Μνήμη δικαίου μετ’ ἐγκωμίων, σοὶ δὲ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου, Πρόδρομε, ἀνεδείχθης γὰρ ὄντως καὶ προφητῶν σεβασμιώτερος, ὅτι καὶ ἐν ρείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τον κηρυττόμενον. Ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας, χαίρων εὐηγγελίσω καὶ τοῖς ἐν ἅδῃ Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἐὰν μελετήσουμε προσεκτικὰ τὸ Ἀπολυτίκιο τοῦ Ἰωάννου Προδρόμου, τὴν Ἀποτομὴ τῆς Κεφαλῆς τοῦ ὁποίου ἑορτάζουμε στὶς 29 Αὐγούστου, θὰ ἀντιληφθοῦμε καλύτερα τὶς ἐπί μέρους ἰδιότητές του: ὑπῆρξε πρόδρομος τοῦ Κυρίου, προφήτης, καὶ μάλιστα «προφητῶν σεβασμιώτερος», βαπτιστὴς καί, τέλος, κήρυκας τῆς ἀληθείας «καὶ τοῖς ἐν ἅδῃ». Ἡ κάθε μία ἀπὸ τὶς παραπάνω ἰδιότητες τοῦ Ἰωάννου θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενο ξεχωριστῆς μελέτης.
Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ σταθοῦμε στὴν ἰδιότητά του ὡς κήρυκα τῆς ἀληθείας, γιὰ τὴν ὁποία ὄχι ἁπλῶς ἀγωνίστηκε, ἀλλά «ὑπερήθλησε». Πράγματι, ὅλη του τὴν ζωὴ ὁ Ἰωάννης τὴν ἀφιέρωσε, γιὰ νὰ προετοιμάσῃ τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἔλευση τῆς ἀληθείας, τοῦ Χριστοῦ, ἔχοντας τὴν συνείδηση ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι ὁ πρό-δρομος τῆς «ὁδοῦ, τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ζωῆς».
Τὸ κήρυγμά του συνοψιζόταν στὴν φράση: «μετανοεῖτε. ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. γ’, 2). Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἡ «βασιλεία τῶν οὐρανῶν» δὲν εἶχε ἁπλῶς πλησιάσει, εἶχε ἤδη ἔλθει στὸ πρόσωπο τοῦ κηρυττόμενου Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον μόνον ὁ Ἰωάννης ἀπὸ ὅσους τὸν κήρυξαν ἀξιώθηκε νὰ ἀντικρύση. Ἐκεῖνον καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἐγκωμιάζει ὁ Κύριος ὡς τὸν μείζονα ἐν γεννητοῖς γυναικῶν (Ματθ. ια’, 11).
Ὅτι τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου δὲν ἦταν καθαρῶς θρησκευτικὸ φαίνεται ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις ποὺ δίνει ὁ Ἰωάννης στὰ πλήθη ποὺ προσέρχονται νὰ βαπτιστοῦν καὶ τὸν ῥωτοῦν: «τί οὖν ποιήσωμεν;» Ὁ Ἰωάννης δὲν τοὺς συμβουλεύει γενικῶς νὰ προσεύχονται ἢ νὰ μετανοοῦν ἀλλὰ τοὺς δίνει συγκεκριμένες ὁδηγίες. Νὰ μοιράζωνται τὶς τροφὲς καὶ τὰ ἐνδύματά των μὲ τοὺς ἐνδεεῖς. Σὲ ὅσους εἶχαν ἀξιώματα τοὺς προτρέπει νὰ μὴν κάνουν ὑπέρβαση τῶν καθηκόντων των, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἠθικοὶ καὶ δίκαιοι: «μηδὲν παρὰ τὸ διατεταγμένον ὑμῖν πράσσετε ... μηδένα διασείσητε (=ἐκβιάσετε), μηδὲ συκοφαντήσητε καὶ ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις (=μισθό) ὑμῶν» (Λουκ., γ’ 10-14).
Ἀλλὰ ὁ Ἰωάννης δὲν περιορίζεται μόνον στὴν καθοδήγηση τοῦ πλήθους. Συμβουλεύει καὶ τοὺς ἄρχοντές του, νὰ ἐνεργοῦν καὶ ἐκεῖνοι σύμφωνα μὲ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, πάνω ἀπὸ ὅλα. Ὅταν αὐτὸ δὲν τὸ κάνουν, δὲν διστάζει νὰ τοὺς ἐπικρίνῃ. «Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μάρκ. στ’ 18, δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ νὰ ἔχῃς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου), λέει κατηγορηματικὰ στὸν βασιλιὰ Ἡρώδη Ἀντίπα, ποὺ ζοῦσε παρανόμως μὲ τὴν Ἡρωδιάδα, τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ του, Φιλίππου.
Νὰ σημειωθῇ, στὸ σημεῖο αὐτό, ὅτι ὁ Ἡρώδης κατὰ βάθος συμπαθοῦσε τὸν Ἰωάννη. Τὸν ἀνεγνώριζε ὡς «ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον, καὶ συνετήρει αὐτόν (=τὸν προστάτευε), καὶ ἀκούσας αὐτοῦ πολλὰ ἐποίει καὶ ἡδέως (=μὲ εὐχαρίστηση) αὐτοῦ ἤκουε.» (Μάρκ., στ’ 20). Φαίνεται ὅμως ὅτι τὴν κρίσιμη στιγμή, ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐπιλέξη ἀνάμεσα στὸν δίκαιο Ἰωάννη καὶ στὴν ἀμετανόητη «σύζυγό» του, δὲν μπόρεσε νὰ ἐφαρμόσῃ στὴν πράξη τὸν λόγο τοῦ Ἰωάννου ἀλλὰ ἀκολούθησε τὴν συμβουλὴ τῆς παράνομης Ἡρωδιάδος.
Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι ὁ Ἰωάννης, μὲ τὸ νὰ τὰ βάζῃ μὲ τὴν ἐξουσία καὶ νὰ λέῃ τὴν ἀλήθεια, τελικά «ἔφαγε τὸ κεφάλι του», κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενο. Ὅμως, ἡ ἀποτομὴ τῆς κεφαλῆς του δὲν εἶναι ἀτιμωτικὸ γεγονός, ἀλλὰ τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας ὡς ἑορτή, ὅπως καὶ ἡ μαρτυρικὴ κοίμηση κάθε Ἁγίου. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἑορτάζεται ὡς μιὰ μικρὴ μεγάλη Παρασκευή, μὲ αὐστηρὴ νηστεία, ὡς ἐνθύμηση τῆς ἀδικίας ποὺ διαπράχθηκε σὲ βάρος τοῦ δικαιότερου ἀνθρώπου, τοῦ Ἰωάννου, ἀδικία ἀνάλογη μὲ αὐτὴν τῆς Σταυρώσεως τοῦ Κυρίου μας!
Ἐξ ἄλλου, ἡ ἀποτομὴ τῆς κεφαλῆς του ἔγινε γιὰ τὸν Ἰωάννη εὐκαιρία νὰ συναντήσῃ «τὸν κηρυττόμενον» στὴν ἄλλη ζωή, καὶ νὰ κηρύξη «χαίρων» τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀληθείας, γιὰ τὴν ὁποία ὑπερήθλησε σὲ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ζωή!
Τὴν ἴδια χαρὰ βίωναν καὶ ὅλοι οἱ μάρτυρες, κατὰ τὸ μαρτύριό των, ὅπως περιγράφεται στὰ Συναξάρια των, γεγονὸς ποὺ προξενεῖ σὲ μᾶς, τοὺς κοινοὺς θνητούς, ἀπορία καὶ θαυμασμό.
Ἐὰν θέλουμε, λοιπόν, νὰ τιμήσουμε τὸν Ἰωάννη, ποὺ ἦταν χαριτωμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπως ἀκριβῶς δηλώνει καὶ τὸ ὄνομά του, δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὰ διδάγματά του. Ὅπως ἐκεῖνος ἔμεινε πιστὸς στὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου, ἔζησε βίο ἠθικὸ καὶ ἄμεμπτο καὶ εἶχε πολιτεία ἐνάρετη, εὐθυγραμμισμένη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ μεῖς νὰ ἀγωνιζώμαστε νὰ συμμορφωνώμαστε μὲ τὸ θέλημά Του καὶ νὰ μετανοοῦμε, κατὰ τὴν προτροπὴ τοῦ Προδρόμου Του.
Ἂς πρεσβεύουμε, τέλος, στὸν κήρυκα τῆς ἀληθείας καὶ μετανοίας, Ἰωάννη, νὰ δέεται ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν νά «ποιοῦμε εὐθείας τὰς τρίβους» μας, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ εἰσέλθουμε καὶ μεῖς στὴν βασιλεία Του, ποὺ ἐκεῖνος μὲ τόση θέρμη κήρυξε, καὶ νὰ εὕρουμε χάρη καὶ ἔλεος παρὰ τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ, οὗ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος «νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἀμήν! Γένοιτο!
Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος
Oρθόδοξος Πολιτιστικός Σύλλογος "Επάλξεις"
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου