Το σωτήριον έτος 1973 ο Γιαννάκης ήταν μόλις 15 ετών και φοιτούσε στην πρώτη Λυκείου. Το Γυμνάσιο Μελιγαλά —ένα εξατάξιο τότε, με άλλες εποχές και άλλους κανόνες— έμοιαζε περισσότερο με άγραφη τελετουργία ενηλικίωσης παρά με σχολείο. Ήταν μικτό, αλλά με μια αυστηρή, σχεδόν τεχνητή τάξη: τα αγόρια κάθονταν στη δεξιά πλευρά της αίθουσας, τα κορίτσια στην αριστερή, πάνω σε παλιά ξύλινα θρανία που έτριζαν σαν να σχολίαζαν κι αυτά ό,τι συνέβαινε.
Τα βλέμματα ήταν μετρημένα. Δεν επιτρεπόταν να κοιτάξεις ευθέως μια συμμαθήτρια. Μόνο αν ο καθηγητής έκανε ερώτηση και εκείνη σηκωνόταν να απαντήσει, τότε, για μια στιγμή, τα μάτια όλων μπορούσαν να στραφούν επάνω της χωρίς ενοχή. Στα μαρμάρινα σκαλιά, όταν κατέβαιναν στο προαύλιο, οι κανόνες ήταν ίδιοι: μπροστά το βλέμμα, ποτέ δεξιά ή αριστερά. Ένα στραβό κοίταγμα μπορούσε να μεταφραστεί σε «ενδιαφέρον», και το ενδιαφέρον εκείνα τα χρόνια ήταν σχεδόν καταγγελία.
Στο προαύλιο, η ζωή χωριζόταν με την ίδια ακρίβεια. Τα κορίτσια έκαναν βόλτες αγκαλιασμένα στην αριστερή πλευρά, ψιθυρίζοντας μυστικά που δεν θα μάθαινε ποτέ κανείς. Τα αγόρια έπαιζαν μπάλα ή διάβαζαν φωναχτά, επαναλαμβάνοντας απεγνωσμένα εκείνα τα κομμάτια της Ιστορίας ή των Αρχαίων που δεν είχαν καταφέρει να αποστηθίσουν το προηγούμενο βράδυ.
Κι αν κάποιος ήθελε να δείξει ενδιαφέρον για κάποια συμμαθήτρια, δεν υπήρχαν ούτε μηνύματα ούτε λόγια. Υπήρχε μόνο το ραβασάκι: ένα διπλωμένο χαρτί που έπρεπε να φτάσει κάτω από το θρανίο της, πριν προλάβει να το δει κανείς άλλος.
Ο Γιαννάκης ήταν ένα ήσυχο, γλυκύτατο αγόρι, με παιδικό βλέμμα. Έμοιαζε μικρότερος από την ηλικία του και περνούσε απαρατήρητος, μέχρι τη στιγμή που ο καθηγητής τον ρωτούσε κάτι. Τότε, με μια καθαρότητα και εξυπνάδα που ξάφνιαζε τους πάντες, απαντούσε τόσο εύστοχα που ακόμα και οι πιο σκληροί συμμαθητές του τον κοιτούσαν με σεβασμό.
Ο ίδιος όμως δεν έβλεπε τον εαυτό του έτσι. Ήθελε να είναι κάτι άλλο: πιο τολμηρός, πιο εξωστρεφής, πιο θαρραλέος. Και αυτό που ποθούσε περισσότερο από όλα, ήταν η Θεανώ.
Η Θεανώ ήταν ξανθιά, γαλανομάτα, δυναμική. Δεν περνούσε απαρατήρητη, αλλά και δεν το επιδίωκε. Είχε έναν τρόπο να στέκεται που έδειχνε ότι δεν φοβόταν τίποτα. Για να αποφεύγει τα ανεπιθύμητα βλέμματα, είχε διαδώσει πως είχε δεσμό με έναν 25άρη. Κανείς δεν τόλμαγε να την πλησιάσει. Ή έτσι νόμιζε εκείνη.
Ο Γιαννάκης την αγαπούσε σιωπηλά. Όχι με θόρυβο, όχι με θάρρος, αλλά με εκείνη τη λεπτή, εσωτερική ένταση που δεν βρίσκει διέξοδο. Την προηγούμενη χρονιά είχε καταφέρει να κρατήσει τα συναισθήματά του κρυφά. Όμως τώρα, στα 15 του, κάτι είχε αρχίσει να ξεφεύγει.
Κάθε φορά που ετοίμαζε ένα ραβασάκι για τη Θεανώ, τα χέρια του ίδρωναν. Το δίπλωνε, το ξεδίπλωνε, το ξαναδίπλωνε, μέχρι που τελικά το τσαλάκωνε. Και τότε έκανε κάτι που δεν καταλάβαινε ούτε ο ίδιος: αντί για το ραβασάκι, αγόραζε από το κυλικείο ένα σάμαλι και το άφηνε κάτω από το θρανίο της, τυλιγμένο στη διάφανη ζελατίνα του.
Τα παιδιά δεν άργησαν να το προσέξουν.
«Πες το με ένα σάμαλι!» άρχισαν να ψιθυρίζουν και μετά να γελούν φωναχτά.
Η Θεανώ, όταν το έβρισκε, δεν το έπαιρνε ποτέ σοβαρά. Το έπιανε με δυο δάχτυλα, σαν να ήταν κάτι ενοχλητικό, και το πετούσε στο καλάθι των σκουπιδιών της τάξης. Μια φορά, ένας πεινασμένος συμμαθητής το έβγαλε, το ξετύλιξε και, με θεατρικό ύφος, είπε: «Ναι… ναι… σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ», κάνοντας πως είναι η φωνή της Θεανώς. Το γέλιο ξέσπασε σαν κύμα.
Ο Γιαννάκης κοκκίνισε μέχρι τα αυτιά. Για μια εβδομάδα σταμάτησε. Μετά, όταν ηρέμησαν τα πνεύματα, ξανάρχισε. Σαν να μην μπορούσε αλλιώς.
Η Θεανώ όμως δεν ήταν μόνο δυναμική· ήταν και παρατηρητική. Κάτι μέσα της είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι το «σάμαλι» δεν ήταν απλώς αστείο. Άρχισε να παρατηρεί ποιος πήγαινε στο κυλικείο, ποιος στεκόταν λίγο παραπάνω, ποιος γύριζε βιαστικά στην τάξη.
Ένα μεσημέρι τον είδε. Ή τουλάχιστον νόμισε πως τον είδε: τον Γιαννάκη να αγοράζει σάμαλι.
Έτρεξε αμέσως στο κυλικείο.
«Τι θέλεις;» τη ρώτησε ο πωλητής.
«Ό,τι δώσατε στον Γιάννη», είπε γρήγορα.
«Α, αυτός πήρε σάμαλι», απάντησε εκείνος.
«Κι εγώ», είπε η Θεανώ.
Πήρε το σάμαλι και το έκρυψε στην τσέπη της.
Μόλις ανέβηκε στην τάξη της, βρήκε ξανά σάμαλι κάτω από το θρανίο της.Ήταν πλέον σίγουρη για τον δράστη.
Δεν το πέταξε.
Πλησίασε τον Γιαννάκη στο σχόλασμα.
«Μη φύγεις γρήγορα», του είπε με ύφος δέκα καρδιναλίων. «Θέλω να σου πω κάτι».
Ο Γιαννάκης ένιωσε την καρδιά του να ανεβαίνει στο λαιμό. Ήταν σίγουρος ότι τελείωσε.
Πήγαν στο παγκάκι έξω από τον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη, στην πλατεία του Μελιγαλά. Ο αέρας μύριζε φθινόπωρο και φόβο μαζί.
Η Θεανώ κάθισε απέναντί του, τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή και έπειτα άνοιξε την τσάντα της.
Έβγαλε δύο σάμαλι.
«Πες το με ένα σάμαλι», του είπε και χαμογέλασε.
Ο Γιαννάκης την κοίταξε σαν χαμένος.
Και τότε, για πρώτη φορά, δεν κοκκίνισε από ντροπή.
Κοκκίνισε από ανακούφιση.
Άνοιξε την καρδιά του και τα είπε όλα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου