Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Ἡ ἁγία Ἑλένη, ἡ ἰσαπόστολος μητέρα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου!

 'H Ἁγία Ἑλένη (Flavia Iulia Helena Augusta), ἡ μητέρα τοῦ γλυκυτάτου βλαστοῦ, τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, δὲν ἦταν γιὰ τὸν αὐτοκράτορα ἁπλῶς ἡ μητέρα του. 
Ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ μὲ τὴ χριστομίμητη ταπείνωση ἄσκησε καθοριστικὴ ἐπίδραση στὴν προσωπικότητα καὶ ἰδιαίτερα στὴ θρησκευτικὴ συνείδηση τοῦ υἱοῦ της.
Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι στὰ νεανικά του χρόνια ὁ Κωνσταντῖνος στερήθηκε τὴ μητρικὴ θαλπωρή, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὶς πηγές, ἦταν σχεδὸν μόνιμη ἡ παρουσία του στὰ αὐτοκρατορικὰ στρατόπεδα καὶ τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ἐν τούτοις εἶναι βέβαιο ὅτι στὴν πορεία τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, ἡ μητέρα τοῦ εἶχε τὸ μεγαλύτερο μερίδιο συμβολῆς.
 
Αὐτὸ φυσικὰ τὸ βίωνε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος τὴν περιέβαλλε μὲ βασιλικὲς τιμές, δίνοντάς της ἀρχικὰ τὸν τίτλο τῆς ἐπιφανεστάτης γυναικὸς καὶ στὴ συνέχεια τὸν τίτλο τῆς Αὐγούστας.
Ἡ Ἁγία Ἑλένη γεννήθηκε στὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας περὶ τὸ 247 μ.Χ. Φαίνεται ὅτι ἦταν ταπεινῆς καταγωγῆς καί, ὅπως προαναφέραμε, θυγατέρα ἑνὸς πανδοχέως ἀπὸ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.
Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274 ἕως 288 μ.Χ. γέννησε στὴ Ναϊσσὸ τῆς Μοισίας τὸν Κωνσταντῖνο. Ὅταν, πέντε ἔτη ἀργότερα, ὁ Κωνστάντιος Χλωρὸς ἔγινε Καίσαρας ἀπὸ τὸν Διοκλητιανό, ἀναγκάσθηκε νὰ τὴν ἀπομακρύνει γιὰ νὰ συζευχθεῖ τὴ Θεοδώρα, θετὴ κόρη τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, καὶ νὰ ἔχει ἔτσι τὸ συγγενικὸ ἐκεῖνο δεσμό, ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ ἦταν χρήσιμος γιὰ τὴ στερεότητα τοῦ διοκλητιανείου τετραρχικοῦ συστήματος. Παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τιμοῦσε ἰδιαίτερα τὴ μητέρα του.
Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔδειξε τὴν εὐσέβειά της μὲ πολλὲς εὐεργεσίες καὶ τὴν ἀνοικοδόμηση νέων Ἐκκλησιῶν στὴ Ρώμη (Τιμίου Σταυροῦ), στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἁγίων Ἀποστόλων), στὴ Βηθλεὲμ (βασιλική της Γεννήσεως) καὶ ἐπὶ τοῦ Ὅρους τῶν Ἐλαιῶν (βασιλική της Γεθσημανῆ).
Ἡ Ἁγία Ἑλένη κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μᾶλλον τὸ 328 μ.Χ. σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν. Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος γράφει ὅτι ἡ Ἁγία προαισθάνθηκε τὸν θάνατό της καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου της ἀπὸ τὸν ἐπίγειο βίο ἦταν δίπλα της καὶ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ποὺ τὴν ἀγκαλίαζε μὲ τὰ χέρια του, ἔτσι ὥστε νὰ δίνεται ἡ ἐντύπωση πὼς δὲν ἔχει πεθάνει, ἀλλὰ ἁπλὰ μετατέθηκε ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωὴ στὴν ἐπουράνια.

Ὅπως ἦταν φυσικὸ ὁ υἱὸς τῆς μετέφερε τὸ τίμιο λείψανό της στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ἐνταφίασε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει συνδέσει πλῆθος παραδόσεων μὲ τὴν Ἁγία Ἑλένη· μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο θεωροῦνται προστάτες τῶν προσκυνητῶν στοὺς Ἁγίους Τόπους. «Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου νὰ πάτε καὶ μὲ τὴν εὐχὴ τῆς Ἁγίας Ἑλένης νὰ γυρίσετε», ἔλεγαν οἱ Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
Σὲ πολλὲς περιοχὲς τῆς πατρίδας μᾶς ὑπάρχουν ἱστορικὲς ἀναφορὲς καὶ παραδόσεις, ὅτι ἡ Ἁγία πέρασε καὶ εὐλόγησε τὸν τόπο τοὺς ἱδρύοντας Ἐκκλησίες, εἴτε πηγαίνοντας πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα εἴτε ἐπιστρέφοντας. Ἡ Ρόδος, ἡ Κάλυμνος, ἡ Τῆλος, τὸ Καστελόριζο (ὅπου μὲ τὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο εἶναι οἱ πολιοῦχοι τοῦ νησιοῦ), ἡ Νάξος, ἡ Πάρος, εἶναι μερικὰ μόνο ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ νησιὰ ποὺ ἐπισκέφθηκε ἡ Ἁγία Ἑλένη.
Στὴν Πάρο, ἡ Ἁγία Ἑλένη προσευχήθηκε νὰ τὴν ἀξιώσει ἡ Παναγία νὰ βρεῖ τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ἔταξε νὰ κτίσει ναὸ ἀφιερωμένο στὴ Θεομήτορα. Ἐκπλήρωσε τὸ τάμα της καὶ ἔκτισε τὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Ἑκατονταπυλιανῆς. Τὸ σωζώμενο κτίσμα εἶναι ἔργο τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ὅμως κατὰ τὶς ἀναστηλώσεις ποὺ πραγματοποιήθηκαν ἀποδείχθηκε ὅτι τοῦ ἰουστινιάνειου ναοῦ προϋπῆρχε ξυλοστέγη βασιλική της ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἐπίσης στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ὅρους Σινᾶ ἡ Ἁγία Ἑλένη ἀνήγειρε παρεκκλήσι ἀφιερωμένο στὴν Παναγία καὶ ἀμυντικὸ πύργο γιὰ τὴν προστασία τῶν μοναχῶν ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα καὶ ἀποκαλεῖται «Πύργος τῆς Ἁγίας Ἑλένης».
Ὁ μυρωδάτος καὶ χιλιοτραγουδισμένος βασιλικός, τὸ πολυαγαπημένο φυτὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, συνδέεται μὲ τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ τὴν Ἁγία Ἑλένη. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὅταν ἡ Ἁγία Ἑλένη εἶχε φτάσει στὰ Ἱεροσόλυμα, δὲν ἤξερε ποῦ νὰ σκάψει γιὰ νὰ βρεῖ τὸν Τίμιο Σταυρό. Καθὼς βάδιζε προβληματισμένη, μύρισε ἕνα ὑπέροχο ἄρωμα. Ψάχνοντας νὰ δεῖ ἀπὸ ποῦ προέρχεται ἡ ἐξαίσια εὐωδία, ἐντόπισε ἕνα μέρος ὅπου ἦταν γεμάτο ἀπὸ πράσινους θάμνους. Αὐτοὶ ἦταν ποὺ μύριζαν τόσο ὄμορφα. Τότε κατάλαβε ὅτι ἔπρεπε νὰ σκάψει σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο καὶ ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ εὔοσμου φυτοῦ, βρῆκε τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τότε τὸ ταπεινὸ αὐτὸ φυτὸ ὀνομάστηκε «βασιλικός», ἐπειδὴ φύτρωσε στὸ σημεῖο ποὺ σταυρώθηκε ὁ Βασιλεὺς τοῦ κόσμου καὶ ἐπειδὴ ὁδήγησε τὴ βασίλισσα Ἁγία Ἑλένη νὰ βρεῖ τὸ ἀρραγὲς τρόπαιο τῶν χριστιανῶν, τὸ σωτήριο ὅπλο, τὸν Τίμιο Σταυρό.
Ἡ Ἁγία Ἑλένη καὶ ὁ Τίμιος Σταυρὸς
Στὰ τέλη τοῦ καλοκαιριοῦ τοῦ ἔτους 326 μ.Χ. ἡ βασιλομήτωρ αὐγούστα Ἑλένη ἦταν περίπου 80 ἐτῶν . Παρ’ ὅλα αὐτά, δὲν δίστασε νὰ ἀναλάβει τοὺς κόπους ἑνὸς δύσκολου γιὰ τὴν ἡλικία τῆς ταξιδιοῦ. Από τὴ Ρώμη κατευθύνθηκε διὰ θαλάσσης στὴν Παλαιστίνη.
Ἡ ἄφιξή της στὴν Παλαιστίνη τὸ φθινόπωρο τοῦ 326 ἐπρόκειτο νὰ ἀλλάξει τὴν κατάσταση ὑπὲρ τῶν χριστιανῶν. Στὴν Ἱερουσαλὴμ τὴν ὑποδέχθηκε ὁ Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Μακάριος. Οἱ πηγὲς μαρτυροῦν ὅτι τὸ εἰδωλολατρικὸ ἱερό, ποὺ εἶχε ἀνεγείρει ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας Ἀδριανός, κατεδαφίσθηκε καὶ ἡ Ἁγία Ἑλένη «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὖρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν ληστῶν», τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ, τὰ σύνεργα τοῦ Πάθους καὶ τοὺς «ἥλους» (καρφιά), ὅπως γράφει ὁ Κύπριος χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς .
Μετὰ τὴν πραγματοποίηση ἀνασκαφῶν βρέθηκαν τρεῖς σταυροὶ στὸν τάφο τοῦ Δεσπότη (Ἰησοῦ Χριστοῦ). Ὅλοι ἦταν βέβαιοι ὅτι ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ ἄλλοι δύο τῶν δύο προσηλωθέντων ληστῶν. Ὡστόσο, ἀγνοοῦσαν τὸν Σταυρὸ πάνω στὸν ὁποῖο κρεμάστηκε τὸ δεσποτικὸ σῶμα καὶ δέχθηκε τὶς σταλαγματιὲς τοῦ τιμίου αἵματός Του.
Ἡ Ὲνορία μας -- Σελ. 3
Τὴ λύση στὸ πρόβλημα ποὺ προέκυψε παρέθεσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων Μακάριος, ὁ ὁποῖος ἦταν παρὼν στὶς ἐργασίες.
Ὁ Θεοδώρητος Κύρου σημειώνει πὼς ὁ σοφὸς καὶ θεῖος Μακάριος διέλυσε τὴν ἀπορία μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο. Γυναίκα μὲ μακρόχρονη ἀνίατη ἀσθένεια γνώριζε τὴ δύναμη τοῦ σωτηρίου σταυροῦ. Πλησιάζοντας προσευχόμενη στὸν σταυρὸ καὶ γνωρίζοντας τὴ δύναμή του (σωτηρίου σταυροῦ) θεραπεύτηκε μὲ τρόπο θαυμαστὸ ἀπὸ τὴν ἀνίατη ἀσθένεια ποὺ τὴν ταλαιπωροῦσε.
Μὲ τὸν θαυμαστὸ αὐτὸ τρόπο ἡ Ἁγία Ἑλένη, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος καὶ οἱ παρευρισκόμενοι διαπίστωσαν ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς σταυροὺς ποὺ εἶχαν βρεθεῖ ἐκεῖ ἦταν αὐτὸς στὸν ὁποῖο σταυρώθηκε ὁ Χριστὸς .
Κατὰ μία ἄλλη παράδοση, ὕστερα ἀπὸ τὴν πληροφορία κάποιου Ἑβραίου, μὲ τὸ ὄνομα Ἰούδας, ὑποδείχθηκε ἡ θέση ὅπου ἔγινε ἀνασκαφή, κατὰ τὴν ὁποία εὑρέθησαν τρεῖς σταυροί, ἤτοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν δύο ληστῶν. Ἐπειδή, ὅμως, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθεῖ ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς σταυροὺς ἦταν τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Ἑλένη παρακάλεσε νὰ τεθεῖ διαδοχικὰ ἐπάνω στοὺς σταυροὺς ἕνας νεκρὸς ποὺ τὸν πήγαιναν πρὸς ἐνταφιασμό. Μόλις λοιπὸν ὁ νεκρὸς ἐτέθη ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἀναστήθηκε. Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔθεσε τότε τὰ θεμέλια του Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, τὴν ἀνέγερση τοῦ ὁποίου διέταξε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Τὸ 351 μ.Χ., ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων, διάδοχός του Μακαρίου, σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Κωνστάντιο (337-361) καταγράφει τὸ γεγονὸς τῆς εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ: «Τὸ σωτήριόν του Σταυροῦ ξύλον ἐν Ἱεροσολύμοις ηὔρηται». Ἡ ἀνακάλυψη αὐτὴ δρομολόγησε τὴν κατασκευὴ στὸ ἴδιο σημεῖο ποὺ βρέθηκε ὁ Τίμιος Σταυρὸς ἑνὸς ἐπιβλητικοῦ σὲ μέγεθος ἐκκλησιαστικοῦ συγκροτήματος, τοῦ γνωστοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως.
Ἡ Ἁγία Ἑλένη μὲ τὴν οἰκοδόμηση Ἐκκλησιῶν στὴν Παλαιστίνη, προσδίδει στοὺς Ἁγίους Τόπους ἕναν ἀπόλυτο χριστιανικὸ χαρακτήρα, ποὺ συνιστᾶ μία νέα δυναμικὴ πραγματικότητα. Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος παρέχει τὸ θεολογικὸ πλαίσιο γιὰ τὴν περιγραφὴ τοῦ χριστιανικοῦ αὐτοῦ χαρακτήρα, εἰσάγοντας στὴν ἱστοριογραφία τὸν, δανεισμένο ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, ὄρο «Νέα Ἱερουσαλὴμ».
Ἐπιστρέφοντας στὴν Κωνσταντινούπολη, ἕνα χρόνο μετὰ τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Ἑλένη πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο. Μὲ βάση τὴν παράδοση, ἄγρια θαλασσοταραχὴ ἀναγκάζει τὸ πλοῖο ποὺ μετέφερε τὴν Ἁγία Ἑλένη νὰ ἀράξει στὰ νότια παράλια της Κύπρου, στὶς ἐκβολὲς τοῦ ἀρχαίου χειμάρρου Τετίου, ποὺ ἀπὸ τότε ὀνομάστηκε Βασιλοπόταμος, πρὸς τιμὴν τῆς βασιλομήτορος Ἑλένης. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία ἔκτισε τρία μοναστήρια. Τὴν Ἱερὰ Μονὴ Σταυροβουνίου, ἔπειτα ἀπὸ θεϊκὴ ἀποκάλυψη, ὅπου ἄφησε τμῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς σταυροὺς τῶν ληστῶν καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ καρφιὰ τῆς Σταυρώσεως· τὴν Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Σταυροῦ κοντὰ στὸ χωριὸ Ὅμοδος, ὅπου ἡ Ἁγία ἄφησε κομμάτι ἀπὸ τὸ ἅγιο σχοινὶ μὲ τὸ ὁποῖο ἔδεσαν οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες τὸν Χριστὸ στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ ἀποκαλεῖται καὶ Μονὴ τῆς Ἁγίας Ἑλένης στὴ νότια πλευρὰ τοῦ ὅρους Πενταδάκτυλος.
Ἡ σημασία τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Ποιὰ εἶναι λοιπὸν ἡ σημερινὴ ἑορτή; Εἶναι μεγάλη καὶ ἀξιοσέβαστη, ἀγαπητέ μου, καὶ ὑπερβαίνει τὴν ἀνθρώπινη λογική, καὶ εἶναι ἀντάξια τῆς γενναιοδωρίας τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν καθιέρωσε. Γιατί σήμερα συμφιλιώθηκε τὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ τὸ Θεό. Σήμερα διαλύθηκε ἡ παλιὰ ἐχθρότητα καὶ τερματίστηκε ὁ μακροχρόνιος πόλεμος. Σήμερα ἐπανῆλθε στοὺς ἀνθρώπους μία ἀξιοθαύμαστη εἰρήνη, τὴν ὁποία ποτὲ στὸ παρελθὸν δὲν περίμεναν οἱ ἄνθρωποι.
Σελ. 4 -- Ἡ Ἐνορία μας
Γιατί ποιὸς ἤλπιζε πὼς ἐπρόκειτο νὰ συμφιλιωθεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἄνθρωπο, ὄχι γιατί θὰ ἦταν ποτὲ δυνατὸν ὁ Κύριος νὰ μισήσει τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ γιατί ὁ ἄνθρωπος, ὁ δοῦλος, ἦταν ἀπρόθυμος. Ὄχι γιατί ὁ Κύριος ἦταν ἄσπλαχνος, ἀλλὰ γιατί ὁ δοῦλος ἦταν ἀχάριστος. Θέλεις νὰ μάθεις μὲ ποιὸν τρόπο ἐξοργίσαμε τὸν φιλάνθρωπο καὶ ἀγαθὸ Κύριό μας; Γιατί εἶναι σωστὸ νὰ μάθεις τὴν αἰτία τῆς παλιᾶς ἔχθρας μας, γιὰ νὰ θαυμάσεις τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὅταν δεῖς πώς μας τίμησε ἐνῶ ἤμασταν ἐχθροὶ καὶ ἀντίπαλοί Του, καὶ γιὰ νὰ μὴ νομίσεις πὼς ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ ὀφείλεται σὲ δικά μας κατορθώματα, καὶ γιὰ νὰ μάθεις τὸ μέγεθος τῆς χάρης καὶ τῆς εὐεργεσίας Του καὶ νὰ μὴν πάψεις ποτὲ νὰ Τὸν εὐχαριστεῖς γιὰ τὶς ἄπειρες δωρεές Του.[...]
Καὶ γιὰ νὰ καταλάβεις πὼς δὲν μισοῦσε τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀλλὰ ἀπεχθανόταν τὴν ἀνθρώπινη κακία. Ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Θὰ ἐξαφανίσω τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔπλασα, ἀπ’ τὸ πρόσωπο τὴ γῆς», λέει στὸν ἄνθρωπο: «Εἶναι καιρὸς ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ ἔλθει σὲ Μένα». Ἐὰν μισοῦσε τὸν ἄνθρωπο, δὲ θὰ συζητοῦσε μαζί του. Τώρα ὅμως βλέπεις ὄτι ο Κύριος ὄχι μόνο δὲν θέλει νὰ κάνει ἐκεῖνο ποὺ ἀπείλησε νὰ κάνει, ἀλλὰ καὶ ὅτι δίνει ἐξηγήσεις στὸν δοῦλο Του καὶ συζητᾶ μαζί του σᾶ νὰ εἶναι ἰσότιμος φίλος Του καὶ τοῦ λέει ποιὲς εἶναι οἱ αἰτίες τῆς καταστροφῆς ποὺ πρόκειται νὰ γίνει, ὄχι γιὰ νὰ μάθει ὁ ἄνθρωπος τὶς αἰτίες, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὶς κάνεις γνωστὲς στοὺς συνανθρώπους του κι ἔτσι νὰ τοὺς κάνει πιὸ προσεκτικούς. Ἀλλὰ ὅπως εἴπαμε καὶ προηγουμένως, τόσο κακὴ διαγωγὴ δείξαμε οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ παλιά, ὥστε λίγο ἔλειψε νὰ μᾶς ἐκδιώξει ὁ Θεὸς κι ἀπ’ τὴ γῆ.
Ἀλλὰ ἐμεῖς ποὺ τότε ἀποδειχθήκαμε ἀνάξιοι νὰ κατοικοῦμε στὴ γῆ, σήμερα ἀνεβήκαμε στοὺς οὐρανούς. Εμείς ποὺ ἀποδειχθήκαμε ἀνάξιοι νὰ ἐξουσιάσουμε τὴ γῆ, ἀνεβήκαμε στὴν οὐράνια Βασιλεία, περάσαμε πάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἀγγίξαμε τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Και τὸ γένος ἐκεῖνο, ποὺ φύλαγαν τὰ Χερουβὶμ τὸν παράδεισο γιὰ νὰ μὴν μπεῖ μέσα, αὐτὸ τὸ γένος σήμερα βρίσκεται πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὰ Χερουβίμ. Ἀλλὰ πὼς ἔγινε αὐτὸ τὸ ἀξιοθαύμαστο καὶ μεγαλειῶδες γεγονός; Πῶς ἀνεβήκαμε τόσο ψηλὰ ἐμεῖς ποὺ ἤμασταν τόσο ἁμαρτωλοί, ἐμεῖς ποὺ ἀποδειχθήκαμε ἀνάξιοι γιὰ νὰ κατοικοῦμε τὴ γῆ καὶ νὰ τὴν ἐξουσιάζουμε; Πῶς σταμάτησε ὁ πόλεμος; Πῶς ἔπαψε ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ; Πῶς; Γιατί αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ἀξιοθαύμαστο, ὅτι δηλαδὴ δὲν ζητήσαμε τὴν εἰρήνη ἐμεῖς ποὺ περιφρονούσαμε ἄδικα τὸν Θεό, ἀλλά μας κάλεσε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ποὺ δίκαια ἦταν ἀγανακτισμένος ἐναντίον μας, καὶ ἔτσι μας ἔφερε τὴν εἰρήνη. «Εἴμαστε ἀντιπρόσωποι τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ Θεὸς μ’ ἐμᾶς ὡς ἀντιπροσώπους Τού σας παρακαλεῖ». Καὶ γιατί αὐτό; Εκείνος περιφρονήθηκε ἄδικα ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ ὁ Ἴδιος μας παρακαλεῖ; Ναι, γιατί εἶναι Θεὸς καὶ παρακαλεῖ ὡς φιλόστοργος Πατέρας ποὺ εἶναι.
Καὶ πρόσεξε τί γίνεται, Μεσίτης εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, πού μας παρακαλεῖ, κι ὄχι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀρχάγγελος, οὔτε κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες Του. Καὶ τί κάνει ὁ Μεσίτης; Αὐτὸ ποὺ κάνει κάθε μεσίτης. Ὅπως ἀκριβῶς ὅταν δυὸ ἄνθρωποι μισοῦνται μεταξύ τους καὶ δὲ θέλουν νὰ συμφιλιωθοῦν, πηγαίνει κάποιος καὶ μπαίνει στὴ μέση καὶ δίνει τέλος στὴν ἔχθρα τους, ἔτσι ἐνήργησε καὶ ὁ Χριστός. Ὁ Θεὸς ἦταν θυμωμένος ἐναντίον μας, ἐμεῖς ἀποστρεφόμασταν τὸν Θεό, τὸν φιλάνθρωπο Κύριό μας, καὶ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὴ μέση καὶ μᾶς συμφιλίωσε. Ἀλλὰ μὲ ποιὸν τρόπο μπῆκε στὴ μέση ὁ Χριστός; Πήρε ἐπάνω τοῦ Ἐκεῖνος τὴν τιμωρία πού μας ἐπέβαλε ὁ Πατέρας καὶ ὑπόμεινε καὶ τὴν τιμωρία καὶ τὶς προσβολὲς ποὺ τοῦ ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι στὴ γῆ. Θέλεις νὰ μάθεις μὲ ποιὸν τρόπο τὰ δέχτηκε καὶ τὰ δυό; «Ὁ Χριστὸς –λέει ὁ Παῦλος- μᾶς ἐξαγόρασε ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ νόμου μὲ τὸ νὰ γίνει ὁ Ἴδιος κατάρα, γιὰ τὴ σωτηρία μας». Εἶδες πὼς δέχτηκε τὴν τιμωρία ποὺ ἐπιβλήθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, δὲς καὶ πὼς ὑπέμεινε τὶς προσβολὲς τῶν ἀνθρώπων, «Οἱ βρισιὲς ἐκείνων ποὺ σὲ βρίζαμε – λέει- ἔπεσαν σ’ ἐμένα». Εἶδες μὲ ποιὸν τρόπο διέλυσε τὴν ἔχθρα, πὼς δὲν ἔπαψε νὰ κάνει τὰ πάντα, καὶ νὰ πάσχει καὶ νὰ ἐνδιαφέρεται πρὶν ἀνεβάσει τὸν ἐχθρὸ καὶ ἀντίπαλο (τὸν ἄνθρωπο) κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν καταστήσει φίλο Του; Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ ἀφετηρία εἶναι ἡ σημερινὴ ἡμέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου