Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Η Βιβλιοπατερική Ορθοδοξία και η Φραγκολατινική-Αυγουστίνεια παράδοση

               


1. Εισαγωγή

Η ιστορική πορεία της χριστιανικής θεολογίας διαμορφώθηκε μέσα από δύο μεγάλες ερμηνευτικές και πνευματικές παραδόσεις, οι οποίες, αν και ξεκινούν από κοινή αποστολική ρίζα, εξελίχθηκαν με διαφορετικές προϋποθέσεις και κατευθύνσεις: τη Βιβλιοπατερική Ορθόδοξη προσέγγιση της Ανατολής και τη Φραγκολατινική-Αυγουστίνεια παράδοση της Δύσης. Η σύγκριση των δύο αυτών παραδόσεων δεν αφορά απλώς διαφορετικές μεθόδους ερμηνείας της Αγίας Γραφής, αλλά αντανακλά βαθύτερες διαφοροποιήσεις στην ανθρωπολογία, τη θεολογία, τη φιλοσοφία και την εκκλησιολογία.

Η Αγία Γραφή αποτελεί για αμφότερες τις παραδόσεις τον κατεξοχήν φορέα της θείας Αποκαλύψεως. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται, ερμηνεύεται και βιώνεται διαφοροποιείται σημαντικά. Στην Ανατολή, η ερμηνεία της Γραφής συνδέεται άρρηκτα με τη ζωή της Εκκλησίας, τη λειτουργική εμπειρία και τη θέωση του ανθρώπου. Στη Δύση, ιδίως μετά τη συμβολή του Αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος, διαμορφώνεται μια πιο συστηματική, εννοιολογική και ενίοτε νομική προσέγγιση με ανθρώπινα μέτρα και σταθμά.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να αναδείξει τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ των δύο αυτών παραδόσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στη βιβλική ερμηνευτική, καθώς και να εξετάσει τις θεολογικές και πνευματικές συνέπειες αυτών των διαφοροποιήσεων στη ζωή των πιστών.

2. Κοινές ρίζες και θεμελιώδεις ομοιότητες

Παρά τις σημαντικές αποκλίσεις, η Βιβλιοπατερική Ορθοδοξία και η Αυγουστίνεια παράδοση μοιράζονται ουσιώδη κοινά στοιχεία.

Πρώτον, και οι δύο αναγνωρίζουν την Αγία Γραφή ως θεόπνευστη. Η πίστη ότι η Γραφή αποτελεί λόγο Θεού εκφρασμένο μέσα από ανθρώπινα πρόσωπα αποτελεί κοινό θεμέλιο. Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος τονίζει τη «συγκατάβασιν» του Θεού στη γλώσσα των ανθρώπων, ενώ ο Αυγουστίνος υπογραμμίζει ότι η Γραφή είναι θεϊκή αποκάλυψη που απαιτεί ταπεινή προσέγγιση (PL 34, 15).

Δεύτερον, και οι δύο παραδόσεις αποδέχονται πολλαπλά επίπεδα ερμηνείας. Η κυριολεκτική, η ηθική και η πνευματική (ή αλληγορική) διάσταση του κειμένου αναγνωρίζονται ως έγκυροι τρόποι κατανόησης. Αν και η Ανατολή είναι πιο συγκρατημένη στην αλληγορία, δεν την απορρίπτει πλήρως.

Τρίτον, η ερμηνεία της Γραφής θεωρείται εκκλησιαστική πράξη. Δεν είναι ατομική δραστηριότητα, αλλά τελείται μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Ο Αυγουστίνος τονίζει ότι η αυθεντική ερμηνεία συνδέεται με την «regula fidei» (κανόνα της πίστεως), ενώ οι Ανατολικοί Πατέρες εντάσσουν την ερμηνεία στη λειτουργική και ασκητική ζωή της Εκκλησίας (PG 57, 13).

Τέλος, και οι δύο παραδόσεις επηρεάστηκαν από τη νεοπλατωνική φιλοσοφία, αν και με διαφορετικό τρόπο. Η έννοια της ανόδου της ψυχής προς τον Θεό, καθώς και η διάκριση μεταξύ αισθητού και νοητού κόσμου, διατρέχουν και τις δύο θεολογίες.

3. Η Βιβλιοπατερική Ορθόδοξη προσέγγιση

Η Ορθόδοξη ερμηνευτική παράδοση διαμορφώθηκε μέσα από τη ζωντανή εμπειρία των Πατέρων της Εκκλησίας. Η Γραφή δεν αποτελεί απλώς κείμενο προς ανάλυση, αλλά λόγο ζωής που οδηγεί στη θέωση.

Κεντρικό χαρακτηριστικό είναι η σύνδεση της ερμηνείας με την πνευματική κατάσταση του ερμηνευτή. Κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, μόνο ο καθαρμένος νους μπορεί να κατανοήσει το βαθύτερο νόημα της Αγίας Γραφής (PG 90, 1088). Η γνώση του Θεού δεν είναι διανοητική, αλλά εμπειρική.

 Ο Ιερός Χρυσόστομος αποφεύγει υπερβολικές αλληγορίες και επιμένει στην πρακτική εφαρμογή του κειμένου. Η ερμηνεία έχει ποιμαντικό χαρακτήρα: αποσκοπεί στη μετάνοια και στη μεταμόρφωση του ανθρώπου (PG 60, 45).

Η Αγία Γραφή κατανοείται λειτουργικά. Διαβάζεται μέσα στη λατρεία, ερμηνεύεται μέσα από τους ύμνους και βιώνεται ως μέρος της εκκλησιαστικής ζωής. Η θεολογία δεν είναι αφηρημένη επιστήμη, αλλά δοξολογία.

Η σωτηρία, στο πλαίσιο αυτό, νοείται ως θέωση. Η Γραφή αποκαλύπτει τον δρόμο προς τη μετοχή στη θεία ζωή. Η αμαρτία δεν είναι νομική παράβαση, αλλά ασθένεια της ανθρώπινης φύσης (PG 31, 1045).

4. Η Αυγουστίνεια και Φραγκολατινική Παράδοση

Η θεολογία του Αυγουστίνου αποτελεί σημείο καμπής για τη δυτική παράδοση. Στο έργο του De Doctrina Christiana, διαμορφώνει μια συστηματική προσέγγιση της ερμηνείας της Αγίας Γραφής.

Κεντρική είναι η θεωρία των σημείων (signa). Η Γραφή αποτελεί σύστημα σημείων που παραπέμπουν σε θεϊκές πραγματικότητες. Η κατανόηση απαιτεί διανοητική επεξεργασία και γνώση των γλωσσικών και πολιτισμικών συμφραζομένων (PL 34, 20).

Ο Αυγουστίνος εισάγει επίσης τον «κανόνα της αγάπης». Κάθε ερμηνεία πρέπει να οδηγεί στην αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Αν δεν το επιτυγχάνει, είναι εσφαλμένη.

Η δυτική παράδοση, επηρεασμένη από τον Αυγουστίνο και αργότερα από τη Σχολαστική Θεολογία, δίνει έμφαση στη ratio, δηλαδή στη λογική ανάλυση των δεδομένων με ανθρώπινο τρόπο. Η θεολογία μετατρέπεται σε συστηματική επιστήμη.

Η ανθρωπολογία του Αυγουστίνου διαφοροποιείται σημαντικά. Το προπατορικό αμάρτημα νοείται ως κληρονομική ενοχή (reatus), που καθιστά τον άνθρωπο ανίκανο να σωθεί χωρίς τη θεία χάρη (PL 44, 271). Η σωτηρία αποκτά δικανικό χαρακτήρα: ο Θεός δικαιώνει τον άνθρωπο.

5. Μεθοδολογικές διαφορές

Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο παραδόσεων εντοπίζεται στη μεθοδολογία.

Η Ορθόδοξη προσέγγιση είναι εμπειρική και μυσταγωγική. Η γνώση του Θεού προκύπτει από τη συμμετοχή στη θεία ζωή. Η ερμηνεία της Αγίας Γραφής είναι καρπός της πνευματικής ζωής.

Αντίθετα, η Αυγουστίνεια παράδοση είναι περισσότερο διανοητική και αναλυτική. Η κατανόηση επιδιώκεται μέσω της λογικής επεξεργασίας και της συστηματικής μεθοδολογίας, όπως συμβαίνει με την επιστήμη των ανθρώπων.

Αυτή η διαφορά αντανακλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη θεολογία: ως εμπειρία (Ανατολή) και ως επιστήμη (Δύση).

6. Ανθρωπολογικές και σωτηριολογικές διαφοροποιήσεις

Η ερμηνεία της Αγίας Γραφής συνδέεται άμεσα με την κατανόηση του ανθρώπου και της σωτηρίας.

Στην Ορθοδοξία, ο άνθρωπος παραμένει ελεύθερος, παρά την πτώση. Η σωτηρία είναι συνεργία Θεού και ανθρώπου. Η θεία χάρη δεν καταργεί την ελευθερία, αλλά την ενεργοποιεί.

Στον Αυγουστίνο, η ανθρώπινη βούληση είναι βαθιά τραυματισμένη. Η χάρη είναι αναγκαία και καθοριστική. Η έμφαση στη θεία πρωτοβουλία οδηγεί σε θεωρίες προορισμού.

Η διαφορά αυτή επηρεάζει και την ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Στην Ανατολή, τα βιβλικά κείμενα διαβάζονται ως πρόσκληση σε θεραπεία. Στη Δύση, συχνά ως αποκάλυψη θείας δικαιοσύνης.

7. Τριαδολογικές συνέπειες

Η ερμηνευτική διαφοροποίηση επεκτείνεται και στην τριαδολογία.

Οι Ανατολικοί Πατέρες, όπως ο Βασίλειος ο Μέγας, τονίζουν τη μοναρχία του Πατρός (PG 32, 136). Η Τριάδα κατανοείται ως κοινωνία προσώπων.

Ο Αυγουστίνος χρησιμοποιεί ψυχολογικές αναλογίες για να εξηγήσει την Τριάδα (PL 42, 949). Αυτή η προσέγγιση επηρέασε τη δυτική θεολογία και συνέβαλε στη διαμόρφωση του Filioque, ότι το Άγιο Πνεύμα δεν εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα αλλά και από τον Υιό. Μία γενική υποτίμηση του Αγίου Πνεύματος.

8. Λειτουργικές και εκκλησιολογικές προεκτάσεις

8.1 Η διαφορετική ερμηνευτική οδηγεί και σε διαφορετική εκκλησιαστική εμπειρία.

Στην Ορθοδοξία, η λατρεία είναι μυσταγωγική. Η Αγία Γραφή βιώνεται ως παρούσα πραγματικότητα. Η Θεία Λειτουργία είναι συμμετοχή στη Βασιλεία του Θεού.

Στη Δύση, η λατρεία αποκτά περισσότερο διδακτικό και νομικό χαρακτήρα. Η έμφαση μετατοπίζεται στην κατανόηση και στην τάξη.

Η εκκλησιολογία επίσης διαφοροποιείται. Η Ανατολή διατηρεί τη συνοδικότητα, ενώ η Δύση αναπτύσσει συγκεντρωτικά μοντέλα εξουσίας.

8.2 Το λειτουργικό ήθος των δύο εκκλησιών

Οι λειτουργικές και εκκλησιολογικές προεκτάσεις της διαφορετικής ερμηνευτικής πορείας Ανατολής και Δύσης δεν αποτελούν απλώς θεωρητικές αποκλίσεις, αλλά αποτυπώνονται βαθιά στην εμπειρία της εκκλησιαστικής ζωής, στη δομή της κοινότητας και στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η σχέση του πιστού με τον Θεό. Η διαφοροποίηση ανάμεσα στη βιβλικοπατερική οντολογία της Ορθοδοξίας και στην συστηματοποιημένη, συχνά αυγουστίνεια και σχολαστική παράδοση της Δύσης διαμορφώνει δύο διαφορετικά λειτουργικά ήθη και δύο εκκλησιολογικά παραδείγματα.

Στην Ορθόδοξη παράδοση, η λατρεία είναι πρωτίστως μυσταγωγική εμπειρία. Δεν περιορίζεται στη μεταβίβαση πληροφοριών ή στη διδακτική επεξήγηση ενός κειμένου, αλλά λειτουργεί ως είσοδος του πιστού σε μια υπαρξιακή συμμετοχή στο μυστήριο της σωτηρίας. Η Αγία Γραφή δεν αντιμετωπίζεται ως κείμενο προς ερμηνευτική εξάντληση, αλλά ως ζωντανός λόγος που ενεργοποιείται μέσα στη λειτουργική σύναξη. Για παράδειγμα, κατά τη Θεία Λειτουργία, οι ευαγγελικές περικοπές δεν «αναλύονται» λειτουργικά, αλλά βιώνονται ως παρόν γεγονός· η ανάγνωση του Ευαγγελίου εκλαμβάνεται ως είσοδος του ιδίου του Χριστού στη σύναξη.

8.3 Η μυστηριακή πραγματικότητα της μετοχής

Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στη δομή της Θείας Ευχαριστίας, όπου η έμφαση δεν είναι σε μια νομική ή συμβολική αναπαράσταση, αλλά στη μυστηριακή πραγματικότητα της μετοχής. Η φράση «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε» δεν αποτελεί απλώς προτροπή, αλλά έκφραση μιας υπαρξιακής μετακίνησης του πιστού προς τη Βασιλεία του Θεού. Η λειτουργία δεν αναπαριστά απλώς το μυστήριο, αλλά το καθιστά παρόν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χρήση της εικονογραφίας και της υμνογραφίας, όπου τα γεγονότα της σωτηρίας δεν παρουσιάζονται ως ιστορικά παρελθόντα, αλλά ως αιώνια παρόντα.

Αντίθετα, στη δυτική παράδοση, ιδιαίτερα μετά τη μεσαιωνική ανάπτυξη της Σχολαστικής Θεολογίας, η λατρεία αποκτά συχνά έναν περισσότερο διδακτικό και οργανωτικό χαρακτήρα. Η έμφαση μετατοπίζεται στην κατανόηση των δογμάτων και στην ορθολογική πρόσληψη του θεολογικού περιεχομένου. Η λειτουργία τείνει να οργανώνεται ως δομημένο λειτουργικό γεγονός με σαφείς νομικές και τελετουργικές προϋποθέσεις, όπου η ακρίβεια της μορφής αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης είναι η ανάπτυξη της μεσαιωνικής δυτικής ευχαριστιακής θεολογίας γύρω από την έννοια της μετουσίωσης, όπου η έμφαση τίθεται στην ακριβή οντολογική περιγραφή του τρόπου παρουσίας του Χριστού στα δώρα. Η λειτουργική εμπειρία συνδέεται περισσότερο με τη διανοητική κατανόηση του τι συμβαίνει, παρά με τη μυσταγωγική συμμετοχή στο γεγονός. Αυτό δεν σημαίνει απουσία ευλάβειας, αλλά διαφορετική ερμηνευτική κατεύθυνση: η θεία λατρεία προσεγγίζεται ως πράξη που πρέπει να γίνει κατανοητή και να εξηγηθεί με ακρίβεια.

8.4 Από τη συμμετοχή στα μυστήρια απορρέει η κατανόηση

Στην Ορθόδοξη εμπειρία, αντίθετα, η κατανόηση δεν προηγείται της συμμετοχής αλλά απορρέει από αυτήν. Ο πιστός «γνωρίζει» τον Θεό μέσα από τη συμμετοχή στη λειτουργική ζωή, όχι πρωτίστως μέσα από αφηρημένες εννοιολογικές διατυπώσεις. Έτσι, η εμπειρία προηγείται της συστηματικής θεολογίας, η οποία λειτουργεί ως ερμηνευτική άρθρωση της ήδη βιωμένης πραγματικότητας.

Η διαφοροποίηση αυτή επηρεάζει άμεσα και την εκκλησιολογία. Στην Ανατολή, η Εκκλησία κατανοείται ως ευχαριστιακή κοινότητα, όπου η πληρότητα της Εκκλησίας φανερώνεται σε κάθε τοπική σύναξη υπό τον επίσκοπο. Η συνοδικότητα αποτελεί θεμελιώδη έκφραση αυτής της εκκλησιολογίας. Οι αποφάσεις δεν συγκεντρώνονται σε ένα μοναδικό κέντρο εξουσίας, αλλά διαμορφώνονται μέσα από τη σύναξη των επισκόπων, ως έκφραση της καθολικής εμπειρίας της Εκκλησίας.

Ένα ιστορικό παράδειγμα αποτελεί η λειτουργία των Οικουμενικών Συνόδων, όπου η αλήθεια δεν επιβάλλεται διοικητικά αλλά αναγνωρίζεται συνοδικά ως έκφραση της εμπειρίας της Εκκλησίας. Η συνοδικότητα δεν είναι απλώς διοικητικό σχήμα, αλλά θεολογική προϋπόθεση: η αλήθεια θεωρείται ότι αναδύεται μέσα από την καθολική κοινωνία του Σώματος του Χριστού. Όλοι οι Άγιοι Πατέρες είναι ένα, δεν υπάρχει δόκιμος όρος όπως Παυλική προσέγγιση ή Παλαμική. Όλοι οι Πατέρες είναι ένα, αλλά τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος πολλά. Κεφαλή του σώματος της εκκλησίας είναι ο Χριστός και όχι ο κάθε πατέρας ιεραρχικά και ανάλογα με αυτό που είπε ή έγραψε.

8.5 Η παπική πρωτοκαθεδρία

Στη δυτική παράδοση, ιδιαίτερα μετά τη μεσαιωνική περίοδο και την ενίσχυση του παπικού θεσμού, αναπτύσσεται ένα περισσότερο συγκεντρωτικό εκκλησιολογικό μοντέλο. Η παπική πρωτοκαθεδρία αποκτά όχι μόνο τιμητικό αλλά και διοικητικό και δογματικό βάρος, οδηγώντας σε μια ιεραρχική δομή όπου η τελική εκκλησιαστική αυθεντία συγκεντρώνεται σε ένα πρόσωπο ή σε ένα κεντρικό θεσμό κια όχι στην κεφαλή της εκκλησίας που είναι ο Χριστός.

Για παράδειγμα, στις μεσαιωνικές και νεότερες εξελίξεις του δυτικού χριστιανισμού, οι δογματικές αποφάσεις μπορούν να εκδοθούν με κεντρικό τρόπο, χωρίς την ίδια ένταση συνοδικής αναγνώρισης από το σύνολο των τοπικών Εκκλησιών. Αυτό δεν αναιρεί την ύπαρξη συνόδων στη Δύση, αλλά διαφοροποιεί τον τρόπο με τον οποίο αυτές εντάσσονται στο εκκλησιολογικό σύστημα.

Η διαφορετική αυτή εκκλησιολογική κατανόηση επηρεάζει και την εμπειρία του πιστού. Στην Ορθοδοξία, ο πιστός εντάσσεται σε μια κοινότητα σχέσης και συμμετοχής, όπου η Εκκλησία βιώνεται ως σώμα. Στη Δύση, η Εκκλησία μπορεί συχνά να γίνει αντιληπτή περισσότερο ως θεσμική πραγματικότητα με σαφείς νομικές δομές και διοικητική ιεραρχία. Αυτό οδηγεί σε διαφορετική πρόσληψη της αυθεντίας: στην Ανατολή ως καρπός θείας κοινωνίας, στη Δύση ως αποτέλεσμα θεσμικής εξουσιοδότησης.

Συνολικά, οι λειτουργικές και εκκλησιολογικές προεκτάσεις της ερμηνευτικής διαφοράς Ανατολής και Δύσης δεν είναι δευτερεύουσες, αλλά συγκροτούν δύο διαφορετικούς τρόπους εκκλησιαστικής ύπαρξης. Η Ορθοδοξία τονίζει τη μυσταγωγία, τη συνοδικότητα και τη βιωματική πρόσληψη της αλήθειας, ενώ η δυτική παράδοση αναπτύσσει περισσότερο τη διδακτική σαφήνεια, τη νομική διατύπωση και τη θεσμική συγκέντρωση.

Η σύγκριση αυτή και  η κατανόηση αυτών των διαφορών είναι κρίσιμη για τη σύγχρονη θεολογική συζήτηση, διότι φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο η ερμηνεία της Αγίας Γραφής δεν παραμένει στο επίπεδο της θεωρίας, αλλά διαμορφώνει την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας.

9. Συμπεράσματα

Η σύγκριση μεταξύ της Βιβλιοπατερικής Ορθόδοξης προσέγγισης και της Φραγκολατινικής-Αυγουστίνειας παράδοσης αποκαλύπτει δύο διαφορετικούς τρόπους όσον αφορά το θεολογείν.

Η Ανατολή προσεγγίζει την Αγία Γραφή ως εμπειρία ζωής, θεραπείας και θέωσης. Η ερμηνεία είναι καρπός της πνευματικής πορείας και εντάσσεται στη λειτουργική ζωή.

Η Δύση, υπό την επίδραση του Αυγουστίνου- δεν γνώριζε Ελληνικά για να μελετήσει του Ορθόδοξους πατέρες αν και ήθελε να συνάδει μαζί τους- αναπτύσσει μια συστηματική, λογική και ενίοτε νομική προσέγγιση. Η θεολογία γίνεται επιστήμη και η ερμηνεία οργανώνεται σε κανόνες με ανθρώπινα μέτρα και σταθμά.

  Η σύγχρονη θεολογική έρευνα καλείται να αναζητήσει τρόπους γεφύρωσης, μέσα από την επιστροφή στις κοινές πατερικές ρίζες. Η Δύση καλείται να βιώσει τη θεολογία στο Πανεπιστήμιο του Θεού με θεία φώτιση και όχι εντός της κεφάλης του ηγέτη της με το αλάθητο του πάπα.

10. Βιβλιογραφία  

Αυγουστίνος. (2006). Περί χριστιανικής διδασκαλίας. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

Αυγουστίνος. (2008). Εξομολογήσεις. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

Βασίλειος ο Μέγας. (1992). Ομιλίες εις την Εξαήμερον. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Πατερικών Κειμένων.

Γουέρ, Κ. (1999). Η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αθήνα: Εκδόσεις Ακρίτας.

Ιωάννης ο Χρυσόστομος. (1998). Ομιλίες εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον (Τόμ. Α΄–Γ΄). Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Πατερικών Κειμένων.

Ιωάννης ο Δαμασκηνός. (2004). Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως. Αθήνα: Εκδόσεις Αποστολική Διακονία.

Λόσκυ, Β. (2003). Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Πουρναρά.

Μάξιμος ο Ομολογητής. (2005). Κεφάλαια περί αγάπης. Αθήνα: Εκδόσεις Ετοιμασία.

Μάξιμος ο Ομολογητής. (2006). Μυσταγωγία. Αθήνα: Εκδόσεις Ετοιμασία.

Πέλικαν, Γ. (2005). Η χριστιανική παράδοση: Η γένεση της καθολικής παραδόσεως (100–600 μ.Χ.). Αθήνα: Εκδόσεις Άρτος Ζωής.

Ρωμανίδης, Ι. Σ. (2002). Το προπατορικόν αμάρτημα. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Πουρναρά.

Φλωρόφσκυ, Γ. (1991). Βίβλος, Εκκλησία, Παράδοση. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Πουρναρά.

Ζηζιούλας, Ι. (1992). Το είναι ως κοινωνία. Αθήνα: Εκδόσεις Δόμος.

-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου