φῶς γὰρ ἐθνῶν ἡμᾶς τέθηκας, ἳνα αὐτοῖς τῇ σκοτίᾳ περιπατοῦσι φαίνωμεν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸ σκότος μᾶλλον ἢ τὸ φῶς, φαῦλα πράσσοντες. Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς κατὰ τὸν ἀψευδῆ λόγον σου. Διὰ τοῦτο ὁσημέραι προσκόπτομεν ἁμαρτάνοντες, ἐπειδὴ περιπατοῦμεν ἐν τῇ σκοτίᾳ. Ἀλλ’ ἀξίωσον ἡμᾶς τὸ ὑπόλοιπόν τῆς ζωῆς ἡμῶν βιωτεῦσαι πεφωτισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν. Δὸς ἡμῖν, ἳνα ὡς τέκνα φωτὸς περιπατήσωμεν ἐν τῷ φωτὶ τῶν ἐντολῶν σου.
Τὸ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος φωτεινὸν ἔνδυμα, ὅπερ διὰ τῶν ἔργων ἠμαυρώσαμεν, λεύκανον, ὡς τὸ φῶς, ὁ ἀναβαλλόμενος τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον. Δὸς ἡμῖν ἐνδύσασθαι τὰ ὃπλα τοῦ φωτός, ἳνα δι’ αὐτῶν τὸν ἄρχοντα τοῦ σκότους τροπούμεθα, ὃς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός. Ναί, Κύριε, καὶ ὡς ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιὰ θανάτου καθημένοις φῶς ἔλαμψας οὕτω σήμερον λάμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν τὸ σὸν ἀκήρατον φῶς ἳνα τούτου φωτιζόμενοι καὶ θερμαινόμενοι ἐν τῇ πίστει, δοξάζωμεν Σὲ τὸ μόνον ἐκ μόνου τοῦ ἀρχιφώτου φωτός, ἱλαρὸν φῶς εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας. Ἀμήν» !
Κύριε, δωρητή του φωτός, εσύ που μας έβγαλες από το σκοτάδι της πλάνης και μας έφερες στο θαυμαστό φως της γνώσης σου, που με την ενανθρώπησή σου φώτισες όλη τη γη και με την κάθοδό σου στον Άδη γέμισες τα καταχθόνια με φως και χαρά, και κατόπιν μέσω των Αποστόλων σου κήρυξες το φως σε όλα τα έθνη.
Σε ευχαριστούμε, γιατί με την πίστη μας μετέφερες από το σκοτάδι στο φως και γίναμε παιδιά σου με το άγιο βάπτισμα, βλέποντας τη δόξα σου γεμάτη χάρη και αλήθεια.
Αλλά, Κύριε που χαρίζεις το φως, άκουσε εμάς τους αμαρτωλούς που στεκόμαστε μπροστά στον άγιο και ζωοφόρο Τάφο σου και δέξου την τιμή που αποδίδουμε στα άχραντα πάθη σου, στη σταύρωση, στον εκούσιο θάνατο, στην ταφή και στην τριήμερη Ανάστασή σου.
Με χαρά θυμόμαστε και την κάθοδό σου στον Άδη, με την οποία ελευθέρωσες τις ψυχές των δικαίων, γεμίζοντας τα πάντα με το φως της θεότητάς σου.
Γι’ αυτό, με χαρά και πνευματική αγαλλίαση, εορτάζουμε τα σωτήρια μυστήριά σου και αναπαριστούμε τη θεοφάνειά σου, ανάβοντας το φως.
Επειδή αυτή η νύχτα της σωτηρίας γέμισε τα πάντα με φως - ουρανό, γη και τα καταχθόνια - εξαιτίας της καθόδου σου στον Άδη και της Αναστάσεώς σου.
Γι’ αυτό λαμβάνουμε με ευλάβεια από τον Τάφο σου το φως και το μεταδίδουμε στους πιστούς, παρακαλώντας σε να το καταστήσεις δώρο αγιασμού και θείας χάριτος.
Ευλόγησε όσους το λαμβάνουν, ελευθέρωσέ τους από το σκοτάδι των παθών και αξίωσέ τους να ζουν στο αιώνιο φως σου. Χάρισε υγεία και κάθε αγαθό.
Δώσε μας να περπατούμε στο φως σου και να ζούμε μέσα σε αυτό. Να λάμπουν τα έργα μας και να δοξάζουν εσένα.
Αν και αγαπήσαμε το σκοτάδι, αξίωσέ μας να ζήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας φωτισμένοι.
Δώσε μας να περπατούμε ως παιδιά του φωτός, να καθαρίσουμε το ένδυμα του βαπτίσματος και να ντυθούμε τα όπλα του φωτός, νικώντας το σκοτάδι.
Και όπως έλαμψες στους καθήμενους στο σκοτάδι, έτσι λάμψε και στις καρδιές μας το άφθαρτο φως σου, ώστε φωτισμένοι να σε δοξάζουμε αιώνια. Αμήν.»
Η αναφορά στον Χριστό ως «ἀρχίφωτος σοφία» συνδέεται με τη θεολογία του Λόγου, όπως την αναπτύσσει ο Άγιος Αθανάσιος (PG 25), όπου ο Χριστός είναι το φως που φωτίζει τον άνθρωπο και τον οδηγεί στη θέωση.
Η κάθοδος στον Άδη κατέχει κεντρική θέση. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός περιγράφει την κάθοδο ως νίκη του φωτός επί του σκότους (PG 96). Το ίδιο εκφράζεται στην ευχή: το φως γεμίζει «τὰ καταχθόνια», δηλαδή τον χώρο του θανάτου.
Η αναφορά στο βάπτισμα ως μετάβαση «ἐκ σκότους εἰς φῶς» συνδέεται με τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων (PG 33), ο οποίος ερμηνεύει το βάπτισμα ως φωτισμό και ένδυση φωτός.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ασκητική διάσταση: ο άνθρωπος καλείται να «περιπατεῖ ἐν τῷ φωτί». Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (PG 90) τονίζει ότι η κάθαρση των παθών είναι απαραίτητη για τη θέα του φωτός του Τριαδικού Θεού.
Η ευχή κορυφώνεται με αίτημα μεταμορφώσεως του ανθρώπου: από φίλος του σκότους σε τέκνο φωτός. Πρόκειται για καθαρά ησυχαστική θεολογία, όπου η εμπειρία του φωτός συνδέεται με τη μετάνοια και τη χάρη του Θεού.
Cyril of Jerusalem. (1863). Catecheses. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 33). Paris.
Gregory Palamas. (1865). Triades. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 151). Paris.
John of Damascus. (1864). Expositio fidei. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 96). Paris.
Maximus the Confessor. (1865). Ambigua. In J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 90). Paris.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου